19/04/2015 10:28:00

Αν δεν φορούσε ράσα θα δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι είναι παπάς. Ένας ευθυτενής άντρακλας ίσαμε δύο μέτρα, με μια μουστάκα σαν αυτή του Ρήγα Φεραίου, με δάκτυλά τανάλιες και με μούσκουλα καμωμένα από πέτρα, ο παπάς από τα Ανώγεια της Κρήτης θυμίζει περισσότερο την περιγραφή που δίνει ο Καζαντζάκης στον Αλέξη Ζορμπά, παρά τον "Φτωχούλη του Θεού". Δεινός σκοπευτής, σωματοφύλακας με χαρτιά και βούλα ο Πατήρ Αντρέας Κεφαλογιάννης είναι ένας αυθεντικός Κρητικός από την κορφή ως τα νύχια! Η πιστόλα που βρίσκεται μονίμως στην εσωτερική τσέπη του ράσου αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Όμως ο Πατήρ Αντρέας είναι Κρητικός όχι μόνο στην όψη, αλλά κυρίως στην ψυχή και στην καρδιά! Στο "πρώτο χωριό που συναντά κανείς κατεβαίνοντας από τον ουρανό" - χωριό κτισμένο σε πέτρα χωρίς χώμα, οι άνθρωποι αν και αγριωποί στο σχήμα και στην όψη, είναι καλόψυχοι, "καθαροί",  ρομαντικοί με ανεπτυγμένες καλλιτεχνικές ευαισθησίες. Κι ο παπά - Αντρέας δεν αποτελεί εξαίρεση. Ο παπάς όμως αυτός δεν είναι σαν εκείνους που συνηθίσαμε να βλέπουμε στον τόπο μας, είναι διαφορετικός. Ντόμπρος κι ευθύς αποστρέφει το πρόσωπο από τις "θεούσες" και τους δογματικούς τυπολάτρες, δηλώνει περήφανος για τις καινοτομίες που εισήγαγε στα εκκλησιαστικά δρώμενα του χωριού και δεν διστάζει να λέει τα πράγματα με το όνομα τους:  λέει τους φασίστες - φασίστες, τους αντιστασιακούς - αντιστασιακούς, τους ξεφτιλισμένους πολιτικούς - ξεφτιλισμένους. Τραγουδάει μαντινάδες και χοροπηδάει η ψυχή του, μας ξεναγεί στο σπίτι του Ξυλούρη και καμαρώνει σαν παγώνι. Μιλά για τους αγώνες των Ανωγειατών και το βλέμμα του γυαλίζει, αναφέρεται στα τρία ολοκαυτώματα που έζησε το χωριό και η φωνή του τσακίζει, μνημονεύει τους άντρες του Ταγματάρχη Μανουρά που μαζί με μια χούφτα συγχωριανούς του υπερασπίστηκαν με νύχια και με δόντια το Αεροδρόμιο Λευκωσίας και σφίγγει τις γροθιές του...
Όταν ο Παπά- Αντρέας μιλά για τους νέους του χωριού το πρόσωπό του φωτίζεται. Όλοι στα Ανώγεια αναγνωρίζουν την προσφορά του στη νέα γενιά. Προσφορά που δεν περιορίζεται μόνο στα λόγια και στις ευλογίες. Πρώτα απ´ όλα δεν είναι απόμακρος σαν πολλούς άλλους. Είναι καθημερινά μαζί με τα παιδιά του χωριού στο γήπεδο, στην καφετέρια, στον εργαστήρι, στο παιχνίδι, στη διασκέδαση, στα βοσκοτόπια, στο μάζεμα των ξύλων για την ετοιμασία τ' "αρφανού"[1]. Η εκκλησία του Αϊ- Γιώργη στην οποία λειτουργεί ο παπά - Αντρέας - εκκλησία κτισμένη με γάλα αντί νερό, έχει εξοπλίσει πλήρως ένα Ίντερνετ - καφέ, στο οποίο βρίσκουν  καταφύγιο, ψυχαγωγούνται  και μελετούν οι νέοι των Ανωγείων. Λειτουργεί μια  καφετέρια, ενώ έχει δημιουργήσει κι ένα εργαστήρι γνώσης, το οποίο προσφέρει καθημερινά δωρεάν ιδιαίτερα μαθήματα Μαθηματικών, Ελληνικών, Φυσικής και Χημείας σε μαθητές που έχουν ανάγκη. Η Εκκλησία  πληρώνει και φέρνει στο χωριό από την πόλη ειδικούς επιστήμονες, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, λογοθεραπευτές για να στηρίξουν τους νέους που αντιμετωπίζουν προβλήματα. Και το κυριότερο, άκου Μακαριότατε: Τα έσοδα από το παγκάρι του Αϊ- Γιώργη δεν χρησιμοποιούνται για την αγορά τραπεζικών μετοχών, για επιχειρηματικές δραστηριότητες, για τη δημιουργία χώρων στάθμευσης, για καλλωπισμό της Εκκλησίας, ή για αγορά ηλεκτρονικών καμπάνων, αλλά άκουσον- άκουσον, τα διαμοιράζουν με τρόπο δίκαιο στη βάση των αναγκών τους, στους φοιτητές και στους στρατιώτες του χωριού! Κάθε πρωτοχρονιά, εκατόν με εκατόν είκοσι νέοι του χωριού μαζί με τις ευλογίες κι ένα χρυσό σταυρό παίρνουν από το χέρι του παπά - Αντρέα κι ένα φουσκωμένο φακελάκι - δώρο από το "παγκαράκι των θαυμάτων"...
Ίσως κάποιοι διερωτηθούν τί μ έπιασε σήμερα κι ασχολούμαι με τα Ανώγεια, τον παπά- Αντρέα και το παγκάρι του Αϊ- Γιώργη. Στις εκλογές του 2000 στην Ελλάδα ακουγόταν πολύ το σύνθημα "Υπάρχει μια καλύτερη Ελλάδα και τη θέλουμε". Κατά αντίστοιχο τρόπο θέλω να ελπίζω ότι και στον τόπο μας κάπου πρέπει να είναι κρυμμένη μια άλλη, καλύτερη Κύπρος, την οποία πρέπει να ψάξουμε και να αναδείξουμε. Όλοι μας, και ιδιαίτερα οι νέοι έχουν ανάγκη από σωστά πρότυπα. Δυστυχώς η καταπληκτική πλειοψηφία αυτών που βρίσκονται σήμερα στο προσκήνιο έχουν αποδειχτεί κατώτεροι των προσδοκιών μας και κάθε άλλο παρά πρότυπα μπορούν να θεωρηθούν. Άρα αν είναι να ψάξουμε γι αυτά  δεν πρέπει να κοιτάξουμε ψηλά ή μακριά, αλλά δίπλα και κάτω, ανάμεσα στους ταπεινούς ανθρώπους του λαού. Διότι δεν μπορεί, κάπου πρέπει να υπάρχουν κι εδώ ένας, δύο, δέκα, εκατόν λεβέντες σαν τον παπά- Αντρέα. Ανθρώπους σαν κι αυτόν, ατόφιους, ντόμπρους, ρηξικέλευθους και φωτισμένους είναι που έχει σήμερα ανάγκη ο τόπος...



[1] Η "λαμπρατζιά" των Ανωγείων της Κρήτης