11/11/2014 23:08:00

1.Θειάφι
    Πρόσω ολοταχώς! Το καράβι λύνει τα σχοινιά και σαλπάρει. Η θάλασσα, σιωπηλή πρόκληση ανοίγει τις αγκάλες της να μας δεχτεί, να μας μυήσει στα μυστικά της. Το λιμάνι απομακρύνεται, χάνεται σιγά-σιγά στην ομίχλη του πρωινού. Ο αχός της πόλης σβήνει, καθώς το καράβι παίρνει πορεία προς την ανατολή. Οι πολυκατοικίες μικραίνουν, το ίδιο κι οι άνθρωποι…
     Πίσω θα μείνει ο οχετός με τα λασπόνερα, ο υπόνομος με τα τρωκτικά, οι δοσίλογοι• όλοι αυτοί που μέσα στο φως ψάχνουν σκιές, μέσα στην αλήθεια το ψέμα. Είναι ν’ απορείς πώς συγκεντρώθηκε τόσο θειάφι στην ατμόσφαιρα, τόσο φαρμάκι στη γλώσσα…
     Από παιδιά μάθαμε να βλέπουμε τον ήλιο στα μάτια, να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους: το νερό-νερό, το ψωμί-ψωμί, τον φίλο-φίλο. Τα «πώς» και τα «γιατί» δεν είχαν θέση στο μυαλό και τη ζωή μας. Οι καρδιές· παράθυρο ανοικτό, καθάριες, έτοιμες να δώσουν και να πάρουν.
     Ο σεισμός γύρισε τη γη ανάποδα. Ο κόσμος έχασε τον μπούσουλα, οι δείχτες σταμάτησαν, τα κεφάλια άδειασαν. Μετά από το σεισμό τα πράγματα άλλαξαν ξαφνικά και απότομα. Τώρα πρέπει να δίνουμε συνεχώς εξηγήσεις. Εξηγήσεις για το νερό, το ψωμί, τον φίλο. Τα «πώς» και τα «γιατί» εισέβαλαν στη ζωή μας. Το κλίμα ηλεκτρισμένο γεμάτο καχυποψία και ερωτηματικά. Οι καρδιές σφίχτηκαν, οι ψυχές κλείστηκαν στο καβούκι τους. Οι λέξεις απέκτησαν αλυσίδες. Βγαίνουν αργά-αργά σέρνοντας πίσω τους το δυσβάσταχτο βάρος. Μια-μια περνούν από τη χοάνη του ελέγχου κι απ’ εκεί στη βάσανο του αυτομαστιγώματος, της αμφιβολίας. Το οξυγόνο λιγοστεύει. Χαρακίρι.
    Αλήθεια, πώς κατρακυλήσαμε ίσαμε εδώ αδελφέ μου; Πώς αφήσαμε να πέσει τόση λάσπη στα λευκά σεντόνια; Πώς χώρεσε η γη τόσα σκουλήκια στα σπλάχνα της;
    Σαλπάραμε…


2. Αποκάλυψη

     Το πέλαγος έχει τη δική του λογική. Θάλασσα και ουρανός, ουρανός και θάλασσα. Ανάμεσά τους δεν χωρά τίποτε. Μόνο το άπειρο και η μαγεία, το βασίλειο και το μεγαλείο του. 
     Γυμνή νεράιδα με λυμένα τα κατάξανθα μαλλιά, το φεγγάρι απλωμένο στα κύματα γεύεται τα χάδια του Έρωτα. Φωτεινές πυγολαμπίδες τ’ αστέρια στολίζουν με πυροκίτρινα μαργαριτάρια το γαμήλιο κρεβάτι. Ο πουνέντες σφυρίζει σιγανά, πονηρά. Μπαινοβγαίνει αθόρυβα στους διαδρόμους της σιωπής κρατώντας τσίλιες. Τ’ όνειρο να μη χαλάσει, η στιγμή να μη χάσει το χρώμα της αρμονίας.
     Απόψε έχουμε μουσαφίρηδες: ο βυθός, σκοτεινός άρχοντας κουβαλώντας στην πλάτη τη σοφία της αιωνιότητας. Ο χρόνος που για χάρη μας πάγωσε για λίγο τα ρολόγια. Στο πλευρό του η Δανάη που απόψε άφησε το Άργος, για να λάβει μέρος στο Μυστήριο της ζωής. Και ένας αγουροξυπνημένος γλάρος, μαντατοφόρος της ελπίδας. 
     Κατάνυξη. Κατάνυξη κι Αποκάλυψη. Το ίδιο ερωτικό συναπάντημα, το ίδιο ηδονικό τραγούδι να ηχεί και ν’ αρωματίζει την ατμόσφαιρα στον αιώνα των αιώνων.  Άλλοτε τρυφερό, θηλυκό και αραχνοΰφαντο όπως απόψε, άλλοτε παθιασμένο, τραχύ και φουρτουνιασμένο όπως τις κρύες νύχτες του Δεκέμβρη.
     Το καράβι εισβάλλει απρόσκλητο στο παλάτι. Ο Δίας μεταμορφωμένος σε χρυσή βροχή ήρθε να κλέψει τη Δανάη. Το πέπλο της σιωπής σπάζει στα δυο. Νυφικό φόρεμα σχισμένο και ματωμένο από την ορμή τ’ αρσενικού. Το ένα κομμάτι στη δύση, το άλλο στην ανατολή. Το ένα ποτήρι μισογεμάτο, το άλλο μισοάδειο. Πίσω από την πρύμνη η θάλασσα διχοτομείται. Το ίδιο και η καρδιά. Γιοι της ίδιας μάνας, παιδιά που βγήκαμε από την ίδια μήτρα, που κρεμαστήκαμε σαν τσαμπιά από το ίδιο βυζί, χωρισμένοι σε στρατόπεδα. Κόκκινοι και βένετοι, άσπροι και μαύροι, τουρκόφωνοι κι ελληνόφωνοι.  Ποιος βλοσυρός, μισάνθρωπος Θεός μάς έχει καταραστεί;

3. Λέσβος

     Στο νησί της Σαπφούς το φεγγάρι βγήκε σεργιάνι με το φουστάνι βουτημένο στο αίμα. Πανσέληνος. Νύχτα των ψυχών, του λυκάνθρωπου και των δαιμονισμένων. Πανσέληνος· νύχτα ρομαντική, ξελογιάστρα, νύχτα που θέλει έρωτα. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα το φεγγάρι γδύθηκε, φόρεσε τη νυχτικιά από χαλκό και ξάπλωσε. Το δωμάτιο γέμισε λουλούδια. Η δίψα του κορμιού τ’ άφησε ξύπνιο ως το πρωί. 
Παραδοχή:  Πάντα εν αρμονία εποίησε.

4. Μεθύσι του Αιγαίου
     Η νύχτα σιωπηλή. Το λιμάνι στο βάθος, χλωμά αστέρια που τρεμοσβήνουν σε φόντο σκοτεινό. Το κρασί γλυκό, του βαρελιού. Ζυμωμένο μ’ αγάπη και μαεστρία. Στη Σύρο, στην ταβέρνα του Βαμβακάρη στις Καλαμιές, η μουσική καλύπτει τις φωνές των ξέμπαρκων φοιτητών:
     «Η συνήθεια σκοτώνει τον έρωτα. Γριά αράχνη που φτύνει κλωστές, φτιάχνει δίχτυ πυκνό να φυλακίσει το πάθος. Δίδυμες νύχτες, βαρίδια της ρουτίνας που πλάθουν της ανίας τον ιστό. Η καθημερινότητα ορθώνει τείχη ψηλά. Το οξυγόνο λιγοστό, η φαντασία μαδημένο ακέφαλο κοκόρι που χοροπηδάει στα έρημα, γυμνά πεζοδρόμια...»
     «Τα χρώματα είναι μέσα μας, στο μυαλό, στην ψυχή. Η αγάπη, λαδωτήρι του πάθους ελευθερώνει ορμές, ανασταίνει τη φαντασία... Κι αυτή αχόρταγο αγρίμι ορμάει στις σκοτεινές σπηλιές, ανακαλύπτοντας τα εφτασφράγιστα βαρέλια της ηδονής».
     Το φεγγάρι ερωτοτροπεί με τη θάλασσα. Η φωτεινή του όμως κορδέλα καταλήγει στην καρδιά. 
- Πουτάνα Φύση, ακόμα και την ώρα της Θείας Κοινωνίας ξενοκοιμάσαι…

Ιστορική διόρθωση: Δεν ήταν Κρητικιά. Η Αριάδνη είχε πατρίδα της τη Σύμη. Χωρίς το μίτο της ο ταξιδιώτης δεν θα ’φτανε ποτέ στο Κάστρο της Χώρας, δεν θα ’φτανε ποτέ στο ξωκλήσι των παραισθήσεων. Εκεί ανάμεσα σε πέτρες και ντουβάρια βρήκα τον ερημίτη με το χλωμό βλέμμα. Πιάσαμε το λογοπαίγνιο της καρδιάς:
     «Των ζωντανών ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει!»
     «Δεν υπάρχει ακούσιος χωρισμός. Κανείς ποτέ δεν φεύγει όσο τον κουβαλάς μέσα σου!» 
     Απολαύσαμε σιωπηλοί το ηλιοβασίλεμα. Μαγευτικό. Όπως κάθε ηλιοβασίλεμα στο Αιγαίο.
     «Λίγο κρασί ακόμα;»
     «Ρετσίνα!» 
Στο νησί του Πυθαγόρα το κλειδί της καρδιάς το κρατά η ρετσίνα. Κι ας καυχιέται ο ταβερνιάρης για το σαμιώτικο κρασί…

     Στην πλατεία της Σπιναλόγκας οι Αμαζόνες με το φουσκωτό στήθος κατέβηκαν από το φτερό του καρχαρία και πιάσανε τα χέρια. Ο ρυθμός αλλάζει μορφή και σχήμα• τη μια ήρεμο χασάπικο, την άλλη περήφανος πεντοζάλης. Ο «φαγωμένος» από το χτικιό λυράρης κλαψουρίζει: 
     «Αφού οίνος ευφραίνει καρδίαν, τη δική μου ίντα τη μαραζώνει;»

Είπες: Μάτια που δεν βλέπονται…
Είπα: Καρδιές που καίγονται…
Ξέχασες!
Κάηκα…

Το μούστο αυτό δεν τον πάτησαν ανθρώπινα πόδια. Θεϊκό νέκταρ, ευλογημένο!  Ελιξίριο της ζωής… Κι η ζωή είναι ωραία Πασά μου!
- Αυτό ξαναπέστο!
- Η ζωή είναι ωραία Πασά μου!


5. Αποχαιρετισμός

     Το φεγγάρι, χλαμύδα κόκκινη έγειρε στο μαύρο κύμα. Όπως και η ψυχή που φεύγει. 
     «Αυτό είναι όλο;», ψέλλισε η Ταμάρα.
     «Θα πεθάνω ένα πένθιμο του Φθινοπώρου δείλι». 
     Κάλλιο ένα αχνιστό μεταμεσονύχτι στ’ ανοικτά. Με το φεγγάρι προσκέφαλο. Και η στάχτη μου τροφή στους πέντε ανέμους.

Εδώ, τώρα, αυτή τη στιγμή!
     «Τι φοράει, πώς μοιάζει, τι μυρίζουνε τα χνώτα του;»
     Γλυκά, γαλήνια όπως τον γλάρο μ’ ανοιγμένα τα φτερά, όπως τον κάκτο που αποχαιρετά το τελευταίο του λουλούδι… Θέλω να δω τη μορφή, να ματώσω το δάκτυλο στ’ αγκάθια, να προσκυνήσω ευλαβικά στου λεπιδιού την κόψη!
Να ʼσαι καλός, σεμνός, μα όρθιος με περισσή αξιοπρέπεια στο βλέμμα. Όπως αρμόζει στους αντρειωμένους. 
     Να το ναι το τέλος αρσενικό, περήφανο σαν του Αλέξη Ζορπά το τελευταίο συρτάκι. Τα χέρια ανοιχτά, η πλάτη κυπαρίσσι, το κεφάλι ψηλά και το βλέμμα, ίσια μπροστά, πύρινο βέλος στην καρδιά του πουθενά. Πουκάμισο και στήθος ανοικτό, τραπέζι στρωμένο για τον τελευταίο ασπασμό, για του αποχαιρετισμού το γλέντι.  
     Πάμε λεβέντη μου!  Ένα βήμα μπροστά, δύο πίσω, το πόδι ψηλά γωνία, μετά κάτω σταυρώνω, χτυπώ και πάλι απ’ την αρχή… 

     Η αμαζόνα έλυσε τα μαλλιά, πέταξε τον στηθόδεσμο στο φεγγάρι και βούτηξε στο βυθό…
     «Αυτό είναι όλο; Αυτό είναι όλο;»
     Θαρρώ πως ναι Πασά μου, αυτό είναι όλο…

Η θάλασσα ας αναπαύσει την ψυχή μας! 
Ο χρόνος ας μαλακώσει την καρδιά μας!