06/09/2015 08:23:00

Συναντηθήκαμε στο αεροδρόμιο. Μ αναγνώρισε, εγώ όχι. "Είμαι ο Arcadie, ο Ρουμάνος που...".

Θυμήθηκα...

Πριν λίγες βδομάδες χρειάστηκα τις υπηρεσίες της εταιρείας όπου εργαζόταν και ανέλαβε να με εξυπηρετήσει. Πρόθυμος, ευγενικός, επαγγελματίας... Στη συζήτηση απάνω μ άνοιξε την καρδιά του: "Ήρθα στην Κύπρο πριν 8 χρόνια. Στη Ρουμανία έχω γυναίκα και δυο παιδιά. Χρειάζομαι χρήματα. Στην αρχή καλά ήταν, δεν έχω παράπονο. Σαν πλάκωσε όμως η κρίση τα πράγματα αγρίεψαν. Δουλεύω με βάρδιες, συνήθως νυχτερινές, αλλά ο μισθός με το ζόρι αγγίζει τα €600 το μήνα. Αν αφαιρέσεις το ενοίκιο, το φαγητό, τα τσιγάρα, δεν απομένει σχεδόν τίποτε για να στείλω στη γυναίκα μου. Δεν είναι όμως μόνο ο μισθός..." Σταμάτησε. Αντιλήφθηκα ότι ήθελε να πει ακόμη περισσότερα, αλλά δίσταζε. Εξάλλου ο άνθρωπος δεν μπορούσε να ξέρει τι καπνό φουμάρω. Του άναψα το "πράσινο φως" για να συνεχίσει:
 " Συγχώρα με που θα στο πω ευθέως κύριε Γιώργο, αλλά οι Κύπριοι δεν είστε καλοί άνθρωποι"!  Ζήτησα εξηγήσεις. "... Ο Ρουμάνος ειναι για όλες τις δουλειές. Πήγαινε εκεί, φέρε αυτό εδώ, ανέβα πάνω, κατέβα κάτω ! Όλο διαταγές, φωνές και βρισιές! Γιατί άργησες, κουνήσου βρωμορουμάνε, που χάθηκες ρε.....Λες κι είμαστε μηχανές. Τόσα χρόνια στην Κύπρο, τα "ευχαριστώ" που άκουσα είναι μετρημένα. Ούτε ένα ποτήρι νερό. Γιατί κύριε Γιώργο; Αμ το άλλο; Έγινε κλοπή; Φταίει ο Ρουμάνος! Βρήκαν κάποιο μεθυσμένο; Είναι Ρουμάνος! Έγκλημα, ναρκωτικά, δυστυχήματα, μαχαιρώματα; Πάντα Ρουμάνος! Τρεις φορές με πήρανε άδικα στο Τμήμα απλώς επειδή έψαχναν κάποιους κλέφτες και εγώ έτυχε να είμαι... Ρουμάνος. Πάλι καλά που δεν με ξυλοφόρτωσαν. Θα μπορούσαν ξέρεις..."

Χαμογέλασα. Του σύστησα να μην γενικεύει. "Δεν είναι όλοι οι Κύπριοι κακοί βρε Arcadie. Όπως δεν είναι κι όλοι οι Ρουμάνοι εγκληματίες". Κοντοστάθηκε. "Έχεις δίκαιο. Εσύ μοιάζεις να είσαι καλός άνθρωπος. Αν και Κύπριος, φαίνεσαι καλός"! Αυτή τη φορά γέλασα δυνατά. Αν και Κύπριος, φαίνομαι καλός...

 "Το χειρότερο όμως δεν στ' ανέφερα" μου είπε μόλις έσβησε το χαμόγελο. "Τις προάλλες μια κυρία με γώνιασε σ´ ένα μεγαλοκατάστημα και μ´ άρχισε στο βρισίδι: Δεν έχεις πατρίδα εσύ; Τι γυρεύετε όλοι εσείς οι ξένοι στην Κύπρο;  Αφήσατε τα παιδιά και τις γυναίκες σας με τον ενα και τον άλλο, ήρθατε εδώ και πήρατε τις δουλειές των παιδιών μας! Αλλά δεν φταίτε εσείς, η Ευρώπη φταίει που σας δίνει δικαιώματα. Πριν έρθετε εσείς η Κύπρος δεν είχε ούτε ανεργία, ούτε εγκληματικότητα, ούτε σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Εσείς φταίτε, να πιάσετε τα πράγματα σας και να φύγετε όλοι, να βρουν δουλειές οι Κύπριοι, να ησυχάσει η κοινωνία...."

  • Πηγαίνεις για διακοπές στο χωριό σου;  τον ρώτησα ενώ προχωρούσαμε μαζί προς την έξοδο επιβίβασης.  
  • Με δουλεύεις κύριε Γιώργο; Πού χρήματα για διακοπές; Έχω ένα ξάδελφο που δουλεύει σε μια φάρμα στην Αυστρία. Ψάχνουν εργάτες και μου πρότεινε να πάω εκεί. Σκληρή δουλειά, αλλά πληρώνουν καλά. Ίσως κανονίσω και κάποια θέση και για τη γυναίκα μου... Του έσφιξα το χέρι και του ευχήθηκα καλή τύχη. "Εύχομαι να μην μας κακολογείς εκεί στις Άλπεις" ψέλλισα θέλοντας με αυτό τον άκομψο τρόπο εμμέσως ν απολογηθώ για τη συμπεριφορά μας. "Δεν βαριέσαι" μου είπε σκάζοντας ένα πικρό χαμόγελο. "Όπως έλεγε κι ο καφετζής εκεί στην πλατεία του Κάστρου: Κάθε φτωχός κι η μοίρα του!..." Τον έβλεπα ν απομακρύνεται και συλλογιζόμουν. Πώς καταφέραμε και αλλοτριωθήκαμε τόσο πολύ; Πού στο διάολο χάσαμε τον Ξένιο Δία; Γιατί διαμαρτυρόμαστε όταν μας λεν ότι είμαστε ρατσιστές; Εμείς είμαστε τα εγγόνια των μεταναστών του 50, τα παιδιά των προσφύγων του 74; Και τελικά ποιος είναι πιο φτωχός, αυτός που έχει άδεια τσέπη, ή αυτός που έχει άδειο κεφάλι και μια τρύπα στη θέση της καρδιάς;