11/11/2014 23:04:00

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΠΟΥ ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΕ ΤΟ ΙΜΜΕ ΣΕ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΤΟ ΤΜΗΜΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΟΥ UNIC ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ

 Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη η εξουσία ανοίγει την όρεξη και μπορεί να μετατρέψει ακόμη και τον πλέον ενάρετο πολίτη σ’ ένα άγριο θηρίο. Το πάθος που δημιουργεί η Εξουσία δυνητικά μπορεί να καταστήσει το άτομο που τη διαχειρίζεται επικίνδυνο. Προκειμένου λοιπόν να αποτρέψει το σφετερισμό της Εξουσίας, η κοινωνική σοφία επινόησε τον νόμο, ο οποίος πάντα σύμφωνα με τον μεγάλο Έλληνα φιλόσοφο, είναι λογικό και αναγκαίο να βρίσκεται πάνω από οποιοδήποτε άτομο, άρχοντα ή ηγεμόνα.
Όμως ο νόμος, ή καλύτερα ο φόβος και το άγχος που δημιουργεί το γράμμα του νόμου, ενίοτε λειτουργεί περιοριστικά, στραγγαλίζοντας την πρωτοβουλία και τη δημιουργική διάθεση του ατόμου. Γι’  αυτό είναι προτιμότερο το άτομο που έχει στα χέρια του εξουσίες να λειτουργεί με γνώμονα τη δεοντολογία, τους ηθικούς άγραφους κανόνες της επειδή συνειδητοποιεί την ανάγκη να λειτουργεί έτσι και όχι επειδή αυτό επιβάλλει ο νόμος. Η διαχείριση της Εξουσίας προς όφελος της κοινωνίας είναι προτιμότερο ν’ αποτελεί συνειδητή, ελεύθερη επιλογή. Η αυτορύθμιση της Εξουσίας στη βάση μιας σειράς από εσωτερικές δεσμεύσεις που στηρίζονται στις Αρχές της Δεοντολογικής συμπεριφοράς ανυψώνουν το άτομο προσδίδοντας του αξία και ανάστημα. 

Ο τύπος είναι μια ιδιαίτερη μορφή εξουσίας, αφού ως ένα από τα πρωταρχικά του καθήκοντα είναι ο έλεγχος των υπόλοιπων τριών μορφών εξουσίας. Η δημιουργία συνθηκών  για ελεύθερη άσκηση του λειτουργήματος, αποτελεί προϋπόθεση ύπαρξης της δημοσιογραφίας. Χωρίς ελευθερία κινήσεων δεν υπάρχει δημοσιογραφική δραστηριότητα. Ο δημοσιογράφος δεν μπορεί να λειτουργήσει αν νιώθει να επικρέμεται πάνω από το κεφάλι του, ως «δαμόκλειος σπάθη», το γράμμα του νόμου. «Ο τύπος, είχε πει ο Αλπερτ Καμύ,  σε συνθήκες ελευθερίας μπορεί να είναι καλός, ή κακός. Σε συνθήκες στέρησης ελευθεριών όμως, δεν μπορεί παρά να είναι κακός».  Βασικός, φιλόδοξος στόχος, ή διαφορετικά το μεγάλο στοίχημα για τη δημοσιογραφική κοινότητα είναι να είναι σε θέση να χρησιμοποιεί την ελευθερία που έχει κερδίσει μέσα από αγώνες, κατά τρόπο δεοντολογικό προς όφελος της αλήθειας και της κοινωνίας γενικότερα. Η  ευόδωση του στόχου αυτού δεν ήταν, ούτε είναι εύκολη υπόθεση, ιδιαίτερα μέσα στις σύγχρονες συνθήκες. 

****
Στις μέρες γινόμαστε μάρτυρες κατάχρησης της ελευθερίας του τύπου.  Η ελευθερία έκφρασης και κριτικής μετατρέπεται σε απειλή, ικανή να καταστρέψει τον κοινωνικό ιστό, να καθοδηγήσει και να ποδηγετήσει συνειδήσεις, να προκαθορίσει εξελίξεις, να ελέγξει το πολιτικό γίγνεσθαι. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης τα Μέσα Επικοινωνίας και ειδικά η τηλεόραση μετατρέπονται σε απειλή για την ίδια την Δημοκρατία. 
Το ερώτημα που πλέον τίθεται ολοένα και πιο επιτακτικά είναι το χιλιοειπωμένο «τι κάνουμε;». Τι κάνουμε προκειμένου ν’ αποτρέψουμε τη δημιουργία ενός νέου δικτάτορα – ηλεκτρονικού αυτή τη φορά. Τι  κάνουμε  για να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις, ώστε οι λειτουργοί της Τέταρτης Εξουσίας να διαδραματίζουν κατά τρόπο δεοντολογικά ορθό το δημιουργικό, εποικοδομητικό αλλά και αναγκαίο ρόλο που επωμίστηκαν.
Σε επίπεδο θεωρίας αναπτύσσονται διάφορες και διαφορετικές απόψεις. Στο επίπεδο της πρακτικής εφαρμογής όμως η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα μπορεί να έχει μόνο τρεις επιλογές:
Από τα μέσα του 18ου αιώνα ο Montesquieu είχε αποφανθεί ότι «για να μην μπορεί κάποιος να κάνει κατάχρηση της εξουσίας, πρέπει από τη ρύθμιση των πραγμάτων, η εξουσία να σταματά στην εξουσία». Αρκετοί ερμηνεύουν την αναφορά σε ρύθμιση, ως αναγκαιότητα για λήψη περιοριστικών, καθεστωτικών μέτρων. Ο Γερμανός φιλόσοφος Karl Popper, τονίζει την ανάγκη άσκησης ελέγχου πάνω στην τηλεόραση. Αφού χαρακτηρίζει την τηλεόραση ως την πιο ισχυρή απ΄ όλες τις εξουσίες, διατυπώνει την άποψη ότι «καμιά δημοκρατία δεν μπορεί να επιβιώσει αν δεν δώσουμε ένα τέλος σ’ αυτή την παντοδυναμία». Αλλά και δω στην Κύπρο, καθημερινά ακούμε και διαβάζουμε εκκλήσεις και προτροπές προς το Κράτος γενικά, και την Αρχή Ραδιοτηλεόρασης ειδικά, να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και να λάβει μέτρα. Πρέπει, τονίζεται, να πέσουν κεφάλια. 
Στη θέση αυτή αντιδρούν έντονα οι Ενώσεις Δημοσιογράφων οι οποίες τονίζουν ότι όποιες κι αν είναι οι πραγματικότητες, το να μιλάς τον 21ον αιώνα για ενίσχυση της αστυνόμευσης του τύπου και πολύ περισσότερο για ποινικοποίηση της δημοσιογραφικής δραστηριότητας είναι πρόταση αναχρονιστική, μειωτική και επικίνδυνη για τη δημοκρατία.
Ο Έλληνας καθηγητής Δημήτρης Φερούσης τονίζει την ανάγκη ηθικής διαπαιδαγώγησης των δημοσιογράφων και συνειδητοποίησης της ευθύνης που αναλαμβάνουν απέναντι στο κοινό. Κάνει λόγο στην ανάγκη αυτοπεριορισμού των Μέσων, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι για να λειτουργήσει αυτή η αρχή πρέπει να υπάρχει συνείδηση, να ισχύσει εκείνο που ο Γερμανός φιλόσοφος Emmanuel Kant τονίζει στα δοκίμιά του, ότι δηλαδή «ο  άνθρωπος οφείλει να εκτελεί το καθήκον του με πλήρη ανιδιοτέλεια. Πρέπει να διαχωρίζει την έννοια του καθήκοντος από την επιθυμία του για προσωπική ευτυχία» – προφανώς και επιτυχία. 
Ο Friedrich Hayek, ένας από τους θεωρητικούς του «Φιλελευθερισμού» παρατηρεί  ότι: «Ελευθερία σημαίνει ότι το άτομο έχει ταυτόχρονα την ευκαιρία και το βάρος της επιλογής. Σημαίνει επίσης ότι υφίσταται τις συνέπειες των πράξεών του και δέχεται τον έπαινο ή την επίκριση γι’ αυτές.  Η ελευθερία και η ευθύνη είναι, τονίζει,  έννοιες αδιαχώριστες». 

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Αμερικανός καθηγητής Todd Gitlin, ο οποίος εκφράζει την άποψη ότι «η δεοντολογία είναι μια λειτουργία ελευθερίας». Οι δημοσιογράφοι που καλούνται να σεβαστούν τη δεοντολογία είναι προσθέτει, ελεύθεροι άνθρωποι. 

Στο ιδρυτικό της μανιφέστο η γαλλική εφημερίδα Le Monde τονίζει ότι η όλη δραστηριότητα των δημοσιογράφων πρέπει να εδράζεται στο τρίπτυχο: Ελευθερία – Αλήθεια – Ευθύνη. Οι τρεις αυτές έννοιες συμβαδίζουν, συνυπάρχουν και κινούνται σ’ ένα σύστημα αλληλεξάρτησης. 


Ο Γάλλος καθηγητής Jean Bertrand προώθησε μια τρίτη μορφή εφαρμογής των Δεοντολογικών Κανόνων, μια τρίτη μορφή πειθαρχίας: μιας πειθαρχίας που θα συνδυάζει την εσωτερική, ηθική ανάγκη για συμμόρφωση με τους γενικά αποδεκτούς κανόνες δεοντολογίας και μια εξωτερική πίεση ελέγχου, η οποία όμως δεν θα ασκείται από το Κράτος, αλλά από ανεξάρτητους θεσμούς σε συνεργασία με την κοινωνία των πολιτών. Με τον τρόπο αυτό επισημαίνεται στους λειτουργούς των Μέσων η κοινωνική ευθύνη που επωμίζονται. Η τρίτη αυτή μορφή πειθαρχίας δεν θίγει, αλλά αντίθετα συμβαδίζει και ενισχύει την ανάγκη για ελεύθερα και δημοκρατικά ΜΜΕ. Μόνιμος στόχος είναι η ανάληψη, χωρίς πειθαναγκασμούς και απειλές, των ευθυνών των ΜΜΕ απέναντι στους πολίτες. 
Η κοινωνική πίεση ή ακριβέστερα ο κοινωνικός έλεγχος βρίσκει την έκφρασή του μέσα από τη συγκρότηση ειδικών Επιτροπών, οι οποίες αναλαμβάνουν εθελοντικά την ευθύνη για εξέταση παραπόνων φυσικών προσώπων ή κοινωνικών συνόλων για παραβίαση των Κανόνων Δεοντολογίας. Ταυτόχρονα, οι Επιτροπές Δεοντολογίας διατηρούν το δικαίωμα για αυτεπάγγελτη εξέταση τυχόν παραβάσεων των κανόνων δεοντολογίας από τα ΜΜΕ. Συνήθως, αλλά όχι πάντα, στις Επιτροπές αυτές εκπροσωπούνται εκτός από τους εμπλεκόμενους φορείς (ιδιοκτήτες ΜΜΕ, Ενώσεις Δημοσιογράφων, Εκδότες) και αρκετοί ανεξάρτητοι παράγοντες, ειδικοί σε θέματα ανθρώπινων και πολιτικών δικαιωμάτων, προσωπικότητες ευρείας αποδοχής που όλοι μαζί εκπροσωπούν την κοινή γνώμη. Το κύρος, η ακεραιότητα, η αμεροληψία και το κοινωνικό εκτόπισμα των μελών των Επιτροπών Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας είναι τα στοιχεία εκείνα που καθιστούν την όλη δραστηριότητα τους καθοριστική, σεβαστή και αποτελεσματική. Οι Επιτροπές αυτές λειτουργούν στη βάση συγκεκριμένων κανονιστικών διατάξεων • δεν έχουν όμως εξουσίες επιβολής των αποφάσεών τους – εξάλλου αυτό θα ερχόταν σε ρήξη με την όλη λογική της αυτορρύθμισης. Αντίθετα, μέσω του διαλόγου με τους άμεσα ενδιαφερόμενους αλλά και με τη δημοσιοποίηση των αποφάσεών τους, ασκούν πίεση πάνω στα ΜΜΕ και τους λειτουργούς τους για συμμόρφωση με τους κανόνες δεοντολογίας. 
***
Η αυτορρύθμιση, μέσα από το σύστημα που περιγράφει ο Bertrand παρουσιάζεται από πολλούς ως η τελευταία ευκαιρία που έχουν στη διάθεσή τους ΜΜΕ και Δημοσιογράφοι, για να αποδείξουν το βαθμό ευθύνης που διαθέτουν, την ικανότητά τους να ανταποκρίνονται στις βασικές αρχές δεοντολογικής συμπεριφοράς. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που προειδοποιούν ότι με φόντο την ολοένα αυξανόμενη δύναμη των ΜΜΕ και σε περίπτωση που η αυτορρύθμιση δεν λειτουργήσει, η Πολιτεία δεν θα έχει άλλη επιλογή από την επιβολή νομοθετικών ρυθμίσεων και περιορισμών όχι μόνο σε παρεμφερή θέματα, όπως γίνεται ήδη σήμερα (διαφημιστικός χρόνος, αναλογίες και είδος προγραμμάτων κλπ.) αλλά και στο μέχρι στιγμής αναφαίρετο δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης των δημοσιογράφων.  Με άλλα λόγια οι Περί Τύπου νόμοι, στη βάση των οποίων στην Ευρώπη λειτουργούν σήμερα οι διάφορες Εποπτικές Αρχές, θα διευρυνθούν και θα περιλάβουν περιοριστικές πρόνοιες που θα αφορούν και το δικαίωμα έκφρασης. Ως αποτέλεσμα, οι διάφοροι Κώδικες Δεοντολογίας θα μετατραπούν από οδηγοί αυτορρυθμισης που είναι σήμερα σε Ποινικούς Κώδικες. Τον κώδωνα του κινδύνου για αυτήν την αρνητική για το δημοσιογραφικό λειτούργημα προοπτική έκρουσε από τον Απρίλη του 1988 ο Βρετανός βουλευτής Μερν. Σε μια δραματική προειδοποίησή του προς τον «ασύδοτο», όπως το χαρακτήρισε, τύπο της χώρας του υπογράμμισε  και τα ακόλουθα: «Τα ΜΜΕ δεν αναζητούν πια την αλήθεια και την αντικειμενικότητα.... Αν δεν συνειδητοποιήσουν όμως το κατάντημά τους, το Κράτος θα λάβει μέτρα. Και τότε αντίο ελευθεροτυπία.»
Πανεπιστήμιο Λευκωσίας
23/10/2010

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το συνέδριο οργανώθηκε από το ΙΜΜΕ και το Τμήμα Επικοινωνιών του Πανεπιστημίου Λευκωσίας 
Η παρέμβαση έγινε με την βοήθεια οπτικοακουστικών μέσων.