01/03/2015 07:24:00

 

"Εγώ έκανα τουλάχιστον δέκα χιλιάδες ρουσφέτια και λυπούμαι που δεν έκανα εκατό! ....Όταν έρθει ένας γνωστός και μου πει πάρε το φίλο σου το γιατρό για να μου επισπεύσει ένα ραντεβού που έχω στο νοσοκομείο, θα το κάνω με χίλια, κι ας πείτε ότι αυτό είναι ρουσφέτι...Εκείνο  που κάνω είναι να χρησιμοποιώ τις κοινωνικές μου σχέσεις, διότι στην Κύπρο όλοι κουμπάροι είμαστε, για να βοηθώ ανθρώπους που θεωρώ ότι πρέπει  να βοηθώ.... Σε όποια Υπηρεσία και να πας όλο και ένα φίλο, ένα ξάδελφο, ένα κουμπάρο θα έχεις. Δεν καταλαβαίνω γιατί να μην εκμεταλλευτείς τις σχέσεις αυτές! Φτάνει βέβαια να μην βλάπτεται κάποιος τρίτος..."[1]

Ξαφνιαστήκατε; Κι εγώ! Αυτή όμως ήταν η  πρώτη αντίδραση. Στη συνέχεια και όσο ο βουλευτής του ΔΗΣΥ ανέλυε τη δική του θεώρηση περί ρουσφετιού και κουμπαροκρατίας, διαπίστωνα ότι ο Ρίκκος Μαππουρίδης περιέγραφε με τρόπο ωμό τη θλιβερή πραγματικότητα. Απλώς δεν συνηθίσαμε ν ακούμε ένα πολιτικό να ομολογεί την "ενοχή" του. Ότι δηλαδή ως μέρος ενός σάπιου συστήματος επέλεξε να παίζει με τους κανόνες αυτού του συστήματος. Ο "φίλος", ο "κουμπάρος", ο "δικός μας" άνθρωπος. Εκείνο που δεν μπορώ να αποδεκτώ και κατ´ επέκταση να συμφωνήσω με τον κ. Μαππουριδη, είναι ότι η επίκληση του ρουσφετιού, είναι "μέσα στη φύση του ανθρώπου". Αν ο πολίτης υποχρεώνεται να προσφεύγει  στη βοήθεια του "κουμπάρου", ή του βουλευτή που ψήφισε, είναι επειδή το σύστημα τον αναγκάζει να προβεί σε μια τέτοια κίνηση κι όχι επειδή "εκ της φύσεως του είναι ατελής". Όταν ένας ασθενής υποχρεώνεται αυτοεξευτελιζόμενος να ζητήσει από το γαλονά του κόμματος να μεσολαβήσει προκειμένου να προλάβει το τρένο της ζωής, όταν ένας νέος υποχρεώνεται να "φιλήσει κατουρημένες ποδιές" για μια θέση στην Υπηρεσία,  όταν ένας άνεργος ζητά από το  "φίλο" συνδικαλιστή να "σπρώξει" την αίτηση για το ΕΕΕ ή το ανεργιακό επίδομα, είναι επειδή το σύστημα δεν τους αφήνει άλλη επιλογή, είναι επειδή η Πολιτεία βρίσκεται σε αδιέξοδο.   

Σίγουρα  "δεν ζω στο Άρη", ούτε "θέλω να βγάλω φτερά" όπως χαριτολογώντας είπε ο βουλευτής του ΔΗΣΥ, όμως αν και ανήκω στη ρεαλιστική σχολή σκέψης δεν μπορώ να βολευτώ με μια κατάσταση πραγμάτων που καταπατά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Θεωρώ παράλογο, υποτιμητικό και αναξιοπρεπές να χρειάζομαι ένα "μπάρμπα στην Κορώνη" για να διεκδικήσω αυτό που το Κράτος μου οφείλει. Κι αν κάποιος ξεμείνει από κουμπάρους, τι γίνεται; Θα μείνει με τα διπλώματα στον τοίχο και με το παραπεμπτικό στο χέρι;
 Καυχιόμαστε, για να μην πω ότι αυτόλιβανιζόμαστε, για το δήθεν ψηλό πολιτιστικό μας επίπεδο. Να ξεράσω τώρα, ή αργότερα; Τι είδους πολιτισμός είναι αυτός που υποβιβάζει τους πολίτες του σε "ζήτουλες"; Για ποιο επίπεδο μπορεί να μιλά ένας αξιωματούχος, όταν η "αξία" του μετριέται με το βαθμό ανάπτυξης των πελατειακών του σχέσεων; Και γιατί θα πρέπει ένας βουλευτής, προκειμένου να επανεκλεγεί, να τρέχει από γάμο σε κηδεία και από βαφτίσια σε γκαλά πάρτι; Από το "κάθε σπίτι και κάστρο" περάσαμε στο "κάθε φακελάκι και ψήφος". Αυτή είναι η προοδευτική, "ευρωπαϊκή" κοινωνία που μας υποσχέθηκαν;
Πέστε ότι είμαι ο τελευταίος  ρομαντικός,  εξωγήινος, αλεξιπτωτιστής στον τόπο τούτο, όμως αυτή η τάξη, ή για να ακριβολογώ αταξία πραγμάτων, με εξοργίζει. Απαιτώ από τους Κρατούντες όλων των αποχρώσεων να κάνουν αυτό που εκ του θέσεώς τους είναι υποχρεωμένοι να κάνουν: να δημιουργήσουν δηλαδή τις προϋποθέσεις ώστε το Κράτος να λειτουργήσει με τρόπο ώστε και ο τελευταίος "άοπλος" πολίτης αυτού του τόπου να μην χρειάζεται τους κουμπάρους του "θείου Ρίκκου" για να κλείσει ραντεβού στον αξονικό του Κρατικού νοσοκομείου προ και όχι μετά θάνατο!  Τίποτα περισσότερο από τα αυτονόητα. Για να έχει όπως λέει κι ο Εγγονόπουλος:

"ο στρατιώτης το τσιγάρο του

το μικρό παιδί την κούνια του

κι ο ποιητής τα μανιτάρια του."

 



[1] Απόσπασμα απο τη εκπομπή "Ελευθερα κι ωραια" που μεταδόθηκε την Τετάρτη 25/2 απο το Καναλι 6.