18/12/2013 22:20:00

Μια  φορα κι έναν καιρο ήταν ενα χωριο! Ένα χωριο σαν το δικό μας.
Ναι σήμερα θα σας πω ένα παραμύθι, ένα όμως αληθινο παραμύθι, ή μια πραγματική ιστορία που μοιάζει με παραμύθι.
Και επιτρέψτε μου να την αφιερώσω σε κάποιους ηγέτες. Κάποιους ηγέτες συνδικαλιστικών κυρίως οργανώσεων....θα καταλάβουν αυτοι γιατι...

Μια φορα κι ένα καιρό λοιπόν που λέτε ήταν ένα χωριο σαν το δικό μας. Οι 985 κάτοικοι του χωριού ζούσαν όμορφα κι ωραία σε μια εύφορη κοιλάδα. Η ζωη τους ηταν δεμένη με τα χωράφια, τα ζώα, τα δέντρα και τα φυτά τους. Ήταν άνθρωποι ήσυχοι, μεροκαματιάρηδες, απλοί, πλάσματα ειρηνικά συμφιλιωμένα αρμονικά με τη Φύση και τους κανόνες της.
Το χωριο, ένα χωριο σαν το δικο μας τον ονόμαζαν Φουέντε Οβεχούνα, που στη γλώσσα τη δικη μας μεταφράζεται ως Προβατοπηγη!
Στα 1476 στη Φουέντε Οβεχούνα ο βασιλιάς διόρισε ένα νέο, σκληρό, άδικο και συνάμα βίαιο διοικητή. Απο τη πρώτη κιόλας στιγμη ο νέος διοικητής ξεκαθάρισε στους χωριάτες ότι τα πράγματα θα άλλαζαν και ότι όλοι όφειλαν να ζουν με βαση τους δικούς του κανόνες, τους δικούς του νόμους, τη δικη του νέα τάξη πραγμάτων.
Οι φορολογίες διπλασιάστηκαν, οι ελευθερίες περιορίστηκαν και οι κουβαλητοι του νέου Διοικητή, όπως και οι λογής - λογής γυμνοςάλιαγκες που τον περιστοίχιζαν άρχισαν εργολαβικά να προωθούν και να εφαρμόζουν τις άδικες, εξωφρενικές απαιτήσεις του νέου Άρχοντα.
Έτσι  προτου καλά, καλά καταλάβουν τι γινόταν, οι αγρότες άρχισαν να χάνουν τα χωράφια τους και να μετατρέπονται σε δουλοπαροικους προκειμένου να ξοφλήσουν τα χρέη προς το νέο διοικητή.
Όμως ο βάρβαρος ηγεμόνας δεν έμεινε μέχρι εκεί.
Βίαιος, αχόρταγος κι άρπαγας όπως ήταν δεν λάμβανε καθόλου Υπ οψη την υπόληψη και την αξιοπρεπεια των κατοίκων.
 Βιασμοί, προσβολές, βασανισμοί ήταν μέρος της καθημερινής του συμπεριφοράς απέναντι στους κατοίκους του χωριού. Οι κάτοικοι έκαναν υπομονή, περίμεναν ότι κατι ή καποιος τρίτος θα έβαζε τέλος σ´ αυτήν την καταςταςη, σ αυτήν την καταπίεση. Απο μηχανής ομως θεοί,  υπάρχουν μόνο στις Αρχαίες τραγωδίες. Και οι κάτοικοι κάποτε το κατάλαβαν. Έτσι  όπως το ποτήρι που ξεχειλίζει, όπως το ποτάμι που φουσκώνει ξεχείλησε και η οργη του λαού.
Ο γενναίος λαός της Φουεντεοβεχούνα δεν άντεξε για πολύ την απάνθρωπη και τυραννική συμπεριφορά του Διοικητή. Άνδρες και γυναίκες, αγανακτισμένοι, ξεσηκώθηκαν και τον σκότωσαν.
Το παραμύθι όμως δεν τελειώνει εδω: Όταν ο βασιλιάς Φερδινάνδος έστειλε στο χωριό έναν δικαστή-ανακριτή για να μάθει ποιος είχε διαπράξει το έγκλημα, οι κάτοικοι, παρά τα βασανιστήρια που υφίσταντο κατά την ανάκριση, απαντούσαν σταθερά και αποφασιστικά: "Η Φουεντεοβεχούνα το έκανε!". Μάταια προσπαθούσε οι δικαστής να βρει τη μαρτυρία που έψαχνε. Ενωμένοι σαν μια γροθιά οι κάτοικοι του χωριού απαντούσαν: Η Φουέντε Οβεχούνα το έκανε!
Στο τέλος ο δικαστής, μην έχοντας καταφέρει να βγάλει κάποιο συμπέρασμα, συνέλαβε και τους 985 κατοίκους και τους κουβάληςε ενώπιον του Βασιλιά. Αυτός έξυπνος και διορατικός όπως ήταν και μη θέλοντας να δει να επαναλαμβάνεται η ιστορία του Σπάρτακου, έδωσε εντολή να σταματήσουν οι ανακρίσεις και άφησε τους κατοίκους της Φουέντε Οβεχούνα να γυρίσουν πίσω στην εύφορη κοιλάδα τους.
Δεν έδειξε συμπόνια και σεβασμό, όπως εκτίμησαν κάποιοι ιστοριογράφοι. Απλως ο Φερδινανδος φοβήθηκε την οργη του λαού, η οποία
σαν μεγάλο ποτάμι φουσκωμένο,
κυλάει πάνω απ’ τα χωράφια,
Και τότε
ποιος τη σταματάει, ποιος τη σταματάει....