10/06/2019 18:26:00

Η δεκαετία του 1930 είχε πολλές ιδιαιτερότητες. Από πολιτικής πλευράς ήταν μια περίοδος πλήρους στέρησης κάθε μορφής ελευθερίας, ενώ από οικονομικής στιγματίστηκε από τη φτωχοποίηση και εξαθλίωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού, κυρίως του αγροτικού. Ταυτόχρονα, τη συγκεκριμένη δεκαετία δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις αφενός για τη δημιουργία μαζικού συνδικαλιστικού κινήματος και αφετέρου για μια νέα έκρηξη φιλελευθερίας από πλευράς των καταπιεσμένων στρωμάτων του λαού.

Ως απάντηση για την εξέγερση του 1931, και στη βάση του ειδικού αμυντικού διατάγματος της 22ας Οκτωβρίου (Ρίχτερ, 2007:496) που εξέδωσε ο υπουργός Αποικιών Τζίμι Τόμας, η αποικιακή κυβέρνηση προχώρησε στη λήψη μιας σειράς μέτρων που ακρωτηρίαζαν τις πολιτικές και αστικές ελευθερίες των κατοίκων του νησιού. Συγκεκριμένα, καταργήθηκε το Νομοθετικό Συμβούλιο, αναστάληκε το Σύνταγμα και απαγορεύτηκαν οι όποιες εκδηλώσεις είχαν ως σκοπό να τονιστεί η εθνική καταγωγή των Κυπρίων. Επιβλήθηκε αυστηρή λογοκρισία, ενώ η εκπαίδευση τέθηκε υπό τον πλήρη έλεγχο των αποικιοκρατών. (Κατσιαούνης, 2000:39). Τα πολιτικά κόμματα και οργανώσεις τέθηκαν εκτός νόμου και απαγορεύτηκαν οι πολιτικές συγκεντρώσεις. Ιδιαίτερα μετά την κάθοδο στο νησί, τον Νοέμβριο του 1933, του κυβερνήτη Χέρμπερτ Πάλμερ, επιβλήθηκε σκληρό, καταπιεστικό καθεστώς, το οποίο στην ιστοριογραφία καταγράφηκε ως η δικτατορική περίοδος της παλμεροκρατίας.

Τα μόνα δικαιώματα, και αυτά κουτσουρεμένα, που ένεκα παραδόσεων επέτρεψαν οι Βρετανοί αποικιοκράτες, ήταν αυτά που είχαν σχέση με το συνδικαλίζεσθαι. Η Αριστερά, και ειδικά οι παράνομοι πυρήνες του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου (Κ.Κ.Κ.), αξιοποίησαν το παράθυρο αυτό που τους δόθηκε, αναπτύσσοντας έντονη δραστηριότητα ανάμεσα στους εργαζομένους των πόλεων. Παρά τη συνεχή αστυνόμευση, τις διώξεις και τις καταδίκες, το συνδικαλιστικό κίνημα κατάφερε την περίοδο αυτή να περάσει τις θέσεις του σε σημαντικό μέρος των μαζών. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι από το 1932 που δόθηκε άδεια λειτουργίας του πρώτου συνδικάτου, αυτού των υποδηματοποιών της Λευκωσίας, μέχρι το τέλος της παλμεροκρατίας, το 1939, καταχωρήθηκαν συνολικά 44 συνδικάτα με 2.544 μέλη, Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους. (Ρίχτερ, 2007:613). Μάλιστα, μέσα σ’ αυτές τις άκρως αντίξοες συνθήκες, το συνδικαλιστικό κίνημα διοργάνωσε σειρά εργατικών κινητοποιήσεων και απεργιών, με σημαντικότερες αυτές των κτιστών της Λευκωσίας το 1933 και το 1939, των υποδηματεργατών το 1935, ενώ πολύ σημαντικές κρίνονται και οι απεργίες που πραγματοποιήθηκαν το 1938 σε Βαρώσι και Λεμεσό. (Φάντης, 2005:106–120). Οι εμπειρίες που το συνδικαλιστικό κίνημα απέκτησε τη δεκαετία του 1930 αποτέλεσαν το προζύμι για τους μεγάλους ιστορικούς εργατικούς και πολιτικούς αγώνες που ακολούθησαν.

Κατά τη διετία 1931–1932 ο χειμώνας ήταν ιδιαίτερα φτωχός σε βροχές, μ’ αποτέλεσμα να στερέψουν οι πλείστες πηγές που χρησιμοποιούνταν τόσο για άρδευση, όσο και για ύδρευση του νησιού. Η παρατεταμένη ανομβρία είχε ολέθριες συνέπειες για την αγροτική οικονομία της Κύπρου, η οποία περιήλθε σε αξιοθρήνητη κατάσταση. Τα κτηνοτροφικά και δημητριακά προϊόντα είχαν σχεδόν εξαφανιστεί από την αγορά, ζώα θανατώνονταν, ενώ ο πληθυσμός έφτασε στα όρια της λιμοκτονίας. (Ρίχτερ, 2007:593). Ο πληθυσμός της υπαίθρου, που ήταν καταχρεωμένος στους τοκογλύφους, οδηγήθηκε σε πλήρη ανέχεια. Σύμφωνα με έκθεση του διοικητή Λάρνακας Μπρούστερ Σάριτζ, η Κύπρος έζησε την περίοδο εκείνη πρωτοφανές κύμα αναγκαστικών πλειστηριασμών, που είχε ως αποτέλεσμα σχεδόν οι μισές αγροτικές οικογένειες να καταστούν ακτήμονες. (Ρίχτερ, 2007:596). Η καταθλιπτική αυτή εικόνα οδήγησε αφενός σε μαζική κάθοδο των νέων στις πόλεις για αναζήτηση εργασίας –προλεταριοποίηση της αγροτικής τάξης– και αφετέρου στη δημιουργία ενός καθεστώτος πλήρους εκμετάλλευσης των γεωργικών εργατών. Η εντύπωση που μπορούσε να διαμορφώσει κάποιος ξένος ήταν ότι η αγροτική Κύπρος επέστρεφε στον μεσαιωνικό φεουδαλισμό. (Alastos, 1943:23–28).

Η αναφορά στο κοινωνικο-πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον της εποχής κρίνεται αναγκαία, προκειμένου ο αναγνώστης ν’ αντιληφθεί την τεράστια σημασία που είχε η δυνατότητα που δόθηκε στα αδέλφια Κώστα και Φυλακτή Παρτασίδη –νωρίτερα και στον μεγάλο τους αδελφό, Γιώργο Παρτασίδη– να αποκτήσουν ανώτερη μόρφωση. Μια δυνατότητα που οφειλόταν αποκλειστικά στην προνοητικότητα του πατέρα της οικογένειας, του Σάββα Τσιαούσιη, και στις θυσίες της μητέρας τους, Πρεζούς Σάββα. Μάλιστα, αν ο Σάββας Τσιαούσιης δεν έφευγε από τη ζωή τόσο πρόωρα1 και αν η Πρεζού Σάββα δεν ήταν τόσο επιφυλακτική, ανώτερη μόρφωση θα αποκτούσε και η μικρότερη θυγατέρα της οικογένειας, η Ειρήνη (Λούλλα) Σάββα. Αναφερόμενοι στον Σάββα Τσιαούσιη, πρέπει να σημειώσουμε τη φιλομάθεια που τον χαρακτήριζε.

Απόφοιτος του δημοτικού σχολείου του χωριού του, στα 18 του χρόνια, και με μισό σελίνι στην τσέπη, πήγε στη Λευκωσία και κατατάγηκε στην Αστυνομική Δύναμη. Ένεκα της επιμέλειας και της εργατικότητας που τον χαρακτήριζαν, σύντομα ανέβηκε στην ιεραρχία και πήρε τον βαθμό του λοχία. Του ανατέθηκαν ειδικά καθήκοντα εξιχνίασης εγκλημάτων στην επαρχία της Κερύνειας, την οποία όργωνε κυριολεκτικά καβάλα στο ψηλό, λευκό, μεγαλοπρεπές άλογό του. Έχαιρε μεγάλης εκτίμησης τόσο ανάμεσα στον απλό κόσμο, όσο και από τους ανώτερούς του. Μάλιστα ένας εξ αυτών του εκμυστηρεύτηκε κάποτε πως αν γνώριζε έστω λίγα αγγλικά, εύκολα θα γινόταν αξιωματικός και θα μπορούσε να διοριστεί μέχρι και επαρχιακός διοικητής. Τα προσωπικά βιώματα βοήθησαν τον Σάββα Τσιαούσιη να αντιληφθεί τη σημασία που θα είχε στον 20ό αιώνα η μόρφωση. Έτσι, μέσα από τη διαθήκη του φρόντισε να διασφαλίσει ότι τουλάχιστον τα αγόρια της οικογένειας θα μπορούσαν μετά από το δημοτικό σχολείο να συνεχίσουν τις σπουδές τους και στο γυμνάσιο.

Μετά την αποφοίτησή του από το Δημοτικό Σχολείο του Λάρνακα της Λαπήθου, ο Κώστας Παρτασίδης φοίτησε για δύο χρόνια στο Σχολαρχείο Καπλάνη, στην κωμόπολη της Λαπήθου. Το 1933, μαζί με τον κατά δύο χρόνια μικρότερό του αδελφό, Φυλακτή, μετακόμισε στη Λευκωσία και εξασφάλισε εγγραφή κατόπιν γραπτών εξετάσεων στην Γ' τάξη του Παγκυπρίου Γυμνασίου. Χωρίς αμφιβολία την περίοδο εκείνη το Παγκύπριο, έχοντας στο διδακτικό δυναμικό του την αφρόκρεμα της κυπριακής εκπαίδευσης, θεωρείτο το καλύτερο σχολείο της Κύπρου. Ο Κώστας Παρτασίδης ήταν τακτικός, επιμελής μαθητής, με ιδιαίτερα υψηλή απόδοση στην αγγλική γλώσσα. Μάλιστα ο καθηγητής αγγλικών του σχολείου, κάποιος Sir George, είχε χαρακτηρίσει τον Παρτασίδη “the best of all”.2 Συμμαθητές του Κώστα Παρτασίδη στο Παγκύπριο Γυμνάσιο ήταν οι Γλαύκος Κληρίδης, Βάσος Λυσσαρίδης, Αντρέας Ζιαρτίδης, Αντρέας Φάντης και Γεώργιος Τομπάζος, με τους οποίους είχε ιδιαίτερες, στενές φιλικές σχέσεις. Την περίοδο εκείνη στο Παγκύπριο Γυμνάσιο φοιτούσε, σε μεγαλύτερη τάξη όμως, και ο Μιχαήλ Μούσκος, τότε δόκιμος μοναχός της Ιεράς Μονής Κύκκου, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ', με τον οποίο ο Παρτασίδης θα ανέπτυσσε αργότερα στενή φιλία, που είχε την αφετηρία της στις κοινές εμπειρίες από τη σχολική ζωή. Στις αίθουσες του σχολείου της πρωτεύουσας ο Παρτασίδης πήρε κάποια γεύση από το πολιτικό γίγνεσθαι της Κύπρου και συμμετείχε σε πολιτικές συζητήσεις γύρω από θέματα που αφορούσαν την Κύπρο και όχι μόνο.

 

Τα πρώτα βήματα

Το 1937, ο Κώστας Παρτασίδης ολοκλήρωσε τη φοίτησή του στο Παγκύπριο Γυμνάσιο και άρχισε να εργάζεται ως γραμματέας στο εμποροραφείο του Χρυσαφίνη Γιαννόπουλου στην πρωτεύουσα. Ο Γιαννόπουλος διατηρούσε μίαν από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις του είδους στην Κύπρο και απασχολούσε περισσότερους από 15 ράφτες. Την περίοδο εκείνοι οι ραπτεργάτες ήταν ένας από τους πλέον μαχητικούς κλάδους των εργατοϋπαλλήλων. Αξίζει να σημειωθεί ότι ήταν από τους πρώτους κλάδους που στις αρχές της δεκαετίας του 1920 δημιούργησε τη δική του συντεχνία, ενώ η απεργία των ραπτεργατών Λεμεσού, που έγινε υπό την καθοδήγηση του Χρίστου Σαββίδη3 το 1922 –η δεύτερη γνωστή απεργία στα εργατικά χρονικά της Κύπρου– στέφθηκε με μεγάλη επιτυχία, γεγονός που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη συνειδητοποίηση της σημασίας του μαζικού αγώνα από τους εργαζομένους. (Λέφκης:58). Η μεγάλη πλειονότητα των υπαλλήλων του Γιαννόπουλου ήταν οργανωμένοι στην οικεία συντεχνία. Φαίνεται ότι η πρώτη επαφή του Παρτασίδη με το οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα της Αριστεράς έγινε μέσω των πρωτοπόρων αυτών εργατών, οι οποίοι διέκριναν στο πρόσωπο του νεαρού γραμματέα έναν μορφωμένο, ικανό και μαχητικό συνάδελφο.

Η παρουσία του Παρτασίδη στην επιχείρηση Γιαννόπουλου δεν κράτησε πολύ. Αρχές του 1938 μετακόμισε στην Αμμόχωστο, όπου εργοδοτήθηκε και πάλι ως γραμματέας στην εταιρεία των αδελφών Γαλανού, με καλύτερους όρους εργασίας. Η παραμονή του στην Αμμόχωστο κράτησε δύο χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων ο νεαρός Παρτασίδης ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα στους κόλπους του συνδικαλιστικού κινήματος, γεγονός που φυσιολογικά, το 1938, τον οδήγησε στις τάξεις του παράνομου Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου.4 Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ο άνθρωπος που εισηγήθηκε την ένταξη του Παρτασίδη στο κόμμα ήταν ο Χρίστος Σαββίδης, μέλος της τότε ηγεσίας του Κ.Κ.Κ. Επίσης, ο Σαββίδης ήταν αυτός που ανέλαβε την κομματική διαπαιδαγώγησή του και λίγο αργότερα τον γνώρισε με τον Γενικό Γραμματέα του κόμματος, Πλουτή Σέρβα. Καθοριστικής σημασίας για την ένταξή του στο κόμμα ήταν και οι ιδιαίτερα θετικές συστάσεις που συνόδευαν τον Παρτασίδη αναφορικά με την όλη δράση του στη Λευκωσία. Σύμφωνα με τον Φυλακτή Παρτασίδη, οι ράφτες της πρωτεύουσας ενημέρωσαν λεπτομερώς τους συναδέλφους τους στην Αμμόχωστο. Εκτός από τον Σαββίδη, στον πολιτικό περίγυρο του Παρτασίδη στην Αμμόχωστο ήταν ο Αδάμ Αδάμαντος, ο Μιχάλης Μοντάνιος και ο Πρόδρομος Παπαβασιλείου, ο οποίος επίσης εργαζόταν στους αδελφούς Γαλανού.

Στην Αμμόχωστο ο Παρτασίδης είχε συνεχή και ουσιαστική συμμετοχή στους αγώνες των συντεχνιών για βελτίωση των συνθηκών εργασίας των εργαζομένων. Εκεί ήταν που διαφάνηκαν και οι ηγετικές ικανότητές του, κυρίως στην οργάνωση και μεθόδευση των απεργιακών κινητοποιήσεων. Πληροφορίες φέρουν τον Παρτασίδη να είχε παίξει σημαντικό ρόλο στην οργάνωση και δημιουργία των τοπικών συντεχνιών ραφτών, σιδηρουργών, φορτοεκφορτωτών, μαραγκών, κουρέων και υποδηματεργατών. Σημειώνεται ότι μια από τις πρώτες ενέργειες των συντεχνιών αυτών ήταν η έκφραση πρακτικής αλληλεγγύης προς τις γυναίκες απεργούς του νηματουργείου Ιωάννου, το καλοκαίρι του 1938. (Φάντης, 2005:116). Καθοριστική θεωρείται η συμβολή του Κώστα Παρτασίδη στη δημιουργία της συντεχνίας των εργατοϋπαλλήλων Αμμοχώστου, της οποίας εκλέγηκε πρώτος Γραμματέας.

Η δράση, οι ικανότητες, αλλά και η μόρφωση που είχε, φαίνεται ότι έδωσαν μεγάλη ώθηση στην ανέλιξη του Κώστα Παρτασίδη, ο οποίος σε σύντομο χρονικό διάστημα ανέβηκε τα σκαλιά τόσο της συντεχνιακής, όσο και της κομματικής ιεραρχίας στην επαρχία Αμμοχώστου. Η υπόθεση αυτή δυστυχώς δεν μπορεί να τεκμηριωθεί, ένεκα της απουσίας κομματικών εγγράφων, πρακτικών και άλλων ντοκουμέντων. Πληροφοριακά αναφέρεται ότι σε συνθήκες βαθιάς παρανομίας, ο κομματικός μηχανισμός κατέστρεφε κάθε τεκμήριο που ήταν δυνατό να αποκαλύψει την ταυτότητα και πολύ περισσότερο να αποτελέσει πηγή πληροφοριών για τη δράση και τις ενέργειες στελεχών ή και απλών μελών του κόμματος. Ωστόσο, το γεγονός ότι ο Κώστας Παρτασίδης έστελλε τακτικά στη Λεμεσό, στον Γενικό Γραμματέα του κόμματος, Πλουτή Σέρβα,5 αναφορές από την Αμμόχωστο μαρτυρεί ότι ήταν ήδη ανώτερο στέλεχος τουλάχιστον της επαρχιακής κομματικής επιτροπής.

Κατά την παραμονή του στην Αμμόχωστο, ο Κώστας Παρτασίδης φαίνεται να συνδέθηκε για πρώτη φορά με τον χώρο της δημοσιογραφίας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Κυριάκο Τσιούπρα,6  για περίοδο περίπου ενός χρόνου, από τα τέλη του 1938 μέχρι τις αρχές του 1940, που μετακόμισε στη Λεμεσό, ο Παρτασίδης διετέλεσε ανταποκριτής της εφημερίδας «Ελευθερία» στην Αμμόχωστο.7 Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι τα χρόνια εκείνα ο ρόλος των ανταποκριτών στις επαρχίες δεν ήταν αυτός που είναι σήμερα. Οι ανταποκρίσεις ήταν λιγοστές, τα κείμενα μικρά και τυποποιημένα, η κάλυψη περιορισμένη, με την έμφαση να δίνεται κυρίως σε κοινωνικού χαρακτήρα θέματα. Η ταυτότητα των ανταποκριτών ήταν άγνωστη, αφού τα κείμενα δημοσιεύονταν χωρίς υπογραφή.8 Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι οι ανταποκριτές συνήθως δεν ήταν επαγγελματίες δημοσιογράφοι και εργάζονταν με ελάχιστη αμοιβή ή ακόμη και αμισθί. 

Οι ανταποκρίσεις από την Αμμόχωστο που η «Ελευθερία» δημοσιεύει κατά την υπό εξέταση περίοδο, όπως εξάλλου συνηθιζόταν, είναι περιγραφικές και άχρωμες. Πέραν της ενημέρωσης, ο ανταποκριτής δεν προσπαθεί να περάσει, έστω και υποδόρια, οποιοδήποτε πολιτικό μήνυμα στους αναγνώστες. Αναφέρεται σε γεγονότα και μόνο. Λαμβάνοντας υπόψη την πρακτική που ακολουθούσαν διεθνώς οι κομμουνιστές, οι οποίοι αξιοποιούσαν τον Τύπο για να περάσουν τα πολιτικά μηνύματά τους στον λαό, προκαλούνται αμφιβολίες αν οι ανταποκρίσεις από την Αμμόχωστο ήταν όντως του Παρτασίδη. Αυτό πάντως δεν είναι καθόλου εύκολο, μάλλον είναι αδύνατο, να εξακριβωθεί. Εν πάση περιπτώσει, από τις ανταποκρίσεις του αυτή την περίοδο ξεχωρίζουν εκείνες που αναφέρονται στις απεργίες που πραγματοποιήθηκαν στην Αμμόχωστο, όπως επίσης οι εκδηλώσεις των ανέργων.

 

Στέλεχος πρώτης γραμμής

Η δεκαετία του 1940 ήταν καθοριστική περίοδος για την Αριστερά και τους συμμάχους της. Ήταν η δεκαετία που σημαδεύτηκε από τις μεγάλες κινητοποιήσεις, απεργίες και κατακτήσεις της εργατικής τάξης. Ήταν η δεκαετία των ιστορικών αγώνων για το οκτάωρο, τον τιμάριθμο, τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας σε μια σειρά από επαγγέλματα. Ήταν η δεκαετία της νίκης κατά του ναζισμού και του φασισμού, η δεκαετία των πρώτων εκλογών για την ανάδειξη δημοτικών αρχόντων, της μερικής αποκατάστασης πολιτικών ελευθεριών και δικαιωμάτων που είχαν καταργηθεί ύστερα από την εξέγερση του 1931. Ήταν η δεκαετία που η αποικιοκρατική κυβέρνηση αποφάσισε για πρώτη φορά να συζητήσει με τους Κυπρίους το μέλλον του νησιού. Σε όλους αυτούς τους αγώνες, σε κάθε επιτυχία βρίσκεται η σφραγίδα του ΑΚΕΛ,9 της ηγεσίας, των μελών, των οπαδών και των συνοδοιπόρων του.

Ταυτόχρονα, η δεκαετία αυτή ήταν περίοδος έντονων εσωκομματικών κλυδωνισμών, συνεχών ανακατατάξεων και κομματικής εσωστρέφειας. Σ’ ένα βαθμό η εικόνα αυτή ήταν φυσιολογική, αφού το ΑΚΕΛ ήταν ένα νεοσύστατο κόμμα που έψαχνε τον δρόμο του. Μπορεί να θεωρείτο συνέχεια του Κ.Κ.Κ., όμως στις τάξεις του εντάχθηκαν και άτομα που δεν είχαν καμία σχέση με τη μαρξιστική ιδεολογία. Το κόμμα της Αριστεράς μέσα σε ελάχιστο χρόνο μετατράπηκε από έναν ολιγάριθμο πολιτικό σχηματισμό που δρούσε σε συνθήκες παρανομίας, σ’ ένα μαζικό κόμμα με μεγάλο αριθμό μελών, οπαδών και ψηφοφόρων. Η αναζήτηση νέας ταυτότητας, ο πολιτικός και ιδεολογικός αυτοπροσανατολισμός, όπως και η δημιουργία μιας νέας οργανωτικής δομής μιας νέας στελεχιακής πυραμίδας, ήταν μια επίπονη διαδικασία, η οποία, όπως αποδείχτηκε στην πορεία, δεν τέλειωσε εύκολα.

Σε όλο αυτό το πολιτικό και κομματικό γίγνεσθαι ο Κώστας Παρτασίδης είχε ρόλο πρωταγωνιστικό: Ηγετικό στέλεχος της ΠΣΕ, ανώτατο στέλεχος της ηγεσίας του ΑΚΕΛ, επικεφαλής της ομάδας των 11 μελών της Κ.Ε. και των εκατοντάδων μελών του κόμματος που κατατάγηκαν εθελοντικά στο Κυπριακό Σύνταγμα, το οποίο υπαγόταν στον βρετανικό στρατό, δημοτικός σύμβουλος και σε ηλικία μόλις 30 χρόνων δήμαρχος Λεμεσού.

Η έκρηξη του Β' Παγκοσμίου πολέμου την 1η του Σεπτέμβρη του 1939, που χρονικά συμπίπτει με τη συνταξιοδότηση και την αναχώρηση του κυβερνήτη Πάλμερ από το νησί,10 ανάγκασε το αποικιοκρατικό καθεστώς να χαλαρώσει τα καταπιεστικά μέτρα που εφάρμοσε καθ’ όλη τη διάρκεια της παλμεροκρατίας και να επιτρέψει ορισμένες πολιτικές ελευθερίες. Ο αντιφασιστικός αγώνας των λαών και ο άνεμος φιλελευθερίας που φύσηξε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη υποχρέωσαν τη Βρετανία να «βάλει νερό στο κρασί της» και να τερματίσει εν μέρει και σιωπηλά αριθμό απαγορευτικών διατάξεων που είχε επιβάλει ο κυβερνήτης Χέρμπερτ Ρίτσμοντ Πάλμερ. Βέβαια οι κινήσεις αυτές, σύμφωνα με τον Αντρέα Φάντη, είχαν το στοιχείο της σκοπιμότητας, αφού την περίοδο εκείνη η Βρετανία, προκειμένου να ενισχύσει τις δυνάμεις του Στέμματος, αποφάσισε να στρατολογήσει όσο το δυνατόν περισσότερους νέους από τις χώρες που ήταν αποικίες της. Μάλιστα, πιεζόμενες από την ανάγκη αυτή, οι Αρχές στην περίπτωση της Κύπρου θυμήθηκαν εύηχα πατριωτικά συνθήματα, όπως «είς οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης», «αγώνας για την ελευθερία των λαών» και άλλα παρόμοια, και τα πρόβαλαν σε περίοπτα μέρη. Ταυτόχρονα, Κύπριοι αξιωματικοί της Αστυνομίας μετατράπηκαν σε στρατολόγους που γυρόφερναν τα χωριά και τις κωμοπόλεις. Εκμεταλλευόμενοι τη μαζική ανεργία και τη φτώχια των λαϊκών μαζών, καλούσαν τους Κυπρίους –ιδιαίτερα τους νέους– να καταταγούν στον στρατό, όπου θα είχαν καλή αμοιβή, επιδόματα και άλλα ωφελήματα. (Φάντης, 2005:180).

Η χαλάρωση των καταπιεστικών μέτρων ήταν μεν αισθητή, δεν ήταν όμως καθολική. Η αποικιακή κυβέρνηση εξακολουθούσε να παρακολουθεί στενά την κατάσταση και να είναι ιδιαίτερα αυστηρή στην τήρηση της τάξης και της νομοθεσίας σε ό,τι αφορούσε τις συγκεντρώσεις και τις παρελάσεις. (Κατσιαούνης, 2000:66). Για παράδειγμα, οι Αρχές παρουσιάζονταν αμείλικτες και δεν έδειχναν καμία διάθεση συμβιβασμού σε ζητήματα που αφορούσαν τις εργατικές διεκδικήσεις. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση του δικαστή Τσαρλς Κοξ, ο οποίος προειδοποίησε τους ανέργους οι οποίοι τον Απρίλη του 1940 πραγματοποίησαν πορεία διαμαρτυρίας ότι την επόμενη φορά που θα αποτολμούσαν κάτι παρόμοιο, και προκειμένου να διατηρήσει τον νόμο και την τάξη, θα έδινε οδηγίες για τουφεκισμό!11 Άρα, όπως σημειώνει και ο Κατσιαούνης, η αποκατάσταση των δημοκρατικών ελευθεριών στη διάρκεια του πολέμου υπήρξε διαδικασία αργή, σταδιακή και επίπονη. (Κατσιαούνης, 2000:66).

Αξίζει ωστόσο να επισημανθεί ότι οι εξελίξεις στα μέτωπα του Β' Παγκοσμίου πολέμου, που είχαν ως συνέπεια τη γιγάντωση του αντιφασιστικού κινήματος, ασκούσαν διαρκή και ολοένα αυξανόμενη πίεση πάνω στο Λονδίνο, το οποίο σταδιακά υποχρεωνόταν να διευρύνει το φάσμα των πολιτικών ελευθεριών στις αποικίες του Στέμματος. Τον Φεβρουάριο του 1941, η αποικιακή κυβέρνηση της Κύπρου ανακοίνωσε την πρόθεσή της να προχωρήσει στην προκήρυξη δημοτικών εκλογών. Η Αριστερά αξιοποίησε την ευκαιρία αυτή και με απόφαση του Κ.Κ.Κ. προχώρησε στη δημιουργία του ΑΚΕΛ, το οποίο αφενός έδινε στον λαό «το δικαίωμα της νόμιμης πολιτικής δραστηριότητας» και αφετέρου στο ίδιο το κόμμα τη «νόμιμη έκφραση στην έως τα τότε μυστική και παράνομη δράση του». (ΑΚΕΛ. Το κόμμα του εργαζόμενου λαού:23). Ταυτόχρονα την περίοδο εκείνη, και παρά το ότι τα πλείστα περιοριστικά μέτρα ήταν σε ισχύ, το εργατικό κίνημα, και πάλι με πρωτοβουλία του Κ.Κ.Κ., ενέτεινε τις προσπάθειές του κάνοντας σημαντικά βήματα προόδου τόσο σε ό,τι αφορά στην αναβάθμιση και εκσυγχρονισμό του οργανωτικού μηχανισμού των συντεχνιών, όσο και στη διεκδίκηση, μέσα από μαζικές κινητοποιήσεις, των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Οι εργατικοί αγώνες της δεκαετίας του 1940 θεωρούνται μέχρι και σήμερα οι σημαντικότεροι που έδωσε το οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα. Οι αγώνες αυτοί δεν θα είχαν την απήχηση και την αποτελεσματικότητα που είχαν, αν δεν προηγείτο η δημιουργία αποτελεσματικού οργανωτικού μηχανισμού που στήριξε με διάφορους τρόπους τις απεργιακές και άλλες κινητοποιήσεις των εργαζομένων. Ως εκ τούτου, τεράστιας σημασίας πρέπει να θεωρείται η ίδρυση, το 1941, του Συμβουλίου Γραμματέων των συντεχνιών, αλλά κυρίως η ίδρυση της Παγκύπριας Συντεχνιακής Επιτροπής, πιο γνωστής ως ΠΣΕ.

 

Εκ των στυλοβατών της ΠΣΕ και του ΑΚΕΛ

Στις αρχές της δεκαετίας του 1940, ο Παρτασίδης μετακόμισε από την Αμμόχωστο στη Λεμεσό. Η απόφαση για μετακόμιση φαίνεται να πάρθηκε από την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος και αποσκοπούσε στην ενίσχυση των συντεχνιακών οργανώσεων της επαρχίας με αξιόλογο στελεχικό δυναμικό.

Στη Λεμεσό, μαζί με μικρή ομάδα συντρόφων, ο νεαρός Παρτασίδης εργάστηκε εντατικά για τη δημιουργία ενός παγκύπριου φορέα ο οποίος θα στέγαζε όλες τις συντεχνιακές οργανώσεις του τόπου. Ήδη από τις αρχές του 1941 τα ηγετικά στελέχη των συντεχνιών από όλες τις πόλεις είχαν αρχίσει να ετοιμάζουν το έδαφος για την ιστορική Β' Παγκύπρια Συντεχνιακή Συνδιάσκεψη, η οποία έθεσε τις βάσεις για τη δυναμική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, όπως και για τις μεγάλες εργατικές κατακτήσεις που ακολούθησαν. Ο Φάντης διευκρινίζει ότι τη Συνδιάσκεψη δεν τη συγκάλεσε η επιτροπή που είχε εκλεγεί από την προηγούμενη Συνδιάσκεψη, επειδή, ένεκα διαφωνιών ανάμεσα στα μέλη της, αυτή διαλύθηκε. Την πρωτοβουλία ανέλαβε μια πενταμελής επιτροπή που προέκυψε μετά από εκλογές κατά τη διάρκεια της παγκύπριας σύσκεψης εκπροσώπων των συντεχνιών που πραγματοποιήθηκε στη Λεμεσό το καλοκαίρι του 1941. Ο Κώστας Παρτασίδης εκλέγηκε στην πενταμελή αυτή επιτροπή ως εκπρόσωπος των συντεχνιών της επαρχίας της Λεμεσού. Η περίοδος που μεσολάβησε μέχρι την πραγματοποίηση της Συνδιάσκεψης, τον Νιόβρη του 1941, ήταν για τον νεαρό Παρτασίδη περίοδος καθημερινής τριβής με τους αγώνες των εργαζομένων, αλλά και συστηματικής, έντονης αυτομόρφωσης. Μελετώντας το προσωπικό αρχειακό υλικό με τα σημειώματα και τις παρεμβάσεις του Παρτασίδη, ο ανεξάρτητος παρατηρητής μένει έκπληκτος για το επίπεδο των γνώσεων, της αναλυτικής σκέψης, της διεισδυτικότητας και της πολιτικής ωριμότητας που χαρακτήριζαν τον νεαρό συνδικαλιστή. Είναι να διερωτάται κανείς πώς ένα απλό, φτωχό χωριατόπουλο κατάφερε να αγγίξει την κορυφή της επιστημονικής γνώσης και μεθοδολογίας χωρίς να έχει σπουδές στα οικονομικά, στη νομική, στις πολιτικές επιστήμες ή σε οποιοδήποτε άλλο κλάδο…

Η Β' Παγκύπρια Συντεχνιακή Συνδιάσκεψη πραγματοποιήθηκε στη Λευκωσία, στις 16 του Νοέμβρη του 1941, στην παρουσία 194 αντιπροσώπων που εκλέγηκαν από τις περίπου 7,5 χιλιάδες μέλη, τα οποία ήταν οργανωμένα σε 66 συνολικά συντεχνίες. Στη Συνδιάσκεψη ο Κώστας Παρτασίδης ήταν εισηγητής για τη διαμόρφωση της θέσης της Συνδιάσκεψης επί τριών εργατικών νομοσχεδίων που είχε υποβάλει η κυβέρνηση στις 18 του Σεπτέμβρη του 1941.12 Πέρα από την κατατοπιστική περιγραφή, την ενδελεχή, σε βάθος ανάλυση των προνοιών των τριών νομοσχεδίων και την εστίαση στα αρνητικά για τους εργαζομένους σημεία, εκείνο που προκαλεί ειδικό ενδιαφέρον για τον αναγνώστη είναι η διαλεκτική προσέγγιση και η τοποθέτηση του θέματος και της συζήτησης που ακολούθησε μέσα στο ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής. Στην προσπάθειά του μάλιστα αυτή ο εισηγητής επικαλείται στοιχεία της βιομηχανικής ανάπτυξης της Κύπρου, τα οποία έχουν διαχρονική αξία και σημασία.13 Την εισήγηση ακολούθησε συζήτηση, με τους συνέδρους αφενός να εγκρίνουν τους χειρισμούς που είχαν γίνει από την πενταμελή επιτροπή επί των θεμάτων που αφορούσαν τα νομοσχέδια και αφετέρου να εξουσιοδοτούν την επιτροπή να συνεχίσει τις προσπάθειες ώστε οι εισηγήσεις και οι θέσεις της να τύχουν ευνοϊκής προσοχής. (Φάντης, 2005:172). Να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια μυστικής ψηφοφορίας που έγινε για την εκλογή του 17μελούς συμβουλίου της ΠΣΕ, ο Παρτασίδης εκλέγηκε πρώτος από τους πέντε υποψηφίους που είχαν υποβληθεί από την επαρχιακή συντεχνία της Λεμεσού, αφού πήρε 154 ψήφους.

Στις 30 Νοεμβρίου 1941, ο Παρτασίδης εκλέγηκε πρώτος Γραμματέας της επαρχιακής επιτροπής της ΠΣΕ Λεμεσού. Απ’ αυτό το μετερίζι τέθηκε επικεφαλής των αγώνων για βελτίωση των συνθηκών εργασίας στην επαρχία της Λεμεσού. Ξεχωρίζει η συμβολή του στους αγώνες των εργαζομένων στο μεταλλείο αμιάντου στο Τρόοδος τον Ιούνιο του 1942, στην απεργία των εργατριών στο εργοστάσιο κομβίων, τον Σεπτέμβρη του 1942, ενώ συνεχείς ήταν οι επαφές που είχε με τους αρμόδιους φορείς προκειμένου να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας για τους ανέργους της πόλης. Πρωτοστατεί επίσης στη διοργάνωση αντιφασιστικών εκδηλώσεων, εκδηλώσεων τιμής για την επανάσταση του 1821, ενώ ταυτόχρονα, σε επαφές που είχε με τον τοποτηρητή του αρχιεπισκοπικού θρόνου, αλλά και με φορείς της πολιτείας, ζήτησε επιτακτικά την καθολική αναγνώριση της ΠΣΕ και των αιτημάτων της. Επισημαίνεται ότι την περίοδο εκείνη ολόκληρη η Κύπρος συγκλονιζόταν από τις απεργίες και τις μαζικές κινητοποιήσεις των εργαζομένων.

Περί τα τέλη του 1942 εγκρίθηκε το καταστατικό της Επαρχιακής Συντεχνιακής Επιτροπής Λεμεσού. Με βάση το καταστατικό δημιουργήθηκε θέση Ειδικού Γραμματέα, στην οποία εκλέγηκε ο Κώστας Παρτασίδης. Ωστόσο, στη θέση αυτή παρέμεινε μόλις πέντε μήνες, αφού στα τέλη του Μάη, και παρά τη θέλησή του να παραμείνει στο πόστο του, με απόφαση του ΑΚΕΛ ανέλαβε καθήκοντα έμμισθου στο κόμμα, υπηρετώντας από τη θέση του βοηθού Γενικού Γραμματέα. Το συμπέρασμα ότι ο Παρτασίδης ήθελε να υπηρετήσει το κίνημα της Αριστεράς από τη θέση του Ειδικού Γραμματέα της ΕΣΕΛ/ΠΣΕ προκύπτει από το κριτικό σημείωμα της Κ.Ε. του ΑΚΕΛ με ημερομηνία 26–27 Φεβρουαρίου του 1949. Σ’ αυτό αναφέρεται ότι ο Παρτασίδης δεν ήθελε να ενταχθεί στον έμμισθο κομματικό μηχανισμό, γι’ αυτό κι αρχικά αρνήθηκε τον συγκεκριμένο διορισμό.

Βέβαια η στάση του αυτή δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι ο Παρτασίδης είχε οποιεσδήποτε ιδεολογικές ή άλλες διαφωνίες με την ηγεσία του ΑΚΕΛ. Εξάλλου κι ο ίδιος ήταν μέλος αυτής της ηγεσίας. Σημειώνεται ότι ο Παρτασίδης είχε εκπροσωπήσει μαζί με άλλους 12 συντρόφους του την επαρχιακή οργάνωση της Λεμεσού στο ιδρυτικό συνέδριο του ΑΚΕΛ, που έγινε στη Σκαρίνου στις 14 Απριλίου του 1941.

Ως ιδρυτικό μέλος, αλλά κυρίως ως έμμισθο στέλεχος της γραμματείας του ΑΚΕΛ, ο Παρτασίδης είχε στενή επαφή με την ηγεσία τόσο του εν λόγω κόμματος, όπως και με την ηγεσία του Κ.Κ.Κ., καθότι τα δύο κόμματα για κάποιο χρονικό διάστημα συνυπήρχαν. Η καθημερινή συμμετοχή του στους αγώνες του κινήματος και οι απεριόριστες ικανότητές του λειτούργησαν ως εφαλτήριο για τη γρήγορη ανέλιξή του στην ιεραρχία του κινήματος της Αριστεράς. Σημαντικό ρόλο στην κομματική του πορεία διαδραμάτισε επίσης η στενή, συντροφική σχέση που είχε με τον Πλουτή Σέρβα, ο οποίος στο πρόσωπο του Παρτασίδη είδε όλα τα στοιχεία που ζητούσε για τη δημιουργία της νέας γενιάς στελεχών του κινήματος: Ιδεολογική κατάρτιση, αφοσίωση στην υπόθεση της εργατικής τάξης, μόρφωση, ηγετικές ικανότητες, ρητορική δεινότητα, ευφυία, ανεξαρτησία σκέψης και εργατικότητα. Το νεαρό της ηλικίας του –ήταν μόλις 23 ετών– δεν θεωρήθηκε ανασταλτικός παράγοντας. Αντίθετα, σε μια εποχή που όλα τριγύρω άλλαζαν με γοργούς ρυθμούς, η Αριστερά, θέλοντας να δώσει προοπτική στο κίνημα και να εμπνεύσει τους εργαζομένους, επένδυσε σε νέους με όραμα, δυναμισμό και αποφασιστικότητα να παλέψουν για την ποιοτική αλλαγή της κοινωνίας. Κρίνοντας εκ των υστέρων πρέπει να τονιστεί ότι η στρατηγικού χαρακτήρα αυτή επιλογή της ηγεσίας του Κ.Κ.Κ. δικαιώθηκε πλήρως, αφού η δεκαετία του 1940 ήταν αναμφίβολα γεμάτη με επιτυχίες και κατακτήσεις, τα οφέλη των οποίων καρπώθηκαν όλες οι μετέπειτα γενιές των Κύπριων εργαζομένων. Καθοδηγητής των αγώνων αυτών ήταν κατά κύριο λόγο μια ομάδα νεαρών στελεχών της Αριστεράς, τα οποία με τον ενθουσιασμό και τον δυναμισμό που τα χαρακτήριζε μπήκαν μπροστά κερδίζοντας την εμπιστοσύνη της εργατικής τάξης.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι οι στενές σχέσεις που ο Παρτασίδης διατηρούσε με τον Πλουτή Σέρβα δεν τον εμπόδιζαν, όταν θεωρούσε ότι ο Γενικός Γραμματέας έσφαλλε, να διαχωρίζει τη θέση του. Αυτό έκανε και το 1943, όταν τόσο ο ίδιος όσο και άλλα σημαίνοντα στελέχη της επαρχιακής οργάνωσης της Λεμεσού έκριναν ότι οι κινήσεις του τότε ηγέτη του ΑΚΕΛ και του Κ.Κ.Κ. ήταν αντικαταστατικές και δεν εξυπηρετούσαν το συμφέρον του κόμματος. Αντίθετα, στις συζητήσεις που έγιναν στα καθοδηγητικά όργανα του ΑΚΕΛ με αντικείμενο τη Διασκεπτική, ο Παρτασίδης βρέθηκε στην ίδια γραμμή πλεύσης με τον Σέρβα. Η συμπεριφορά του αυτή μαρτυρεί ότι ποτέ δεν υπήρξε ετερόφωτος, ότι δεν ανήκε σε ομάδες ή φράξιες και ότι έπαιρνε τις αποφάσεις του στηριζόμενος στη δική του λογική, επιδιώκοντας να εξυπηρετήσει το συμφέρον του κόμματος, των δημοτών και του λαού γενικότερα, όπως ο ίδιος το αντιλαμβανόταν στην κάθε ξεχωριστή ιστορική στιγμή. Απόδειξη της ανεξαρτησίας και της ευθυκρισίας που χαρακτήριζαν διαχρονικά τον Παρτασίδη αποτελεί και η αντιπαράθεσή του με το Γραφείο Επαγρύπνησης του ΑΚΕΛ. Συγκεκριμένα, ο Παρτασίδης επέρριψε ευθύνες στο Γραφείο για τη μη λήψη επαρκών μέτρων ώστε να αποφευχθεί η σύλληψη των ηγετικών στελεχών του ΑΚΕΛ από τους Άγγλους αποικιοκράτες στις 14 του Δεκέμβρη του 1955. Σε συνεδρία της Κεντρικής Επιτροπής τον Μάη του 1957, ο Παρτασίδης κατέθεσε στοιχεία και μαρτυρίες που αποδείκνυαν ότι δεν αξιολογήθηκαν ορθά πληροφορίες που υπήρχαν αναφορικά με τις προθέσεις των Βρετανών. (Δίγκλης 2010:177).

 

Διαλεκτικός τρόπος σκέψης

Στο προσωπικό αρχείο του Κώστα Παρτασίδη υπάρχουν ορισμένα κείμενα του που ανάγονται στην «πρώιμη περίοδο»14 της κομματικής και συνδικαλιστικής του δράσης. Απ’ αυτά ξεχωριστό ενδιαφέρον προκαλεί ένα άρθρο με τίτλο «Να σε τι βλάφτει η διαιτησία», που δημοσιεύτηκε στην ειδική έκδοση των συντεχνιών Λεμεσού, στις 20 Μαρτίου του 1942. Το συγκεκριμένο αναλυτικό κείμενο αποτελεί τη συμβολή του Παρτασίδη στον διάλογο που αναπτύχθηκε δημοσίως, αλλά και εντός των συντεχνιών, γύρω από τον νόμο περί διαιτησίας του 1941 που προώθησε η κυβέρνηση και προκάλεσε έντονες συζητήσεις ανάμεσα στους εργαζομένους. Επισήμως οι συντεχνιακές οργανώσεις θεώρησαν τις πρόνοιες του νόμου επιζήμιες για τους απεργούντες εργαζομένους και τον απέρριψαν ως απαράδεκτο. Την ίδια στιγμή όμως μια μερίδα στελεχών του κινήματος, όπως διαφαίνεται από τον ελεύθερο διάλογο που αναπτύχθηκε, παρουσιάστηκε να επικροτεί την ιδέα της διαιτησίας και διαφώνησε με την ηγεσία των συντεχνιών. Στην έκδοση που προαναφέρθηκε περιλαμβάνονται τρία εκτενή άρθρα: Ένα από τον «Γ.Γ.» της οργάνωσης,15 που δημοσιεύτηκε και στην εφημερίδα «Ανεξάρτητος», ένα από κάποιον διαφωνούντα με το ψευδώνυμο «Ιώβ» και ένα από τον Κώστα Παρτασίδη. Μελετώντας το άρθρο του Παρτασίδη, ο αναγνώστης θα εντυπωσιαστεί πρώτα απ’ όλα από τη συγγραφική ικανότητα του αρθρογράφου, τη μαεστρία με την οποία χειρίζεται τον λόγο, την πειστικότητα των επιχειρημάτων που επιλέγει να προτάξει, τον δυναμισμό και τη διαλεκτικότητα της σκέψης του.

Παρά το νεαρό της ηλικίας του, ο Παρτασίδης φαίνεται να είναι ιδεολογικά καταρτισμένος. Προκειμένου να τεκμηριώσει τις απόψεις του, επιστρατεύει αποφθέγματα και θεωρητικές θέσεις από τη μαρξιστική λογοτεχνία, όμως η επίκληση αυτή δεν γίνεται ξεκάρφωτα, ούτε με πρόθεση να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη. Ταυτόχρονα τα επιχειρήματά του είναι λογικά, στηρίζονται σε πρακτικές αλήθειες και παραδείγματα από την καθημερινότητα, έτσι ώστε να είναι προσιτά και κατανοητά στον κάθε εργαζόμενο. Με άλλα λόγια, στο κείμενό του συνυπάρχουν αρμονικά θεωρητικά και πρακτικά στοιχεία, τοποθετημένα με τρόπο που να προκαλούν τον αναγνώστη να τα διαβάσει. Ο λόγος του νεαρού αρθρογράφου είναι δομημένος σωστά: Έχει ευφάνταστη, ελκυστική και περιεκτική εισαγωγή, αναλύει τις απόψεις του με τρόπο τεκμηριωμένο και αξονικό χρησιμοποιώντας εύστοχα επιχειρήματα και ως φυσιολογική εξέλιξη καταλήγει σε αβίαστα, λογικά συμπεράσματα.16 Σε μια εποχή που ακόμη αρκετοί άνθρωποι της διανόησης επέμεναν να χρησιμοποιούν ως μέσο έκφρασης την καθαρεύουσα, ο Παρτασίδης υιοθέτησε πλήρως τη δημοτική γλώσσα. Ο λόγος του είναι απλός, προσιτός και ελκυστικός. Γνωρίζει ότι απευθύνεται σε εργάτες και ως εκ τούτου διαμορφώνει το μήνυμά του κατά τρόπο που να αγγίζει και να γίνεται κατανοητό από τον δέκτη. Το κείμενό του, παρά τα θεωρητικά στοιχεία που περιέχει, δεν χαρακτηρίζεται από ελιτισμό και υπεροψία. Χρησιμοποιεί τη σωκρατική μαιευτική, διαλεκτική μέθοδο ανάπτυξης των σκέψεών του, προσδίδοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στα κείμενά του στοιχεία έντονης διαδραστικότητας. Κοντολογίς τα άρθρα και οι αναλύσεις του διαβάζονται με ευκολία από την αρχή μέχρι το τέλος, είναι ευχάριστα στο μάτι και στ’ αυτί, προτρέποντας τον δέκτη να προβληματιστεί σοβαρά για το περιεχόμενο του μηνύματος.

Ο τρόπος γραφής του Παρτασίδη μαρτυρεί τις τεράστιες αρετές και δυνατότητές του. Δεν θα αποτελούσε υπερβολή να ισχυριστεί κάποιος πως αν ο Παρτασίδης αποκτούσε πανεπιστημιακή μόρφωση, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια προσωπικότητα με εμβέλεια και ακτινοβολία που θα ξεπερνούσαν τα στενά όρια της Κύπρου.

Όπως και οι πλείστοι νέοι διαχρονικά, έτσι και ο Παρτασίδης χαρακτηρίζεται από αυτοπεποίθηση, δυναμισμό και σιγουριά για την ορθότητα των απόψεών του. Ενίοτε οι προσεγγίσεις του αγγίζουν τα όρια του απόλυτου, όμως ο μελετητής οφείλει να τοποθετήσει τις απόψεις αυτές μέσα στο συγκεκριμένο ιδεολογικοπολιτικό περιβάλλον της εποχής. Αρχές της δεκαετίας του 1940 το κομμουνιστικό κίνημα ήταν ιδεολογικά συμπαγές, χαρακτηριζόταν από ακλόνητη μονολιθικότητα, η οποία κατά τα πρότυπα του ΚΚΣΕ (Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης) δεν επέτρεπε αποκλίσεις από την αποφασισμένη γραμμή, διαφορετικές πλατφόρμες και ιδεολογήματα. Ωστόσο, παρά τη βεβαιότητα στην ορθότητα των θέσεων της οργάνωσης, ο Παρτασίδης δεν επιδίωξε να διαλύσει και να εξοστρακίσει τον διαφωνούντα σύντροφο –στην προκειμένη περίπτωση τον σύντροφο «Ιώβ»– αλλά μέσα από την πειστική επιχειρηματολογία να τον προβληματίσει, να τον πείσει και να τον επαναφέρει σε τάξη.

 

Στη μάχη για τσάκισμα του φασισμού

Η έναρξη του Β' Παγκοσμίου πολέμου δημιούργησε νέα δεδομένα στον κόσμο και στην Κύπρο. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1939, μόλις πέντε μέρες μετά που η Βρετανία κήρυξε τον πόλεμο ενάντια στη Γερμανία, ο κυβερνήτης της Κύπρου ζήτησε τη στράτευση 500 Κυπρίων στον βρετανικό στρατό.17 Οι Κύπριοι ανταποκρίθηκαν στα κελεύσματα των αποικιοκρατών όχι μόνο επειδή η κατάταξη στον στρατό εξασφάλιζε ένα σταθερό εισόδημα για τους ιδίους και τις οικογένειές τους, αλλά, σύμφωνα με τον Νόαμ Ράισμαν, και επειδή με αυτόν τον τρόπο έλπιζαν και ήθελαν να εξαναγκάσουν την αποικιοκρατική κυβέρνηση ν’ αναγνωρίσει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που ζητούσαν.18 Τις ελπίδες αυτές ενίσχυσε η υπογραφή από τον Βρετανό πρωθυπουργό Oυίνστον Τσιώρτσιλ της Χάρτας του Ατλαντικού,19 η οποία, μεταξύ άλλων, αναφερόταν και στο δικαίωμα των λαών να επιλέξουν μετά τον πόλεμο τη μορφή της διακυβέρνησης υπό την οποία θα ζούσαν (Κατσιαούνης, 2000:67).

Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι στα πρώτα στάδια του πολέμου, ανάμεσα στους Κυπρίους επικράτησε σύγχυση σε σχέση με τον χαρακτήρα και το διακύβευμα του νέου αιματοκυλίσματος. Ζώντας σε συνθήκες στυγνής δικτατορίας, αρκετοί Κύπριοι είδαν με συμπάθεια και παρασύρθηκαν από τα εύηχα συνθήματα που το Γ' Ράιχ εξέπεμπε προς τους λαούς που στέναζαν κάτω από τον αποικιοκρατικό ζυγό. Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτού του κλίματος έπαιξαν, όπως μαρτυρεί και ο Πλουτής Σέρβας, οι ελληνόφωνες εκπομπές του ραδιοσταθμού του Βερολίνου, το οποίο υποσχόταν στους Κυπρίους ότι με την επικράτησή του ο Χίτλερ θα ικανοποιούσε το αίτημά τους για ένωση με την Ελλάδα.20 Η εικόνα άλλαξε άρδην μετά την εισβολή των Ιταλών στην Ελλάδα, στις 28 Οκτώβρη του 1940, και πολύ περισσότερο μετά την υποδούλωση της χώρας στη χιτλερική Γερμανία, τον Απρίλη του 1941.

Η σύγχυση στα αρχικά στάδια του πολέμου ήταν ιδιαίτερα έντονη μέσα στους κόλπους της Αριστεράς. Αφενός επειδή είχε προηγηθεί η υπογραφή του συμφώνου μη επιθέσεως21 μεταξύ Γερμανίας και ΕΣΣΔ, γνωστής ως συμφωνίας Ρίμπεντροπ – Μόλοτωφ, και αφετέρου επειδή με προκήρυξή της τον Οκτώβρη του 1939 η Γ' Κομμουνιστική Διεθνής χαρακτήριζε τον πόλεμο ιμπεριαλιστικό κι άδικο, θεωρώντας ότι αυτός ήταν συνέχεια της διαπάλης που διεξαγόταν ανάμεσα στις καπιταλιστικές χώρες (Foster:549). Ωστόσο, και παρά το γεγονός ότι οι αποφάσεις της Κομιντέρν ήταν δεσμευτικές για όλα τα κομμουνιστικά κόμματα, αρκετά στελέχη του κόμματος φαίνεται να προσέγγιζαν το θέμα από διαφορετική οπτική γωνιά. Απόδειξη της εκτίμησης αυτής ήταν η αρθογραφία του «Ανεξάρτητου», εφημερίδας που εξέφραζε την Αριστερά, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις ταυτίστηκε με τις θέσεις των συμμαχικών δυνάμεων.22

Τα δύο γεγονότα που βοήθησαν τα κόμματα της Αριστεράς (Κ.Κ.Κ. και ΑΚΕΛ) να ξεκαθαρίσουν τη θέση τους ήταν πρώτα η ηρωική αντίσταση και το περήφανο «ΟΧΙ» με το οποίο ο ελληνικός λαός απάντησε στο τελεσίγραφο του Μουσολίνι και ακολούθως τελεσίδικα η επίθεση του Χίτλερ κατά της ΕΣΣΔ τον Ιούνιο του 1941. Την επιφυλακτική στάση διαδέχτηκε ο ενθουσιασμός και η πλήρης στήριξη της Αριστεράς στον αγώνα των λαών για απαλλαγή από τη λαίλαπα του φασισμού. Έτσι, ενώ στ’ αρχικά στάδια οι συντεχνίες που ελέγχονταν από το Κ.Κ.Κ. αρνήθηκαν να συνεισφέρουν στους εράνους για ενίσχυση του ελληνικού λαού, κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1941 και μετά, η ίδια η Αριστερά και οι οργανώσεις της διοργάνωναν εράνους και άλλες εκδηλώσεις, προκειμένου να ενισχύσουν τους αγωνιστές της ελευθερίας.

Κορυφαία στιγμή στις αντιφασιστικές προσπάθειες της κυπριακής Αριστεράς αποτέλεσε η ομόφωνη απόφαση της Κ.Ε. του ΑΚΕΛ στις 16 Ιουνίου του 1943, με την οποία το κόμμα απηύθυνε έκκληση προς τα μέλη του «για εθελοντική κατάταξη στις ένοπλες δυνάμεις προς ενίσχυση του αγώνα για απελευθέρωση της Ελλάδας από τη χιτλερική τυραννία, για απελευθέρωση των υπόδουλων χωρών και εξασφάλιση του εθνικού, πολιτικού και κοινωνικού μέλλοντος της νήσου».23

Η ιδέα της απόφασης φαίνεται ν’ ανήκε στον τότε Γενικό Γραμματέα Πλουτή Σέρβα, ο οποίος μάλλον επηρεάστηκε από το παράδειγμα του Βρετανού γενικού εισαγγελέα της Κύπρου. Ο τελευταίος είχε παραιτηθεί από τα καθήκοντά του, προκειμένου να υπηρετήσει εθελοντικά στον βρετανικό στρατό. Λίγες μέρες πριν από την αναχώρησή του είχε φιλοφρονητική συνάντηση με τον Σέρβα, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από την απόφασή του.24 Βέβαια εδώ πρέπει να τονιστεί ότι ο πρώτος που εισηγήθηκε στο πολιτικό γραφείο του ΑΚΕΛ τη λήψη μιας τέτοιας απόφασης ήταν ο γιατρός Βάσος Βασιλείου, τον Οκτώβρη του 1942, ωστόσο ο Σέρβας απέρριψε την εισήγηση επειδή, όπως αναφέρει ο Φάντης, την περίοδο εκείνη οι Βρετανοί είχαν συλλάβει τρεις συνδικαλιστές και αρνούνταν να τους αποφυλακίσουν.25

Ως αποτέλεσμα της έκκλησης της 16ης του Ιούνη, 731 μέλη και οπαδοί του ΑΚΕΛ γράφτηκαν εθελοντές και παρουσιάστηκαν την Κυριακή 27 Ιουνίου του 1943 σε παγκύπρια συνδιάσκεψη του κόμματος στο θέατρο «Ριάλτο» της Λεμεσού. 

Στην πρώτη θέση του καταλόγου των εθελοντών μελών της Κ.Ε. αναγράφεται το όνομα του Κώστα Παρτασίδη.26 Μαζί με τους υπόλοιπους συντρόφους του θα βρεθεί, έντεκα μέρες μετά, στην εορταστική εκδήλωση κατάταξης στο θέατρο «Ριάλτο». Στο μεσοδιάστημα επισκέφθηκε και αποχαιρέτησε τη μητέρα και τις αδελφές του στον Λάρνακα της Λαπήθου. Πρόθεση να καταταγεί εξέφρασε και ο νεότερος γιος της οικογένειας, Φυλακτής, ωστόσο η μητέρα του, Πρεζού Σάββα Τσιαούσιη, εξέφρασε τη διαφωνία της τονίζοντας ότι η οικογένεια, από τη στιγμή που έχασε τον πατέρα προστάτη, δεν μπορούσε να στείλει δύο γιους στον πόλεμο.

Τη Δευτέρα 28 Ιουνίου 1943, οι φάλαγγες των εθελοντών του ΑΚΕΛ, οι οποίοι την προηγουμένη είχαν διανυκτερεύσει στο Παρθεναγωγείο της Λεμεσού, ξεκίνησαν εν πομπή για το στρατόπεδο των Πολεμιδιών. Εκεί γινόταν η εγγραφή και ακολούθως ένας - ένας οι εθελοντές περνούσαν από ιατρική εξέταση. (Φάντης, 2005:94). Επικεφαλής της πομπής και πρώτος που κατατάγηκε ήταν ο Κώστας Παρτασίδης.

Μετά τη βασική εκπαίδευση, ο Παρτασίδης, ο Αντρέας Φάντης, όπως και αρκετοί άλλοι εθελοντές, μεταφέρθηκαν στην Αίγυπτο. Η σωματική του διάπλαση και η ανώτερη μόρφωση κίνησαν το ενδιαφέρον των Βρετανών αξιωματικών, οι οποίοι τον κατέταξαν στην ομάδα επίλεκτων στρατιωτών. Μαζί με μερικούς άλλους Κύπριους εθελοντές, όπως ήταν ο Κούλης Ιλαρίωνος και ο Παναγιώτης Ζαχαριάδης, ο Παρτασίδης κατετάγη και ακολούθησε τα γυμνάσια στην ειδική μονάδα εκπαίδευσης αξιωματικών του αγγλικού στρατού (Senior Training UnitsSTCs). Η εκπαίδευση στις μονάδες αυτές ήταν ιδιαίτερα έντονη και σκληρή. Ο Παρτασίδης κατάφερε με επιτυχία να ολοκληρώσει την εκπαίδευση, ωστόσο οι πολιτικές του πεποιθήσεις στάθηκαν εμπόδιο στο να του αποδοθεί βαθμός αξιωματικού της Δύναμης.27 Του απονεμήθηκε ο βαθμός του λοχία, τον οποίο διατήρησε μέχρι το τέλος της θητείας του στο Κυπριακό Σύνταγμα στον βρετανικό στρατό κατά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο.

Για τη θητεία του Παρτασίδη ως εθελοντή του Κυπριακού Συντάγματος δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες. Είναι μια περίοδος για την οποία ο ίδιος δεν μιλούσε συχνά, ούτε και στο οικογενειακό του περιβάλλον. Από τις φωτογραφίες που διασώθηκαν φαίνεται ότι υπηρέτησε κυρίως στην Αίγυπτο και την Παλαιστίνη. Δεν είναι σίγουρο αν έλαβε μέρος, όπως αρκετοί άλλοι Κύπριοι εθελοντές, στις μάχες της νότιας Ιταλίας. Άγνωστη παραμένει επίσης η ημερομηνία αποστράτευσής του και αν ανήκε ή όχι στην ομάδα των μελών του ΑΚΕΛ των οποίων η αποστράτευση καθυστέρησε αδικαιολόγητα.

Επιστρέφοντας στην Κύπρο, ο Παρτασίδης επικέντρωσε την προσοχή του στην τοπική αυτοδιοίκηση, η συμβολή του στην οποία αναπτύσσεται σε έκταση σε άλλα κεφάλαια του παρόντος λευκώματος. Την ίδια περίοδο, ως ηγετικό στέλεχος του ΑΚΕΛ εξακολουθούσε να έχει εμπλοκή στα κομματικά δρώμενα. Ωστόσο οι στενές σχέσεις που διατηρούσε με τον Πλουτή Σέρβα και η στάση που όπως θα δούμε τήρησε στις συζητήσεις κυρίως για τη Διασκεπτική, μάλλον δεν άρεσαν σε μερίδα της ηγεσίας του κόμματος, δημιουργώντας έτσι εμπόδια στην περαιτέρω ανέλιξή του. Πάντως, και παρά το γεγονός ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν έκρυψε τη διαφωνία του με τις αποφάσεις της πλειοψηφίας της Κ.Ε. –είναι γνωστή η διαφωνία του με την απόφαση για αποχώρηση από τη Διασκεπτική, όπως και για τη διαγραφή ηγετικών στελεχών του κόμματος το 1952– ο Παρτασίδης εξακολούθησε να εκλέγεται στην Κ.Ε., όπως και για αρκετά χρόνια στο Π.Γ. του ΑΚΕΛ. Από την άλλη, η ενεργός εμπλοκή του στην τοπική αυτοδιοίκηση, και ειδικά η εκλογή στη θέση του δημάρχου κατά τις εκλογές του 1949, απορροφούσαν μεγάλο μέρος του χρόνου του, γεγονός που υποχρέωσε τον Παρτασίδη να περιορίσει τη δράση του κυρίως στην ΠΣΕ, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι έπαψε να ενδιαφέρεται για τα συνδικαλιστικά θέματα.

 

Υποστηρικτής της συμμετοχής στη Διασκεπτική

Τον Ιούλιο του 1946, υπό το φως των κοσμογονικών αλλαγών που συντελούνταν διεθνώς και της πίεσης που ασκείτο από τους Κυπρίους για υλοποίηση των υποσχέσεων που το Λονδίνο είχε δώσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, η βρετανική κυβέρνηση αποφάσισε να καταθέσει προτάσεις συνταγματικής διακυβέρνησης του νησιού και να συγκαλέσει διασκεπτική συνέλευση, προκειμένου να συζητηθούν θέματα που αφορούσαν τη συνταγματική εξέλιξη της Κύπρου.28

Η κυπριακή Δεξιά και η Εκκλησία, καθοδηγούμενες από το σύνθημα « Ένωσις και μόνον  Ένωσις», απέρριψαν ασυζητητί την πρόταση των Βρετανών. Από την πλευρά της η ηγεσία του ΑΚΕΛ παρέπεμψε το θέμα για τη λήψη απόφασης στο 5ο συνέδριο του κόμματος, που πραγματοποιήθηκε στις 13 του Σεπτέμβρη του 1947 υπό το σύνθημα: «Ζήτω η Ένωση για το ψωμί του λαού και την ανάπτυξη του τόπου μας». Παρά τις ταλαντεύσεις και τις αντιφατικές προσεγγίσεις, το συνέδριο αποφάσισε να πάρει μέρος στη Διασκεπτική, με στόχο την εκπόνηση ενός δημοκρατικού, φιλελεύθερου συντάγματος, το οποίο θα λειτουργούσε ως εφαλτήριο για την  Ένωση. Ο Κώστας Παρτασίδης, που στο συνέδριο αυτό επανήλθε στην Κ.Ε., ήταν ανάμεσα στα στελέχη που τάχθηκαν υπέρ της συμμετοχής στη Διασκεπτική.

Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν από τη λήψη της απόφασης, και λαμβάνοντας υπόψη την αρνητική στάση της Δεξιάς, η ηγεσία του ΑΚΕΛ προέβη σε μια τακτική κίνηση προτείνοντας στη Δεξιά πλήρη αποχή από τη συζήτηση των προτάσεων, νοουμένου ότι αυτή θα συνδυαζόταν με τις παραιτήσεις των διορισμένων παραγόντων της Δεξιάς από τα διάφορα κυβερνητικά Συμβούλια. (Περιστιάνης, 2004:228). Οι ηγέτες της Δεξιάς απέρριψαν την πρόταση του ΑΚΕΛ και αυτό διευκόλυνε τη λήψη απόφασης από το κόμμα της Αριστεράς.

Έτσι, το ΑΚΕΛ αποφάσισε να πάρει μέρος στη Διασκεπτική με συγκεκριμένες προτάσεις, υιοθετώντας τη θέση: «Αυτοκυβέρνηση –  Ένωση». Η «Αυτοκυβέρνηση» και οι συνταγματικές μεταρρυθμίσεις θεωρήθηκαν σταθμός για την ευόδωση του στρατηγικού στόχου της  Ένωσης με την Ελλάδα. Τονίζεται ότι η στροφή από την πολιτική της «Ανεξαρτησίας», που υποστήριζε το Κ.Κ.Κ., σ’ αυτήν της « Ένωσης» είχε συντελεστεί πολύ πριν από το 5ο συνέδριο. Συγκεκριμένα, η αλλαγή ξεκίνησε με υπόμνημα που η Κ.Ε. απέστειλε τον Μάη του 1942 στον Άγγλο κυβερνήτη29 και πήρε τη μορφή συνεδριακής απόφασης στο 2ο συνέδριο του ΑΚΕΛ, τον Γενάρη του 1943.

Με γνώμονα την απόφαση του 5ου συνεδρίου, το ΑΚΕΛ πρωτοστάτησε στη δημιουργία μιας ευρύτερης πλατφόρμας, που θα προωθούσε την πολιτική της «Αυτοκυβέρνησης – Ένωσης». Έτσι, την 1η Νοεμβρίου 1947 πραγματοποιήθηκε στο δημοτικό μέγαρο Λευκωσίας πλατιά σύσκεψη με τη συμμετοχή παραγόντων τόσο από την Αριστερά, όσο και την προοδευτική Δεξιά. Ο Κώστας Παρτασίδης συμμετείχε στη συνάντηση αυτή με την ιδιότητα του δημοτικού συμβούλου Λεμεσού. Παρών ήταν και στην ιδρυτική σύσκεψη για τη δημιουργία του Εθνικού Απελευθερωτικού Συνασπισμού (ΕΑΣ), που έγινε μέσα σε πανηγυρικό κλίμα στις 7 του Δεκέμβρη 1947 (Δοκίμιο:208).

Για λόγους που δεν αποτελούν αντικείμενο του παρόντος κειμένου, η Διασκεπτική δεν είχε τα αποτελέσματα που προσδοκούσε ο ΕΑΣ, προφανώς επειδή οι Βρετανοί απέρριψαν τις προτάσεις του ΑΚΕΛ για δημοκρατικό σύνταγμα, φοβούμενοι ότι υιοθέτησή τους θα είχε ως αποτέλεσμα την επικράτηση του κόμματος στις πολιτειακές εκλογές. Το κόμμα με διακήρυξή του προς τον λαό επέκρινε τους Βρετανούς για τη στάση τους, απορρίπτοντας ταυτόχρονα ως εντελώς απαράδεκτες τις συνταγματικές προτάσεις που υπέβαλε το Λονδίνο.

Υπό το φως αυτής της εξέλιξης, ενώπιον της Κ.Ε. του κόμματος ετέθη τον Μάη του 1948 το ζήτημα της αποχώρησης ή μη του ΑΚΕΛ από τις εργασίες της Διασκεπτικής. Στην κρίσιμη εκείνη συνεδρία κατατέθηκαν δύο έγγραφα με αντίθετες προτάσεις: Του Γενικού Γραμματέα του κόμματος, Φιφή Ιωάννου, ο οποίος πρότεινε την αποχώρηση από τη Διασκεπτική, και του Πλουτή Σέρβα, που τάχθηκε υπέρ της παραμονής στη Διασκεπτική. (Δίγκλης, 2010:111). Μετά από έντονο προβληματισμό και αντιπαραβολή επιχειρημάτων, η Κ.Ε. σε δύο συνεχείς συνεδρίες της αποφάσισε με ψήφους 12 έναντι 6 να υιοθετήσει την πρόταση για αποχώρηση από τη Διασκεπτική. Ο Κώστας Παρτασίδης μαζί με τους Αδάμ Αδάμαντος, Μιλτιάδη Χριστοδούλου, Βάσο Βασιλείου και Χριστοφή Οικονομίδη (Νούση) στήριξε την πρόταση Σέρβα για παραμονή στη Διασκεπτική (Καμηλάρης, 2016:370). Οι μειοψηφήσαντες υποστήριξαν ότι το ΑΚΕΛ ενέδωσε στις εθνικιστικές πιέσεις της Δεξιάς. Η απόφαση δημοσιοποιήθηκε στις 18 Μαΐου 1948. Ως αποτέλεσμα και της αποχώρησης της αντιπροσωπείας του ΕΑΣ από τις συζητήσεις, ο Βρετανός κυβερνήτης ανακοίνωσε στις 12 Αυγούστου του 1948 τη διάλυση της Διασκεπτικής.

 

Ισοπεδωτική κριτική

Τον Οκτώβρη του 1948, στ’ αυτιά της ηγεσίας του κόμματος έφθασε η πληροφορία ότι η «Κυβέρνηση του Βουνού» και προσωπικά ο Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ) Νίκος Ζαχαριάδης διαφωνούσε με την πολιτική της «Αυτοκυβέρνησης – Ένωσης» που είχε υιοθετήσει το ΑΚΕΛ. Χωρίς καθυστέρηση ορίστηκε διμελής αντιπροσωπεία, αποτελούμενη από τους Φιφή Ιωάννου, τότε Γενικό Γραμματέα του ΑΚΕΛ, και Αντρέα Ζιαρτίδη, η οποία με αρκετή ταλαιπωρία μετέβη στο Βουνό, όπου συναντήθηκε με την ηγεσία του ΚΚΕ. Όντως, όπως μαρτυρεί ο ίδιος ο Φιφής Ιωάννου, ο Ζαχαριάδης διατύπωσε την έντονη διαφωνία του με την πολιτική της αυτοκυβέρνησης, την οποία χαρακτήρισε «μορφή λιμπεραλισμού» (Περιστιάνης, 2004:264). Εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι σε λιγότερο από δύο μήνες οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού θα έμπαιναν πανηγυρικά στην Αθήνα, ο Ζαχαριάδης ζήτησε από τους Κύπριους συντρόφους του να υιοθετήσουν την πολιτική της ατόφιας  Ένωσης.

Με την επιστροφή της αντιπροσωπείας στην Κύπρο, η Κ.Ε. του ΑΚΕΛ σε τρεις διαδοχικές συνεδρίες της συζήτησε την πρόταση του ΚΚΕ για αλλαγή της πολιτικής γραμμής του κόμματος. Τέθηκε επίσης θέμα κριτικής και αυτοκριτικής των μελών του καθοδηγητικού σώματος. Τον Μάρτη του 1949, η Κ.Ε. του ΑΚΕΛ αποφάσισε ότι η συμμετοχή του κόμματος στη Διασκεπτική ήταν λανθασμένη, όπως λανθασμένη ήταν και η στροφή στην υιοθέτηση της θέσης για συνταγματικές αλλαγές. (Δίγκλης, 2010:116). Η Κ.Ε. αποφάσισε επίσης ότι όλα τα μέλη του σώματος θα έπρεπε να υποβάλουν βιογραφικά και αυτοκριτικά σημειώματα. Από την έκθεση της Κ.Ε. που παρουσιάστηκε στο σώμα διαφάνηκε ότι «η πλειοψηφία της Κ.Ε. αποτελείτο από στοιχεία με μικροαστικές επιδράσεις και τάσεις και ότι η σύνθεση της Κ.Ε. στάθηκε ο κυριότερος λόγος για να πέσει το κόμμα στα τόσο βασικά λάθη στην πολιτική γραμμή και τακτική του» (Δοκίμιο:84).30  

Παρά την προσπάθεια, δεν κατέστη εφικτό να εντοπίσουμε το αυτοκριτικό σημείωμα του Κώστα Παρτασίδη. Ωστόσο, αν κρίνουμε από την έκθεση της Ολομέλειας της Κ.Ε. που πραγματοποιήθηκε το διήμερο 26–27 Φεβρουαρίου 1949, η οποία εξέτασε τα σημειώματα των μελών της Κ.Ε. και κατέθεσε σχετική εισήγηση, ο Παρτασίδης δεν ακολούθησε την τακτική του αυτομαστιγώματος. Αντίθετα, επέμεινε μέχρι τέλους στην ορθότητα των θέσεων που υποστήριξε κατά τη Διασκεπτική. Συγκεκριμένα, στην έκθεση σημειώνεται ότι «ο Παρτασίδης προσπαθεί να δικαιολογήσει όλα τα λάθη του και επαναφέρει ζητήματα για τα οποία υπάρχει ήδη κομματική απόφαση. Σχετικά με την παρέκκλισή του στη συζήτηση των συνταγματικών προτάσεων, ενώ τον παρέσυρε το μικροαστικό περιβάλλον της Λεμεσού, δεν μπόρεσε να βρει το δρόμο του από την πολύωρη συζήτηση και τη γνώμη της πλειοψηφίας της Κ.Ε.».

Στην έκθεση της Ολομέλειας υπάρχουν κι άλλα σημεία που αφορούν κυρίως την ανέλιξη και την κομματική συμπεριφορά του Κώστα Παρτασίδη. Οι συντάκτες της έκθεσης θεώρησαν ότι η ανέλιξη του Παρτασίδη στα κομματικά αξιώματα «δεν υπήρξε καθόλου φυσιολογική, αν και αναγκαία μέσα στις συνθήκες που επικρατούσαν τότε». Επισημαίνει ότι τρία μόλις χρόνια από την ένταξή του στο Κ.Κ.Κ. το 1938 «προσλαμβάνεται στο πόστο του Ειδικού Γραμματέα της Κ.Ε.» και ένα χρόνο αργότερα (1942) «προσλαμβάνεται σαν τακτικό μέλος της Κ.Ε.». Υπαίτιο γι’ αυτή τη «μη φυσιολογική», όπως χαρακτηρίζεται, ανέλιξη του Παρτασίδη στην ιεραρχία του κόμματος, οι συγγραφείς της έκθεσης θεωρούν τον Πλουτή Σέρβα. Προχωρώντας μάλιστα ένα βήμα παραπέρα, στην έκθεση προβάλλεται ισχυρισμός ότι «η μη φυσιολογική άνοδός του μαζί με την επαφή του με τον Πλουτή Σέρβα –που ήταν στενή, δεδομένων των πόστων που κατείχαν και της φύσης της δουλειάς τους– έχουν θρέψει πολλές από τις μικροαστικές του αδυναμίες».

Οι «μικροαστικές αδυναμίες» του Παρτασίδη, που δεν καθορίζονται στην έκθεση, ήταν, κατά τους συγγραφείς της έκθεσης, «ανάγλυφες» στο αυτοκριτικό του σημείωμα. Και ενώ οι «δικαστές της Κ.Ε.» θεωρούν ούτε λίγο ούτε πολύ τον Παρτασίδη άνθρωπο του Σέρβα, την ίδια στιγμή του ασκούν κριτική επειδή στο αυτοκριτικό σημείωμά του δεν «αναφέρει ούτε λέξη για την ανάμιξή του στους φραξιονισμούς του 1943» που στόχευαν τον τότε Γενικό Γραμματέα του ΑΚΕΛ Πλουτή Σέρβα…  Ένδειξη του «μικροαστισμού» του Παρτασίδη ήταν, πάντα σύμφωνα με την έκθεση, το γεγονός ότι δεν ήθελε να υπηρετήσει στον έμμισθο μηχανισμό του κόμματος και ότι έδωσε τη συγκατάθεσή του όταν του υπέδειξαν ότι «θα είχε συνέπειες σε βάρος του». Οι συντάκτες της έκθεσης επέκριναν επίσης τον Παρτασίδη επειδή στο αυτοκριτικό του σημείωμα «δεν τόλμησε να πει πού πρέπει να χρησιμοποιηθεί από το κόμμα» και ότι «δεν έχει ξεκαθαρίσει μέσα του σε ποιον τομέα του κόμματος θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί». Σημειώνεται ότι την περίοδο εκείνη ο Παρτασίδης ήταν μόλις 30 ετών, με μόνο δεκαετή συμμετοχή στο κόμμα. Στην έκθεση χαρακτηριζόταν επίσης «ασυγχώρητη» η «θεωρητική ανεπάρκεια» του Παρτασίδη επειδή, όπως τονίζεται, «έχει όλες τις προϋποθέσεις ν’ αναπτυχθεί χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της αυτομόρφωσης». Επισημαίνεται τέλος ότι οι συγγραφείς της έκθεσης αφιέρωσαν 20 λέξεις για να αναφερθούν και στα θετικά στοιχεία του Παρτασίδη. Συγκεκριμένα, παραδέχτηκαν ότι «έπαιξε πρωτοποριακό ρόλο στο συνδικαλιστικό κίνημα την περίοδο 1939–1943» και ότι «κατατάχθηκε στον στρατό με το σύνθημα της 16ης όπου δούλεψε ικανοποιητικά».

Ενδιαφέρον πάντως προκαλεί το γεγονός ότι η έκθεση της Κ.Ε. καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο «φίλος Κώστας Παρτασίδης», παρόλα τα μειονεκτήματα και τη μικροαστική του συμπεριφορά, «έχει αρκετές ικανότητες» και ότι «μπορεί να διορθωθεί και χρησιμοποιηθεί από το κόμμα». Επισημαίνεται ότι μόλις δύο μήνες μετά την υιοθέτηση της μειωτικής αυτής έκθεσης, τον Μάιο του 1949, η Κ.Ε. του ΑΚΕΛ αποφάσισε να εισηγηθεί την υποψηφιότητα Παρτασίδη για τη δημαρχία της Λεμεσού, θέση από την οποία έδειξε τις μεγάλες αρετές και ικανότητές του. Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι στην προαναφερθείσα έκθεση της Κ.Ε. κατ’ ανάλογο τρόπο διατυπώθηκε κριτική και κατά άλλων στελεχών.

 

Διπλωματικός μαραθώνιος στο Παρίσι

Μετά την εκλογή του στη δημαρχία της Λεμεσού, τον Μάιο του 1949, όπως ήταν φυσιολογικό, η προσοχή του Κώστα Παρτασίδη στράφηκε προς θέματα που είχαν άμεση σχέση με την τοπική αυτοδιοίκηση. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι η πολιτική του δράση περιορίστηκε. Αντίθετα. Εξάλλου, μέσα στις συνθήκες της αποικιοκρατίας, όπως προκύπτει και από το λεύκωμα που έχετε στα χέρια σας, η θέση του δημάρχου ήταν πρωτίστως θέση πολιτική. Ως αιρετός άρχοντας, εκλεγμένος απευθείας από τον λαό της Λεμεσού, ο Παρτασίδης λειτούργησε ως ο φυσιολογικός πολιτικός ηγέτης της πόλης. Οι πολιτικές του πρωτοβουλίες και δραστηριότητα ήταν εξάλλου ο κύριος λόγος που το αποικιακό καθεστώς τον είχε μονίμως στο στόχαστρο, κρατώντας τον φυλακισμένο στα κρατητήρια της Πύλας για περισσότερους από δεκατρείς μήνες.

Ιδιαίτερης σημασίας είναι το γεγονός ότι, αν και παρέμεινε υψηλόβαθμο στέλεχος του ΑΚΕΛ, ο Παρτασίδης λειτούργησε ως δήμαρχος όλων των Λεμεσιανών, παίρνοντας πρωτοβουλίες και αναπτύσσοντας δράση με υπερκομματικό, εθνικό χαρακτήρα. Το φθινόπωρο του 1951, συγκεκριμένα κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο, οι Κώστας Παρτασίδης και Αντρέας Ζιαρτίδης31, με απόφαση της ηγεσίας της Αριστεράς, μετέβησαν στο Παρίσι ως αντιπρόσωποι του Εθνικού Απελευθερωτικού Συνασπισμού (ΕΑΣ), προκειμένου να επιδιώξουν εγγραφή και συζήτηση του Κυπριακού στην 6η σύνοδο του ΟΗΕ, η οποία πραγματοποιείτο εκείνη την περίοδο στη γαλλική πρωτεύουσα. Πέραν του κύριου στόχου, η αντιπροσωπεία είχε οδηγίες να προβεί στη μέγιστη δυνατή διαφώτιση, προβάλλοντας με κάθε τρόπο το αίτημα του κυπριακού λαού για  Ένωση με την Ελλάδα.

Κατά την παραμονή τους στο Παρίσι τα δύο ηγετικά στελέχη του ΑΚΕΛ κυκλοφόρησαν γραπτώς στην αγγλική και τη γαλλική γλώσσα έκκληση προς τις αντιπροσωπείες διαφόρων χωρών μελών του ΟΗΕ, όπως και στο προεδρείο της γενικής συνέλευσης, για εγγραφή και του θέματος της Κύπρου για συζήτηση στην ολομέλεια της συνόδου. Επίσης έγιναν προσπάθειες για συζήτηση του Κυπριακού στην Επιτροπή Κηδεμονιών του ΟΗΕ. Μετά από αλλεπάλληλες επαφές, ενδιαφέρον για ν’ αναλάβουν μια τέτοια πρωτοβουλία εξέφρασαν οι αντιπροσωπείες της Λαϊκής Δημοκρατίας της Πολωνίας και της Γουατεμάλας. Ωστόσο αυτό κατέστη ανέφικτο, ένεκα των παρεμβάσεων και της έντονης αντίδρασης της ελληνικής αντιπροσωπείας. Μάλιστα, σε συνάντηση που είχε ο Κώστας Παρτασίδης με τον επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας στη σύνοδο, Ιωάννη Πολίτη, στις 13 Δεκεμβρίου 1951, ο τελευταίος κάκισε τις πρωτοβουλίες των Κυπρίων, τονίζοντας ότι «η Ελληνική Κυβέρνηση δεν πρόκειται να θέσει το Κυπριακό στον ΟΗΕ».32  Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τα έγγραφα που υπάρχουν στο προσωπικό αρχείο του Παρτασίδη, ανάμεσα στα μέλη της ελληνικής αντιπροσωπείας εκδηλώθηκαν διαφωνίες ως προς τη στάση που έπρεπε να τηρήσει η Αθήνα στο θέμα αυτό. Συγκεκριμένα, διαφορετική προσέγγιση είχε ο Λουκής Ακρίτας, ωστόσο ο Ιωάννης Πολίτης, ο οποίος απηχούσε τις επίσημες θέσεις και λειτουργούσε με οδηγίες που έπαιρνε απευθείας από την κυβέρνηση Πλαστήρα, επέβαλε τη δική του άποψη.

Σύμφωνα με τον Παρτασίδη, αρνητικό ρόλο στην ευόδωση του κύριου στόχου διαδραμάτισε επίσης η διασπαστική στάση που τήρησε η αντιπροσωπεία της κυπριακής Δεξιάς στο Παρίσι και η επίμονη άρνησή της για συνεργασία έτσι ώστε η Κύπρος να μιλά με μια γλώσσα στις επιτροπές του ΟΗΕ και στις ξένες αντιπροσωπείες.33

Σε ό,τι αφορά στον στόχο της ενημέρωσης και διαφώτισης της διεθνούς κοινής γνώμης και των εθνικών αντιπροσωπειών για το Κυπριακό, η αντιπροσωπεία του ΕΑΣ είχε, σύμφωνα πάντα με την ίδια, ικανοποιητικά αποτελέσματα. Για τον κυπριακό ενωτικό αγώνα σε δηλώσεις προέβη ο Γενικός Γραμματέας του Παναραβικού Συνδέσμου, Αζάμ Πασάς, ενώ οι μεγάλες εφημερίδες της Αιγύπτου «Αλ Μίσρι» και «Αλ Άχραμ», όπως και ο ραδιοφωνικός σταθμός του Καΐρου, φιλοξένησαν δηλώσεις των Παρτασίδη και Ζιαρτίδη για τον κοινό αγώνα του κυπριακού και του αιγυπτιακού λαού. Το ίδιο έπραξε και η γαλλική εφημερίδα «Ουμανιτέ». Η αντιπροσωπεία είχε επίσης επαφές σε προσωπικό επίπεδο με εκπροσώπους σειράς ξένων αποστολών.

Στη λεπτομερειακή έκθεση απολογισμού, με ημερομηνία 14 Φεβρουαρίου 1952, που ετοίμασε ο Κώστας Παρτασίδης, εκτοξεύονται κατηγορίες τόσο κατά της «μοναρχοφασιστικής», όπως τη χαρακτηρίζει, ελληνικής αντιπροσωπείας, η οποία τήρησε αρνητική στάση στις προσπάθειες των Κυπρίων, όσο και κατά της αντιπροσωπείας της Δεξιάς, για την άρνησή της για συνεργασία, ειδικά σε ό,τι αφορά τα διαβήματα για εγγραφή του Κυπριακού στην Επιτροπή Κηδεμονιών. Οι εκπρόσωποι της Εθναρχίας κατηγορούνται ακόμα για τις «προδοτικές», πάντα σύμφωνα με τον Παρτασίδη, δηλώσεις στις οποίες προέβησαν στις 8 Δεκεμβρίου 1951 στη γαλλική εφημερίδα «Λε Μοντ». Συγκεκριμένα, μέλος της αντιπροσωπείας της Δεξιάς, που δεν κατονομάζεται, φέρεται να δήλωσε στην εφημερίδα ότι «η βρετανική διακυβέρνηση στην Κύπρο δεν είναι σκληρή και ότι ο Τύπος απολαμβάνει αρκετά μεγάλη ελευθερία». Επιπλέον, διατυπώθηκε η άποψη ότι «δεν έχει καμία σημασία αν το νησί μας κυβερνάται από το Λονδίνο ή από την Αθήνα».34 Οι κατηγορίες που περιέχονται στην έκθεση απολογισμού διατυπώθηκαν και δημόσια, συγκεκριμένα σε ραδιοφωνική συνέντευξη που ο Κώστας Παρτασίδης έδωσε στον ανταποκριτή του «Νέου Δημοκράτη» στο Παρίσι, Θεόδωρο Δογάνη.

 

Στην πρώτη γραμμή

Η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου Λεμεσού στα τέλη του 1949 για αλλαγή της ονομασίας της οδού Πάλμερ σε οδό 28ης Οκτωβρίου και ό,τι επακολούθησε, γεγονός για το οποίο γίνεται εκτενής αναφορά σε άλλο κεφάλαιο του παρόντος λευκώματος, συνέβαλε στην απογείωση της δημοτικότητας του Παρτασίδη και στην καθιέρωσή του όχι απλώς ως παράγοντα της τοπικής κοινωνίας της Λεμεσού, αλλά ως ηγετικής μορφής του αγώνα των Κυπρίων για αποτίναξη του αποικιακού ζυγού. Ως εκ τούτου, οι πολιτικές και εθνικές πρωτοβουλίες που ανελάμβανε ως δήμαρχος της Λεμεσού είχαν πάντα ξεχωριστό ειδικό βάρος και τεράστια απήχηση, τόσο μέσα στους δημότες της πόλης όσο και παγκύπρια.

Σταχυολογώντας την πλούσια από κάθε άποψη πολιτική – εθνική δράση του Κώστα Παρτασίδη κατά την περίοδο 1949–1962, χρονικό διάστημα κατά το οποίο διετέλεσε δήμαρχος Λεμεσού, ξεχωρίζουμε τις ακόλουθες ενέργειες:

Πάνω σε μόνιμη και διαρκή βάση, αξιοποιώντας κάθε ευκαιρία που του δινόταν, ανακινούσε το παλλαϊκό αίτημα των Ελλήνων της Κύπρου για Αυτοδιάθεση –  Ένωση. Συγκεκριμένα, η θέση αυτή προτάχθηκε σε αλλεπάλληλα υπηρεσιακού κι άλλου χαρακτήρα τηλεγραφήματα που κατά καιρούς απέστειλε στον Βρετανό κυβερνήτη, σε επίσημες ή κατ’ ιδίαν συναντήσεις που είχε με πολιτειακούς και κομματικούς αξιωματούχους του Ηνωμένου Βασιλείου, σε συνεντεύξεις του σε βρετανικά και άλλα διεθνή ΜΜΕ, όπως και σε τηλεγραφήματα σε διεθνή συνέδρια.

Με την ευκαιρία της συζήτησης του Κυπριακού στη σύνοδο του ΟΗΕ τον Σεπτέμβρη του 1957, απέστειλε με την ιδιότητα του δημάρχου σε 21 χώρες μέλη υπόμνημα υπογεγραμμένο από μεγάλο αριθμό προσωπικοτήτων της Λεμεσού. Στο υπόμνημα υπήρχε έκκληση για υποστήριξη του αιτήματος των Κυπρίων για επίλυση του Κυπριακού στη βάση των αρχών της αυτοδιάθεσης και της δικαιοσύνης. Μετά το πέρας της συζήτησης της προσφυγής στην ολομέλεια του ΟΗΕ, τον Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου, ο Παρτασίδης απέστειλε ευχαριστήρια επιστολή σε όλες τις κρατικές αντιπροσωπείες οι οποίες με την ψήφο τους στήριξαν το σχετικό ψήφισμα που κατέθεσε η ελληνική αντιπροσωπεία.

Ο Κώστας Παρτασίδης πρωτοστάτησε στην παλλαϊκή, δυναμική αντίδραση των δημοτών της Λεμεσού στη φορομπηχτική πολιτική της αποικιοκρατικής κυβέρνησης, η οποία τον Δεκέμβρη του 1958 εξήγγειλε την απόφασή της για επιβολή νέων φορολογικών μέτρων στα καύσιμα και στα μεταβιβαστικά τέλη. Σε τηλεγράφημα που απέστειλε προς τον κυβερνήτη ο δήμαρχος Λεμεσού τονίζει μεταξύ άλλων ότι «είναι πλέον καιρός να τεθεί τέρμα στην κατάσταση, όπου ο Κυπριακός λαός υποχρεώνεται παρά τη θέλησή του και ενάντια σε κάθε αρχή δικαίου και ηθικής να πληρώνει με το αίμα και τον ιδρώτα του τα σπασμένα μιας ασύνετου, αντιλαϊκής πολιτικής, στην οποία η Κυβέρνηση των Τόρηδων επιμένει πεισματικά να είναι προσκολλημένη». Σε συνέχεια του έντονου διαβήματος, ο δήμαρχος συγκάλεσε, στις αρχές του 1959, στο δημαρχείο, πλατιά σύσκεψη παραγόντων της πόλης. Η σύσκεψη αποφάσισε ομόφωνα την προώθηση μέτρων διαμαρτυρίας για τη φορολογική πολιτική της αποικιακής κυβέρνησης και την πραγματοποίηση μαζικής συγκέντρωσης διαμαρτυρίας των κατοίκων της Λεμεσού.

Επί δημαρχίας Παρτασίδη, τη δεκαετία του 1950, στην Κύπρο ξεκίνησαν οι εχθροπραξίες ανάμεσα σε Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους. Πριν την έναρξη των εκατέρωθεν δολοφονιών, με οδηγίες του Παρτασίδη, που εκείνη την περίοδο ήταν φυλακισμένος στα κρατητήρια της Πύλας, ο αντιδήμαρχος δρ Βάσος Παπαδόπουλος συγκάλεσε στις 29 Μαΐου 1956 σύσκεψη, κατά την οποία συζητήθηκαν μέτρα για αποτροπή τυχόν επεισοδίων στην πόλη της Λεμεσού. Η σύσκεψη εξέλεξε ειδική επιτροπή, αποτελούμενη από οκτώ Ελληνοκύπριους και οκτώ Τουρκοκύπριους δημότες της Λεμεσού, η οποία με τη σειρά της εξέδωσε ανακοίνωση – έκκληση για αποφυγή οχλαγωγίας και βιαιοπραγιών. Στο ίδιο πνεύμα, τον Φεβρουάριο του 1957, ο Παρτασίδης απηύθυνε έκκληση προς τον ελληνικό και τουρκικό πληθυσμό της πόλης «προς αποφυγή πράξεων, οι οποίες ήταν δυνατό να διασαλεύσουν την ειρηνική συμβίωση των δύο κοινοτήτων».35

Όταν λίγους μήνες αργότερα τα πράγματα οξύνθηκαν ακόμη περισσότερο και στη Λευκωσία εκδηλώθηκαν οι πρώτοι βανδαλισμοί και δολοφονίες, ο Παρτασίδης απηύθυνε έκκληση προς τον Άγγλο κυβερνήτη για λήψη προληπτικών μέτρων. Συγκεκριμένα, με τηλεγράφημα που του απέστειλε τον Ιούνιο του 1958, ζητούσε την «αποφασιστική αντιμετώπιση εκ μέρους της Κυβερνήσεως του ζητήματος, … τη διάλυση της Τουρκικής Επικουρικής Αστυνομίας και τον αφοπλισμό των ποικίλων Τουρκικών συμμοριών …». Ο δήμαρχος κατέστησε ταυτόχρονα την αποικιακή κυβέρνηση απόλυτα υπεύθυνη για οποιεσδήποτε συνέπειες. Όταν άρχισαν και στη Λεμεσό αιματηρά επεισόδια, παρά τις εκκλήσεις και προειδοποιήσεις του, ο Παρτασίδης δεν δείλιασε να καταφερθεί με έντονο ύφος κατά των εθνικιστικών κύκλων, κυρίως των Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, έφεραν το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για τις ταραχές. Ευθύνες καταλόγισε επίσης στους Βρετανούς, οι οποίοι με την όλη συμπεριφορά τους ενεθάρρυναν τους Τουρκοκύπριους επικουρικούς, υποδαυλίζοντας έτσι την ένταση. Σε διάβημα διαμαρτυρίας προς τον τοπικό διοικητή αμέσως μετά την πρώτη εν ψυχρώ δολοφονία Ελληνοκύπριου πολίτη στη Λεμεσό, στις 24 Ιουνίου 1958, ο Παρτασίδης σημειώνει κατά λέξη: «Πρώτοι εξ όλων οι Βρεττανοί ώφειλον να αισθάνωνται εντροπήν, εάν βεβαίως η εντροπή εξακολουθή ακόμη να υπάρχη εκεί όπου ρέουν οι, βρεττανική ανοχή, ανοιγέντες οχετοί Σουλτανικών βανδαλισμών, θηριωδιών, δολοφονιών, εμπρησμών και λεηλασιών, εκεί όπου θορυβωδώς παφλάζουν οι βόθροι πρωτοφανούς αναρχίας και ανομίας, τας δε βρετανικάς αγχόνας διαδέχονται αι σουλτανικαί ππάλες».

Ο Παρτασίδης, όντας και ο ίδιος για μεγάλο χρονικό διάστημα πολιτικός κρατούμενος, ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητος και προέβη σε αλλεπάλληλα διαβήματα για βελτίωση των συνθηκών κράτησης αγωνιστών της ΕΟΚΑ και όχι μόνο. Συγκεκριμένα, με επιστολή του προς τον κυβερνήτη στις 23 Οκτωβρίου 1957 ζήτησε την άρση των τιμωρητικών μέτρων που επέβαλαν οι Αρχές στους κρατουμένους στην Πύλα, ύστερα από επεισόδια που έγιναν στα εν λόγω κρατητήρια.

Επίσης, όταν τον Ιούλιο του 1958 οι αποικιοκρατικές δυνάμεις προέβησαν σε μαζικές συλλήψεις πολιτών, ο δήμαρχος Λεμεσού με τηλεγραφήματά του προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ και το Εργατικό Βρετανικό Κόμμα, όπως και με δηλώσεις του σε διεθνή ΜΜΕ, ζήτησε τον άμεσο τερματισμό του «ανθρωπομαζώματος» και απελευθέρωση όλων των κρατουμένων. Ο Παρτασίδης όμως δεν έμεινε μέχρι εκεί. Με δική του πρωτοβουλία πραγματοποιήθηκε εκστρατεία συλλογής τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης για τους κρατουμένους της επαρχίας Λεμεσού. Οι τοπικές αποικιακές Αρχές αρχικά αρνήθηκαν να παραλάβουν και να διανείμουν τα τρόφιμα στους κρατουμένους. Ενόψει της αρνητικής αυτής στάσης, ο δήμαρχος μετέβη ο ίδιος στο Λανίτειο Γυμνάσιο, το οποίο λειτουργούσε ως χώρος κράτησης, και με τον δυναμισμό που τον χαρακτήριζε ανάγκασε τους φύλακες να επιτρέψουν την παράδοση των τροφίμων στους κρατουμένους. Παράλληλα, σε συνάντηση που είχε με τον διοικητή Λεμεσού, απαίτησε και πέτυχε τη βελτίωση των συνθηκών κράτησης των εγκλείστων στο σχολείο της πόλης.

Όταν τον Σεπτέμβρη του 1958 μέρος των κρατουμένων μεταφέρθηκε σε κρατητήρια στην περιοχή του Πολεμίου, οι ενέργειες του δημάρχου για βελτίωση των όρων κράτησής τους πολλαπλασιάστηκαν. Εκτός από τα έντονα διαβήματα προς τις αρμόδιες αποικιακές Αρχές, τη συλλογή τροφίμων, τη διοργάνωση μαζικών συγκεντρώσεων συγγενών των συλληφθέντων για άσκηση πίεσης και την επίσκεψη με την προσωπική του ιδιότητα στα κρατητήρια Πολεμίου, ο Παρτασίδης απευθύνθηκε στην έδρα του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στη Γενεύη καταγγέλλοντας το αποικιακό καθεστώς για την παραβίαση ακόμη και των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων των κρατουμένων. Ο διεθνής οργανισμός, παρά τα εμπόδια που όρθωσε το αποικιακό καθεστώς, με αποστολή τριμελούς αντιπροσωπείας διερεύνησε επιτόπου τις καταγγελίες του δημάρχου και έκρινε ότι αυτές ήταν αληθείς και πλήρως τεκμηριωμένες. Μετά την εξέλιξη αυτή, οι Βρετανοί υποχρεώθηκαν να αντικαταστήσουν τη διεύθυνση και τη φρουρά των κρατητηρίων Πολεμίου. Τελικά οι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδο φυλάκισης στο χωριό Μάμμαρι, όπου οι συνθήκες ήταν αισθητά καλύτερες.

Με την ιδιότητα του δημάρχου ο Κώστας Παρτασίδης απηύθυνε επανειλημμένως εκκλήσεις προς τον κυβερνήτη της Κύπρου για διαφοροποίηση της ποινής των καταδικασθέντων σε θάνατο αγωνιστών της ΕΟΚΑ. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στο τηλεγράφημα για απονομή χάριτος στον Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Σ’ αυτό ο δήμαρχος τόνισε ότι τυχόν αλλαγή της απόφασης «θα δημιουργήσει ατμόσφαιρα ύφεσης, η οποία με την παράλληλη λήψη κι άλλων μέτρων, θα οδηγήσει στην ομαλότητα, την ειρήνευση, προϋποθέσεις που όπως σημειώνει και η σχετική απόφαση του ΟΗΕ είναι αναγκαίες προκειμένου να επαναληφθούν και να καταλήξουν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της Αγγλικής Κυβέρνησης και του Κυπριακού λαού…».36

Κατά την περίοδο της ένοπλης δράσης της ΕΟΚΑ, οι Βρετανοί ενίσχυσαν τα καταπιεστικά μέτρα κατά των πολιτών, επέβαλλαν κατ’ οίκον περιορισμούς, απέκλειαν χωριά, προέβαιναν σε μαζικές έρευνες και συλλήψεις, απαγόρευαν συγκεντρώσεις κ.ο.κ. Ο Παρτασίδης ήταν σφοδρός πολέμιος της τακτικής αυτής. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ήρθε σε απευθείας αντιπαράθεση τόσο με τον τοπικό διοικητή, όσο και με τον ίδιο τον κυβερνήτη για την όλη συμπεριφορά τους. Μάλιστα εκεί που του δινόταν η ευκαιρία κατήγγελλε τη στάση των Βρετανών σε διεθνή βήματα. Παράλληλα έπαιρνε πρωτοβουλίες για συλλογή τροφίμων, τα οποία διοχετεύονταν στις αποκλεισμένες περιοχές και στους ταλαιπωρημένους πολίτες. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις του αποκλεισμού που επιβλήθηκε στα χωριά Μηλικούρι τον Απρίλη του 1957, Φασούλα και Μαθηκολώνη τον Ιούνιο του 1958. Για την αποστολή προμηθειών, κατόπιν έκκλησης του δημάρχου, ευαισθητοποιήθηκε ολόκληρος ο πληθυσμός της πόλης και μαζεύτηκαν τόνοι τροφίμων. Η ίδια τακτική ακολουθήθηκε με μεγάλη επιτυχία και για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκάλεσε η επιβολή, τον Οκτώβρη του 1958, κατ’ οίκον περιορισμού στους νέους της πόλης της Λεμεσού. 

Ως δήμαρχος Λεμεσού, αλλά και ως υψηλόβαθμο στέλεχος του ΑΚΕΛ, ο Παρτασίδης τάχθηκε ενάντια στην πρόταση για διχοτόμηση των δήμων και δημιουργία τουρκοκυπριακών δημοτικών Αρχών. Όταν τον Γενάρη του 1959 είδαν το φως της δημοσιότητας πληροφορίες ότι η κυβέρνηση προσανατολιζόταν στην αποδοχή του σχεδίου Σάριτζ, που προνοούσε τη διχοτόμηση των δήμων, ο Παρτασίδης προέβη σε εκτενείς δηλώσεις, υποστηρίζοντας ότι η ενότητα των δήμων έπρεπε να προστατευτεί και ότι τυχόν υιοθέτηση της εν λόγω πρότασης θα προκαλούσε επιπρόσθετα εμπόδια στις προσπάθειες για ειρήνευση στην Κύπρο. Οι δηλώσεις του Παρτασίδη προκάλεσαν την αντίδραση των εθνικιστών Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι διά του προέδρου της Ομοσπονδίας Τουρκικών Συλλόγων Κύπρου, Ραούφ Ντενκτάς, εξαπέλυσαν επίθεση κατά του δημάρχου της Λεμεσού. Μεταξύ των δύο υπήρξε αντιπαράθεση μέσα από τις εφημερίδες της εποχής.

Ο Παρτασίδης είχε αντιδράσει έντονα και όταν, λίγους μήνες νωρίτερα, οι Τουρκοκύπριοι δημοτικοί σύμβουλοι είχαν υποβάλει τις παραιτήσεις τους από το δημοτικό συμβούλιο της πόλης, ισχυριζόμενοι ότι αυτό εφαρμόζει πολιτική διακρίσεων σε βάρος των συμφερόντων της τουρκικής μειονότητας. Ο Παρτασίδης θεωρούσε (και αυτό το δήλωνε δημόσια σε ομιλίες, αλλά και σε γραπτά κείμενα) ότι η στάση των Τουρκοκυπρίων ήταν υποκινούμενη από τη βρετανική αποικιακή κυβέρνηση της Κύπρου.

Η θέση για διαμελισμό των δήμων ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που ο Κώστας Παρτασίδης διαφώνησε με την υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου, τη διαδικασία των οποίων παρακολούθησε με την ιδιότητα του δημάρχου. Γενικά ο Παρτασίδης, όπως και εν γένει το ΑΚΕΛ, θεώρησαν ότι οι εν λόγω συμφωνίες εμπεριείχαν τον σπόρο της διχόνοιας και ότι αργά ή γρήγορα, με βάση τις ρυθμίσεις που υπήρχαν, οι δύο κοινότητες θα έρχονταν σε σύγκρουση. Επίσης, έντονη ήταν η διαφωνία του στα θέματα των εγγυήσεων, στο δικαίωμα μονομερούς επέμβασης και στη δημιουργία κυρίαρχων βρετανικών βάσεων.

Με ομιλία του σε προεκλογική συγκέντρωση στήριξης της υποψηφιότητας του Γιάννη Κληρίδη για τις πρώτες προεδρικές εκλογές, που πραγματοποιήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 1959, στο θέατρο Χατζηχαμπή στην Αμμόχωστο, ο Παρτασίδης εξήγησε με τρόπο αναλυτικό τους λόγους που οδήγησαν το ΑΚΕΛ στην καταψήφιση των συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου. Συγκεκριμένα, ο δήμαρχος Λεμεσού, αφού χαρακτήρισε τις συμφωνίες αυτές «ήττα της κυπριακής υπόθεσης», τόνισε ότι οι Μακάριος και Καραμανλής απεμπόλησαν τους εθνικούς πόθους των Ελλήνων της Κύπρου και πρόδωσαν τους ηρωικούς αγώνες και τις θυσίες του λαού. Η συμφωνία Ζυρίχης – Λονδίνου, συνέχιζε ο Παρτασίδης, «όχι μόνο δεν έδωσε σαν έπαθλο την ένωση, όχι μόνο μας επέβαλε μια ξένη τριπλή κυριαρχία, όχι μόνο μας επέβαλε τους Τούρκους σαν αφεντικά στην πατρίδα μας, αλλά αποκλείει και απαγορεύει την ένωση…».37

 

Πολυδιάστατη δράση και προσφορά

Καθ’ όλη τη διάρκεια της κομματικής του ζωής, αλλά ιδιαίτερα από το 1962, αφότου έληξε η θητεία του στη δημαρχία Λεμεσού,38 ο Παρτασίδης, ως ηγετικό στέλεχος και μέλος του Π.Γ. της Κ.Ε. του ΑΚΕΛ, ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα στο γραφείο διεθνών σχέσεων του κόμματος, ενώ καταλυτικός ήταν ο ρόλος του στην αναμόρφωση και εκσυγχρονισμό των ΜΜΕ της Αριστεράς.

Ο Παρτασίδης πρωτοστάτησε στη σύσταση του Παγκύπριου Συνδέσμου Πολεμιστών του Β' Παγκοσμίου πολέμου (1939–1945). Μαζί με χιλιάδες συναγωνιστές του έδωσαν τη μάχη για αναγνώριση από την πολιτεία των θυσιών όλων εκείνων που αντιστάθηκαν στον φασισμό στα πεδία των μαχών. Ταυτόχρονα, με εκδηλώσεις και κινητοποιήσεις πρωτοστάτησαν στις προσπάθειες για ενημέρωση των νεότερων γενεών για τα γεγονότα του Β' Παγκοσμίου πολέμου, αλλά κυρίως για την αποτροπή του ενδεχομένου αναβίωσης του ναζισμού στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο. Ο Κώστας Παρτασίδης υπήρξε κύριος ομιλητής σε δεκάδες επετειακές εκδηλώσεις που πραγματοποίησε το λαϊκό κίνημα, αλλά και άλλες αντιφασιστικές οργανώσεις. Στη «Χαραυγή», όπως και σε όλα τα άλλα έντυπα του λαϊκού κινήματος, φιλοξενήθηκε μεγάλος αριθμός άρθρων και ομιλιών του με αντιπολεμικό περιεχόμενο.

Συναφής ήταν και η δράση του τόσο στο Παγκύπριο Συμβούλιο Ειρήνης, όσο και στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Ειρήνης. Στις πορείες ειρήνης, στις εκδηλώσεις καταδίκης της μιλιταριστικής πολιτικής που ακολουθούσε το ΝΑΤΟ στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, όπως και σε κάθε γωνιά του πλανήτη, ο Παρτασίδης ήταν μονίμως στην πρώτη γραμμή. Μαζί με έναν – δύο άλλους συντρόφους του στην ηγεσία του ΑΚΕΛ είχε την ευθύνη εκπροσώπησης του κόμματος σε διεθνή συνέδρια και παγκόσμιας εμβέλειας εκδηλώσεις. Η συμμετοχή αυτή τού έδωσε την ευκαιρία, μεταξύ άλλων, να λειτουργεί και ως φορέας προβολής των επίσημων θέσεων και του καθολικού αιτήματος των Κυπρίων για μετατροπή της χώρας μας σε γέφυρα ειρήνης μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Για την πολυσχιδή δράση του στο φιλειρηνικό κίνημα, το Παγκόσμιο Συμβούλιο Ειρήνης, με απόφαση της Διεθνούς Επιτροπής Απονομής Βραβείων Ειρήνης, που συνεδρίασε στη Στοκχόλμη τον Μάιο του 1959, του απένειμε το Χρυσό Μετάλλιο Ειρήνης. Το σχετικό δίπλωμα φέρει την υπογραφή του τότε προέδρου του Συμβουλίου, Τούρκου ποιητή Ναζίμ Χικμέτ.

Ως στέλεχος και πολιτικός προϊστάμενος για σειρά ετών του Γραφείου Διεθνών Σχέσεων του ΑΚΕΛ, ο Παρτασίδης εκπροσώπησε το κόμμα σε συνέδρια και συνδιασκέψεις που διοργάνωναν κόμματα και διεθνείς οργανισμοί με τους οποίους το ΑΚΕΛ διατηρούσε στενές σχέσεις. Η παρουσία δε του Παρτασίδη στις εκδηλώσεις αυτές δεν ήταν διακοσμητική. Στο προσωπικό του αρχείο υπάρχει μεγάλος αριθμός χαιρετισμών, αλλά και μακροσκελών ομιλιών και διαλέξεων που έκανε στα διεθνή φόρα στα οποία ήταν προσκεκλημένος.

Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στις σχέσεις του Παρτασίδη με κόμματα, κομματικούς και πολιτειακούς αξιωματούχους της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Με εντολή του Π.Γ. ανέλαβε την ευθύνη για την ανάπτυξη και σφυρηλάτηση των σχέσεων αυτών με διάφορους τρόπους. Ως εκπρόσωπος του ΑΚΕΛ παρακολούθησε αρκετά συνέδρια του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας, ενώ με στελέχη του συγκεκριμένου κόμματος, εκτός από συντροφικές, ανέπτυξε και φιλικές σχέσεις. Μάλιστα κατά καιρούς φιλοξενούσε στην Κύπρο κομματικούς και πολιτειακούς αξιωματούχους της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι ο Παρτασίδης πρωτοστάτησε στη δημιουργία του Κυπρογερμανικού Συνδέσμου Φιλίας, ο οποίος στα χρόνια εκείνα ανέπτυξε πλούσια δράση.

Αναφορά θα πρέπει τέλος να γίνει και στη δραστηριότητα που ο Παρτασίδης είχε αναπτύξει στον τομέα της ιδεολογικής κατάρτισης των στελεχών, μελών και φίλων του ΑΚΕΛ. Για δεκαετίες ήταν τακτικός ομιλητής σε κομματικές σχολές, διαλέξεις και συνδιασκέψεις. Συνήθως το αντικείμενο το οποίο ο Παρτασίδης καλείτο να αναπτύξει είχε άμεση ή έμμεση σχέση με τις διεθνείς σχέσεις, με ζητήματα ειρήνης και αφοπλισμού, ωστόσο, κρίνοντας από το αρχειακό του υλικό, δεν ήταν λίγες οι φορές που καλείτο να αναπτύξει ζητήματα που αφορούσαν το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα, αλλά και το κυπριακό.

 

Στην πρώτη γραμμή της ενημέρωσης

Λίγους μόλις μήνες μετά την τουρκική εισβολή, και αντιλαμβανόμενος τον ρόλο που είχε να παίξει ο Τύπος σ’ εκείνες τις τραγικές για τον τόπο στιγμές, ο Κώστας Παρτασίδης εισηγήθηκε στο Π.Γ. την επανέκδοση της εφημερίδας «Δημοκρατία».39 Τα υπόλοιπα στελέχη της ηγεσίας του ΑΚΕΛ αποδέχτηκαν την πρόταση και ανέθεσαν στον εισηγητή την ευθύνη για την οργάνωση και διεύθυνση του νέου εντύπου. Η προετοιμασία για επανέκδοση της εφημερίδας ήταν μια δύσκολη, επίπονη, αλλά και επικίνδυνη διαδικασία, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι την περίοδο εκείνη οι πραξικοπηματίες είχαν ακόμη το πάνω χέρι. Ο Παρτασίδης, όπως και πολλά άλλα στελέχη του ΑΚΕΛ, ήταν ακόμη στο στόχαστρο της ΕΟΚΑ Β. Ως εκ τούτου ήταν υποχρεωμένος να είναι προσεκτικός στις κινήσεις και τις επαφές που έκανε. Ωστόσο, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα οι προετοιμασίες ολοκληρώθηκαν με επιτυχία και η «Δημοκρατία» κυκλοφόρησε τη Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου του 1974, πέντε μέρες πριν από την επάνοδο του Μακάριου στην Κύπρο. Για την έκδοση της εφημερίδας εργάζονταν ως επί το πλείστον δημοσιογράφοι της «Χαραυγής». Ωστόσο ο Παρτασίδης φρόντισε να φέρει κοντά στην εφημερίδα κι αρκετούς συνεργάτες, οι οποίοι συνέβαλαν στον εμπλουτισμό της θεματολογίας και της διαφορετικότητας στον τρόπο έκφρασης. Ο Παρτασίδης, εκτός από την πολιτική ειδησεογραφία και αρθρογραφία, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στα πολιτιστικά νέα και στην αθλητικογραφία.

Η «Δημοκρατία» έδωσε νέα πνοή και φρεσκάδα στα δημοσιογραφικά πράγματα του τόπου και αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο από την ηγεσία του κόμματος. Έτσι, λίγους μήνες μετά, στον διευθυντή και εκδότη της «Δημοκρατίας» ανατέθηκαν επιπρόσθετα καθήκοντα. Συγκεκριμένα, από την 1η Σεπτεμβρίου 1975 ο Κώστας Παρτασίδης ανέλαβε καθήκοντα διευθυντή και στο εκφραστικό όργανο του κόμματος. Η ανάθεση της διεύθυνσης της «Χαραυγής» έγινε με απόφαση του Π.Γ. του κόμματος στις 25 Ιουνίου 1975. Ο Παρτασίδης διαδέχθηκε στη θέση αυτή τον Αντρέα Φάντη, ο οποίος αποσπάστηκε ολοκληρωτικά στον κομματικό μηχανισμό της Κ.Ε.

Παρά το σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα κατά το οποίο διετέλεσε διευθυντής της «Χαραυγής» (από την 1η Σεπτεμβρίου 1975 μέχρι τον θάνατό του, στις 29 Ιουλίου 1977), ο Παρτασίδης επέφερε ουσιαστικές αλλαγές τόσο στη δομή, όσο, κυρίως, στο περιεχόμενο της εφημερίδας. Πρώτα απ’ όλα θα πρέπει να σημειωθεί η προσπάθεια για σταδιακή αύξηση των σελίδων της «Χαραυγής» από έξι σε δώδεκα. Η αύξηση του διαθέσιμου χώρου έδωσε τη δυνατότητα για εμπλουτισμό της θεματολογίας, όπως και για την καταχώρηση περισσότερης διαφήμισης. Ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία της η εφημερίδα προέβαλλε υπό μορφή διαφήμισης τόσα πολλά εμπορικά μηνύματα, από μικρές μονόστηλες μέχρι ολοσέλιδες διαφημίσεις. Τη συγκεκριμένη περίοδο πραγματοποιήθηκε παρατεταμένη εκστρατεία για αύξηση των συνδρομητών της «Χαραυγής», η οποία συνδυάστηκε με τακτικές εξορμήσεις για διάθεση της εφημερίδας από σπίτι σε σπίτι. Η αύξηση των εσόδων έδωσε τη δυνατότητα στη διεύθυνση να εστιάσει την προσοχή της στον περαιτέρω εμπλουτισμό της θεματολογίας και στην αναβάθμιση της ποιότητας της «Χαραυγής».

Συγκεκριμένα, επί Παρτασίδη δόθηκε μεγάλη έμφαση στα πολιτιστικά θέματα. Κάτω από το γενικό καπέλο «Γράμματα και τέχνες» η εφημερίδα διέθετε καθημερινά μια ολόκληρη σελίδα για προαγωγή του πολιτισμού: Θέατρο, ποίηση, λογοτεχνία, λαογραφία κ.λπ. Οι αναγνώστες ενημερώνονταν για τα πολιτιστικά δρώμενα, για τον κινηματογράφο, τους τοπικούς θιάσους, όπως και για εκδηλώσεις που πραγματοποιούνταν σε πολιτιστικούς συλλόγους και σωματεία. Υιοθετήθηκε η τακτική δημοσίευσης σύγχρονων, αλλά και κλασικών διηγημάτων σε συνέχειες, ενώ περίοπτη θέση κατείχε το «Κυπριακό χρονογράφημα».

Πέρα από τις σταθερές, αναμενόμενες σ’ ένα κομματικό έντυπο, πολιτικές και ιδεολογικές στήλες, η «Χαραυγή» διέθετε την περίοδο αυτή χώρο και για θέματα που αφορούσαν τον τρόπο ζωής. Για παράδειγμα, δημοσιευόταν μόνιμη στήλη για το κυνήγι, για τα μικρά και καθημερινά, ενώ ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εμπεριστατωμένες έρευνες για τα χωριά και τη ζωή στην ύπαιθρο. Επιπλέον, η εφημερίδα εγκαινίασε εβδομαδιαία σελίδα που κάλυπτε θέματα νεολαίας, με παιδαγωγικά προβλήματα,40 ενώ παράλληλα αναβαθμίστηκαν το «βήμα των αναγνωστών» και οι πληροφορίες για την «κομματική ζωή».

Γενικά την περίοδο που ο Παρτασίδης βρισκόταν στη διεύθυνση της «Χαραυγής» παρατηρείται ένα «σουλούπωμα» της εφημερίδας, μια καλύτερη οργάνωση των θεμάτων και βεβαίως ένα πιο ελκυστικό και βοηθητικό στην ανάγνωση μοντέλο σελίδωσης.

 

Δεινός αρθρογράφος. Και όχι μόνο…

Ο Κώστας Παρτασίδης αποτελεί κλασικό παράδειγμα σοβαρού πολιτικού αρθρογράφου. Χωρίς ακαδημαϊκές σπουδές και εξειδικευμένες γνώσεις σε ζητήματα δημοσιογραφίας, κατάφερε, ενστικτωδώς μάλλον, να εισαγάγει στον γραπτό του λόγο τις βασικές αρχές και τις τεχνικές της αρθρογραφίας. Τα κείμενά του έχουν δημοσιογραφική δομή: Ουσιαστική εισαγωγή (lead), ξεκάθαρη στόχευση, εξαντλητική ανάλυση των εσωτερικών πτυχών του θέματος, πειστικά επιχειρήματα, εύλογα και λογικά συμπεράσματα. Προσηλωμένος στον στόχο του, που δεν ήταν άλλος από το να πείσει για το δίκαιο της προσέγγισής του, ακολουθεί την αρχή της αξονικής γραφής, δίνει πειστικές απαντήσεις σε τυχόν απορίες, ενώ αποφεύγει αόριστες αναφορές και αχρείαστες επισημάνσεις. Σε μια εποχή που πολλοί αρθρογράφοι χρησιμοποιούσαν ακόμη την καθαρεύουσα, ο Παρτασίδης γράφει σε απλή, κατανοητή, δημοτική γλώσσα. Οι λέξεις και οι εκφράσεις που επιλέγει μοιάζουν με καλοσμιλεμένα τόξα που στοχεύουν στην ουσία, στην καρδιά του θέματος. Προσηλωμένος στην κομματική γραμμή, ο Παρτασίδης ως στρατευμένος αρθρογράφος δεν αφήνει περιθώρια διφορούμενων συμπερασμάτων. Αναλύει με μαεστρία τις εσωτερικές πτυχές του θέματος έχοντας μονίμως κατά νου την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του λαού, πάντα όπως τα αντιλαμβάνεται το κόμμα του και η φιλοσοφική σχολή που υπηρετεί.

Σε ό,τι αφορά τη θεματολογία της αρθρογραφίας του, ο Παρτασίδης επιλέγει θέματα ως επί το πλείστον πολιτικά: Η επιδίωξη μιας δίκαιης λύσης για το Κυπριακό, ο αγώνας για κατάργηση των βρετανικών βάσεων, η αποδόμηση των πολιτικών που ακολουθούσε ο διεθνής ιμπεριαλισμός, η υπεράσπιση του υπαρκτού σοσιαλισμού και των λαών που αγωνίζονταν για ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη κ.ά. Ως μέλος του Π.Γ. του ΑΚΕΛ, είχε την ευθύνη να εκλαϊκεύει τις θέσεις του κόμματος και ν’ αποκρούει τις επιθέσεις που το κόμμα δεχόταν από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Λειτουργώντας μέσα σ’ έναν διπολικό κόσμο, σε μια εποχή όπου η μονολιθικότητα ήταν ευαγγέλιο και οι όποιες διαφωνίες, ακόμα και οι ανεπαίσθητες διαφοροποιήσεις, ήταν αιτία εξοστρακισμού, ο Παρτασίδης επιλέγει συνειδητά να υπερασπιστεί δημόσια τις θέσεις του κόμματος. Και το κάνει με τρόπο που θα ζήλευαν ακόμη και οι πιο επιδέξιοι, γνωστοί και ιδιαίτερα δημοφιλείς αρθρογράφοι της εποχής…

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στα σατιρικά σχόλια και τις σατιρικές στήλες που κατά καιρούς επιμελείτο και για τις οποίες έγραφε συχνά ο Παρτασίδης, τόσο στη «Δημοκρατία» και τη «Χαραυγή» όσο και σε άλλα έντυπα της εποχής. Η ενασχόλησή του με τη σάτιρα αναδεικνύει μια πτυχή του χαρακτήρα του Παρτασίδη που για πολλούς παρέμεινε άγνωστη: Ενός ανθρώπου καλλιεργημένου, εξωστρεφούς, ευχάριστου, ταλαντούχου, ενός δημόσιου προσώπου με πηγαίο και αιχμηρό χιούμορ.

Το αγαπημένο του δημοσιογραφικό είδος ήταν το ευθυμογράφημα, και συγκεκριμένα το κυπριακό ευθυμογράφημα, αυτό δηλαδή που ήταν γραμμένο στην κυπριακή διάλεκτο. Για τον σκοπό αυτό επινόησε τη φιγούρα του Κάζουλου, ενός ηλικιωμένου σεβάσμιου χωρικού, περίπου 60 χρόνων, ο οποίος κάθε Δευτέρα, κατόπιν συμφωνίας με τον διευθυντή της εφημερίδας «Δημοκρατία»,41 καταγράφει στιγμιότυπα από την αγροτική περιοχή της Πάφου όπου κατοικεί. Τα στιγμιότυπα αυτά απορρέουν από τη ζωή των απλοϊκών ανθρώπων του χωριού, τα βάσανα, τις ανησυχίες, τις συνήθειες και τα προβλήματά τους. Ωστόσο κατά έναν «παράξενο» τρόπο, τα μικρά, καθημερινά βιώματα των απλοϊκών χωρικών είναι άμεσα συνδεδεμένα με τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Κύπρος, αλλά και ο πλανήτης γενικότερα. Οι ιστορίες του Κάζουλου συνδέουν το χωριό με την πόλη, τον απλό χωριάτη με τα κέντρα λήψεως αποφάσεων. Ο Κάζουλος τη μια μιλά με τον Κωστουρή τον Γαουρόφτα και την άλλη με τον συνεπαρχιώτη του Αρχιεπίσκοπο, με τη μεγαλύτερη ευκολία αναλαμβάνει να μεταφέρει το αίτημα της Ανεζούς στον φίλο του τον Αζίνα κ.ο.κ. Ο Παρτασίδης βρήκε έναν έξυπνο, προσιτό και ευχάριστο τρόπο για να μεταφέρει στους απλούς αναγνώστες της εφημερίδας τους προβληματισμούς του για την πολιτική κατάσταση στον τόπο. Κύρια θέματα στα οποία ο Κάζουλος διατυπώνει την άποψή του είναι η κατοχή και οι αγριότητες των Τούρκων εισβολέων, η διχόνοια που κατατρύχει τους συμπατριώτες του, η ατιμωρησία όσων έφεραν τη συμφορά στον τόπο, οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας κατά των βάσεων, ο τρισκατάρατος Κίσιγκερ, η ανάγκη ενίσχυσης της δημοκρατίας, καθώς επίσης η προώθηση κοινωνικών αιτημάτων, όπως είναι για παράδειγμα η κατάργηση της προίκας, η βελτίωση των συνθηκών ζωής των ηλικιωμένων κ.ο.κ. Μέσα από το κυπριακό ευθυμογράφημα ο Παρτασίδης αναδεικνύει το ταλέντο του στη μυθοπλασία –μεγάλος παραμυθάς– όπως και τις γνώσεις του στη λαογραφία, αλλά κυρίως στην κυπριακή ντοπιολαλιά.

Στο προσωπικό αρχείο του Παρτασίδη, εκτός από χειρόγραφα του Κάζουλου, υπάρχουν σκόρπιοι σατιρικοί στίχοι, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλούν –δυστυχώς ελάχιστα στον αριθμό– δείγματα κυπριακής ποίησης που εντάσσονται στην κατηγορία των «μυλλωμένων». Επίσης, σύμφωνα με προσωπική μαρτυρία του αδελφού του, στα νεανικά του χρόνια ο Παρτασίδης έγραφε ερωτικά ποιήματα, τα οποία αφιέρωνε στις κοπέλες που φλέρταρε. Γνωστή ήταν ακόμη η αγάπη του για το θέατρο. Μάλιστα την περίοδο που στην Κύπρο λειτουργούσαν με επιτυχία οι πολιτιστικοί σύλλογοι, ο Παρτασίδης συμμετείχε σε ερασιτεχνικούς θιάσους, πρωταγωνιστώντας σε θεατρικές παραστάσεις που ανέβαζαν σύλλογοι της Αριστεράς. Τέλος, κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του στην Πύλα, ο Παρτασίδης συνήθιζε να σκιτσάρει συγκρατούμενούς του, συγκεκριμένες προσωπικότητες της πολιτικής και καλλιτεχνικής ζωής του τόπου. Τα δείγματα που διασώθηκαν μαρτυρούν ακόμη ένα ταλέντο, αυτό του ικανού και ταλαντούχου σκιτσογράφου.

 

Δυσαναπλήρωτο κενό

Ο Παρτασίδης έφυγε από τη ζωή πρόωρα, αφήνοντας πίσω του δυσαναπλήρωτο κενό. Σύμφωνα με προσωπικές μαρτυρίες, αλλά και από σκόρπιες σημειώσεις που υπάρχουν στο προσωπικό του αρχείο, φαίνεται ότι μέχρι και την τελευταία του στιγμή κατέστρωνε σχέδια για το μέλλον. Κύριο μέλημά του ήταν η αναβάθμιση της «Χαραυγής». Ήθελε να δώσει στην εφημερίδα εκείνη την ποιότητα, την καθαρότητα και τον «αέρα» που θα την καθιστούσε πρωταγωνιστή στον χώρο των μέσων μαζικής επικοινωνίας. Μάλιστα στις αρχές του καλοκαιριού του 1977 είχε ολοκληρώσει την αξιολόγηση του προσωπικού της εφημερίδας και είχε καθορίσει τις ανάγκες για εκπλήρωση των στόχων που έθεσε. Ωστόσο, δυστυχώς τον πρόλαβε το μοιραίο…

Η απουσία του Κώστα Παρτασίδη έγινε ιδιαίτερα αισθητή και στο κόμμα. Η πολιτική του εμπειρία, η ιδεολογική του κατάρτιση, αλλά και οι πλούσιες διασυνδέσεις που είχε αποκτήσει στον διεθνή χώρο έλειψαν πολύ στο ΑΚΕΛ. Επίσης, η μακρόχρονη παρουσία του στη θέση του δημάρχου Λεμεσού είχε προσδώσει στον Κώστα Παρτασίδη μεγάλο κύρος, ειδικό βάρος και ευρεία αποδοχή, που εκτεινόταν πολύ πιο πέρα από τον χώρο των ψηφοφόρων του κόμματος.

Στις 30 του Ιούλη του 1977, η Αριστερά και ο τόπος γενικότερα έχασαν έναν πολιτικό μεγάλου εκτοπίσματος, έναν έντιμο ιδεολόγο οραματιστή, λαμπρό παράδειγμα προς μίμηση.

 

 

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

1 Απεβίωσε στις 17.1.1931.

2 Από συνέντευξη του Φυλακτή Παρτασίδη στον γράφοντα, το 2018.

3 Γνωστός ράφτης της Λεμεσού και της Αμμοχώστου, ιδρυτικό στέλεχος του Κ.Κ.Κ. και αδελφός του Γενικού Γραμματέα του Κ.Κ.Κ., και αργότερα του ΑΚΕΛ, Πλουτή Σέρβα.

4 Σύμφωνα με το κριτικό σημείωμα της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ, ημερομηνίας 26–27.2.1949, ο Κώστας Παρτασίδης έγινε μέλος του κόμματος το 1938.

5 Σύνδεσμος του Κώστα Παρτασίδη με τον Πλουτή Σέρβα ήταν ο αδελφός του, Φυλακτής Παρτασίδης. Σύμφωνα με προσωπική μαρτυρία του ιδίου στον γράφοντα, ο Κώστας του έστελνε τακτικά σφραγισμένες επιστολές που προορίζονταν για τον Σέρβα, τις οποίες εσώκλειε σε φακέλους με το όνομα του Φυλακτή. Ο τελευταίος, που την περίοδο εκείνη κατοικούσε στη Λεμεσό, παρέδιδε τους φακέλους ιδιοχείρως στον Σέρβα, σε κατάστημα υφασμάτων και κουρτινών που διατηρούσε στην οδό Ανεξαρτησίας μαζί με τον Μίνω Περδίο.

6  Γνωστός Κύπριος βετεράνος δημοσιογράφος με έδρα το Λονδίνο.

7 Τη σχετική πληροφορία έδωσε στον Τσιούπρα κάποιος με το επίθετο Λανίτης, ο οποίος, σύμφωνα με τον ίδιο, «κληρονόμησε» τη θέση του ανταποκριτή στην Αμμόχωστο από τον Κώστα Παρτασίδη.

8 Συγκεκριμένα, όλες οι ανταποκρίσεις ξεκινούσαν με την ένδειξη «του ανταποκριτού μας».

9 Η ίδρυση του ΑΚΕΛ αποφασίστηκε σε σύσκεψη στη Σκαρίνου στις 14.4.1941.

10 Ο Πάλμερ αναχώρησε από το νησί στις 4.7.1939.

11 «Ελευθερία», 18.4.1940.

12 Πρόκειται για τον περί Συντεχνιών και Συντεχνιακών Διαφορών Νόμο, τον περί Καθορισμού του Κατώτατου Ορίου Ημερομισθίου Νόμο και τον περί Ίδρυσης Διαιτητικών Δικαστηρίων και Συμβουλίων Ερεύνης Νόμο.

13  Σύμφωνα με τον εισηγητή, «στα 1931 ο αριθμός εργοστασίων ελαφράς βιομηχανίας ανέρχονταν σε 273, ο αριθμός δε των εργαζομένων σ’ αυτά τους 2.080. Η αξία πώλησης των προϊόντων των συγκεκριμένων μονάδων ανερχόταν στις 427.435 αγγλικές λίρες. Κατά την ίδια περίοδο η παραγωγή μεταλλεύματος έφθασε τις 216.234 τόνους συνολικής αξίας 275.181 αγγλικές λίρες. Εφτά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1938 ο αριθμός των εργοστασίων έφθασε στα 411, ο αριθμός των εργαζομένων τους 3.314, ενώ η αξία των προϊόντων τις 919.436 αγγλικές λίρες. Ο όγκος του μεταλλεύματος άγγιξε τους 685.948 τόνους με αξία πώλησης τις 1.945.112 λίρες» (Πρακτικά Β’ Π. Σ. Συνδιάσκεψης, σελ. 39).

14 Ως «πρώιμη περίοδος» ορίζεται η περίοδος που προηγήθηκε της εθελοντικής κατάταξής του στο Κυπριακό Σύνταγμα, δηλαδή μέχρι τα μέσα του 1943.

15 Κατά πάσα πιθανότητα πίσω από τα αρχικά «Γ.Γ.» βρίσκεται ο Αντρέας Φάντης. Η συζήτηση έγινε πριν από τη Β’ Παγκύπρια Συνδιάσκεψη, κατά την οποία έγιναν οι αρχαιρεσίες της οργάνωσης.

16 Το συγκεκριμένο, όπως και πολλά άλλα άρθρα του Παρτασίδη, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως παράδειγμα ορθής γραφής ενός άρθρου. Απαντά σε όλες τις απαιτήσεις του δημοσιογραφικού αυτού είδους (Lead, αξονική γραφή, ανάλυση με επιχειρήματα, αντεπιχειρήματα, συμπεράσματα) και διαβάζεται εύκολα από τον δέκτη του μηνύματος.

17 Ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος μέσα από τον κυπριακό Τύπο, σελ. 21, Πρακτικά ημερίδας που διοργανώθηκε από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών στη Λευκωσία, τον Οκτώβριο του 2015.  

18  Noam Riseman, Defending Whose Country?, University of Nebraska Press, 2012.

19  Η συμφωνία υπεγράφη από τον Oυίνστον Τσιώρτσιλ και τον Φράνκλιν Ρούσβελτ στις 12.8.1941.

20 «Ανεξάρτητος», 15.4.1942.

21  Η γερμανοσοβιετική συνθήκη υπεγράφη από τους υπουργούς Εξωτερικών των δύο χωρών στη Μόσχα, στις 23.8.1939.

22 Παυλίδης Γιώργος, «Η θέση του ΚΚΚ στα πρώτα στάδια του Β' Παγκοσμίου πολέμου», στο Ο Β' Παγκόσμιος πόλεμος μέσα από τον κυπριακό Τύπο, Πρακτικά ημερίδας που διοργανώθηκε από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών στη Λευκωσία, τον Οκτώβριο του 2015.

23 «Ανεξάρτητος», 17.6.1943.

24 Την πληροφορία έδωσε στον γράφοντα ο Φυλακτής Παρτασίδης, ο οποίος την περίοδο εκείνη εκτελούσε χρέη γραμματέα του Πλουτή Σέρβα.

25  «Χαραυγή», 16.6.1998.

26 Στον δημοσιευθέντα κατάλογο ο Παρτασίδης εμφανίζεται ως ο δεύτερος τη τάξει (βοηθός γ.γ.) στην ιεραρχία του κόμματος. Είναι επίσης μέλος του δημοτικού συμβουλίου Λεμεσού και μέλος της γραμματείας της ΠΣΕ.

27 Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Φυλακτή Παρτασίδη, στον προσωπικό φάκελο του Κώστα Παρτασίδη υπήρχε σημείωμα με τα πολιτικά του φρονήματα. Έτσι, και παρά την επιτυχή ολοκλήρωση των γυμνασίων, ο διοικητής της Μονάδας αρνήθηκε να τον ορκίσει ως αξιωματικό της Δύναμης. Στον προσωπικό του φάκελο προστέθηκε η ένδειξη “not yet”. Το 1944, ο Παρτασίδης επιλέγηκε εκ νέου για ειδική εκπαίδευση, ωστόσο χολωμένος από την εμπειρία της προηγούμενης χρονιάς αρνήθηκε να περάσει για άλλη μια φορά τη δοκιμασία.

28 Η διασκεπτική συνέλευση συχνά αναφέρεται στην ιστοριογραφία ως «Διασκεπτική».

29 Με αφορμή την υπογραφή της Χάρτας του Ατλαντικού, η Κ.Ε. του ΑΚΕΛ απέστειλε επιστολή στον Άγγλο κυβερνήτη, στην οποία ζητούσε πλήρη εφαρμογή της δέσμευσης για παροχή του δικαιώματος στις αποικίες να αποφασίσουν οι ίδιες για το μέλλον τους. Η Κ.Ε. επικαλέστηκε τη δήλωση του πρωθυπουργού της Ελλάδας, Εμμανουήλ Τσουδερού, ο οποίος είχε διακηρύξει τον ιστορικό οραματισμό του για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.

30 Το Δοκίμιο ιστορίας του Κ.Κ.Κ. – ΑΚΕΛ της Κ.Ε. ΑΚΕΛ είναι ένα ανέκδοτο εγχειρίδιο της ιστορίας του ΑΚΕΛ, του οποίου συγγραφέας είναι ο Μίνως Περδίος.

31 Ο Αντρέας Ζιαρτίδης δεν συμμετείχε από την αρχή στην αντιπροσωπεία. Πήγε στο Παρίσι ύστερα από παράκληση του Παρτασίδη και παρέμεινε εκεί για περίπου 20 μέρες.

32 Από την έκθεση δράσης της αντιπροσωπείας του ΕΑΣ στην έκτη σύνοδο του ΟΗΕ στο Παρίσι, της 14ης Φεβρουαρίου 1952, που ετοίμασε ο Κώστας Παρτασίδης. 

33 Ο Παρτασίδης αναφέρεται ονομαστικά στους Λοϊζίδη και Ρωσσίδη.

34 Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι τόσο οι καταγγελίες που διατυπώνονται στον απολογισμό της αντιπροσωπείας του ΕΑΣ, όσο και οι ενέργειες στις οποίες προέβησαν στο Παρίσι, τεκμηριώνονται με γραπτά ντοκουμέντα και σημειώσεις που υπάρχουν στο προσωπικό αρχείο του Κώστα Παρτασίδη.

35 Από τον αναλυτικό απολογισμό του Κώστα Παρτασίδη για την εθνική δράση του ως δημάρχου Λεμεσού.

36 Από τον αναλυτικό απολογισμό του Κώστα Παρτασίδη για την εθνική του δράση ως δημάρχου Λεμεσού.

37 Κατά την προεκλογική περίοδο για ανάδειξη του πρώτου προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο Παρτασίδης ήταν ο κύριος ομιλητής σε συγκεντρώσεις που διοργάνωσε το ΑΚΕΛ σε Αμμόχωστο, Λευκωσία και Λεμεσό.

38  Η θητεία του Παρτασίδη έληξε στις 31 Δεκεμβρίου του 1962. Εξαιτίας της κρίσης στην τοπική αυτοδιοίκηση και των γεγονότων του 1963 που ακολούθησαν, υιοθετήθηκε το διοριστικό σύστημα, με βάση το οποίο ο πρόεδρος Μακάριος διόρισε από την 1η Ιανουαρίου του 1964 ως δήμαρχο Λεμεσού τον Νίκο Παττίχη. Στο μεσοδιάστημα και για σχεδόν δύο χρόνια καθήκοντα δημάρχου ασκούσε ο έπαρχος Λεμεσού Χριστόδουλος Βενιαμίν.

39 Η κυκλοφορία της εφημερίδας είχε ανασταλεί το 1970.

40 Την επιμέλεια των παιδαγωγικών θεμάτων είχε η Ευγενία Παλαιολόγου - Πετρώνδα.

41 Στο πρώτο φύλλο της εφημερίδας (2.12.1974) ο Κάζουλος μεταβαίνει στη Λεμεσό, όπου με τη βοήθεια ενός συγχωριανού του, του Χαρή, γνωρίζεται με τον Παρτασίδη. Ο συμπαθής «γέροντας» ζητά από τον πρώην δήμαρχο βοήθεια για εξεύρεση εργασίας. Ο Χαρής πληροφορεί τον Παρτασίδη ότι ο Κάζουλος έχει ταλέντο στο ευθυμογράφημα και ότι στο παρελθόν δημοσίευσε δείγματα της δουλειάς του σε άλλα έντυπα. Ταυτόχρονα, του εισηγείται να τον προσλάβει ως συνεργάτη στη «Δημοκρατία», την οποία ο Παρτασίδης θα κυκλοφορούσε σύντομα. Ο τελευταίος συμφωνεί και ο Κάζουλος επιστρέφει στο χωριό του ευχαριστημένος για τη συμφωνία που έκλεισε με τον διευθυντή της εφημερίδας…

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

1. Αλέκου Α., 1948 – Ο ελληνικός εμφύλιος και η Κύπρος, Power Publishing, Λευκωσία, 2012. 

2. Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος μέσα από τον κυπριακό Τύπο, ΓΤΠ, Λευκωσία, 2016. 

3. Δίγκλης Π., ΑΚΕΛ με τόλμη και παρρησία, Λευκωσία, 2010. 

4. Καμηλάρης Γ., Η Αριστερά στη σύγχρονη κυπριακή Ιστορία, Λευκωσία, 2016. 

5. Κ.Ε. ΑΚΕΛ, ΑΚΕΛ. Το κόμμα του εργαζόμενου λαού, Λευκωσία. 

6. Κατσιαούνης Ρ., Η Διασκεπτική 1946–1948, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, Λευκωσία, 2000.

7. Λεύκης Γ., Οι ρίζες, ιστορική μελέτη, Λεμεσός, 1985.

8. Παπαϊωάννου Ε., Ενθυμήσεις από τη ζωή μου, Εκδόσεις Πυρσός, Λευκωσία, 1988.  

9. Περιστιάνης Ν., Ο Φιφής Ιωάννου, η Αριστερά και το Κυπριακό, Ινστιτούτο Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, Λευκωσία, 2004.

10. Ρίχτερ Χ., Ιστορία της Κύπρου, Εκδόσεις Εστία, Αθήνα, 2007.

11. Σακελλαρόπουλος Σ., Ο κυπριακός κοινωνικός σχηματισμός, Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα, 2017.

12. Σέρβας Π., Κυπριακό. Ευθύνες, Γραμμή, Αθήνα, 1985.

13. Φάντης Α., Το κυπριακό συνδικαλιστικό κίνημα στα χρόνια της αγγλοκρατίας, Λευκωσία, 2006.

14. Alastos D., Cyprus: Past and Future, Λονδίνο, 1943.

15. Riseman N. (2012), Defending Whose Country?, University of Nebraska Press, 2012.

 

Για τους σκοπούς της έρευνας χρησιμοποιήθηκε επίσης υλικό από το αρχείο εφημερίδων του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, από το ανέκδοτο «Δοκίμιο» της Κ.Ε. του ΑΚΕΛ, από συνέντευξη που έδωσε στον υπογράφοντα ο Φυλακτής Παρτασίδης, αδελφός του Κώστα Παρτασίδη, καθώς και από το προσωπικό αρχείο του Κώστα Παρτασίδη.