11/11/2014 23:04:00

ΘΕΜΑ: Τα δημοσιογραφικά ψέματα του πολέμου

Η εταιρεία στατιστικών ερευνών Pew research αρέσκεται στις έρευνες με αντικείμενο τη δημοσιογραφική οικογένεια. Σε μια απ’ αυτές ζήτησε από ένα σημαντικό αριθμό δημοσιογράφων να προσδιορίσει ποιος είναι ο πρωταρχικός σκοπός ενός επαγγελματία δημοσιογράφου. Από τις επιλογές που προσφέρθηκαν,  οι ερωτηθέντες στην ολότητά τους επέλεξαν: Την επιθυμία του δημοσιογράφου να ψάχνει, να καταγράφει και να υπηρετεί την αλήθεια και μόνο την αλήθεια.
Εντυπωσιακό δεν είναι; Όλοι οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι δηλώνουμε έτοιμοι να υπηρετήσουμε και αν χρειαστεί να πολεμήσουμε προκειμένου η κοινή γνώμη να πληροφορηθεί την αλήθεια για  γεγονότα που συμβαίνουν γύρω μας. Μια πετυχημένη ρούπρικα κυπριακής εφημερίδας έφερε τον τίτλο: Εδώ γελάμε». Στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να κλαίμε… Να κλαίμε, αν μη τι άλλο,  για την υποκρισία μας…
Η ιστορία της δημοσιογραφίας μπορεί να μας δώσει εκατοντάδες ίσως και χιλιάδες  παραδείγματα δημοσιογράφων που ρίσκαραν τη ζωή τους προκειμένου η αλήθεια να φθάσει στο δέκτη. Μπορούμε να ξεκινήσουμε από τους δύο πρωτοπόρους δημοσιογράφους της Ουάσιγκτον Ποστ που χάρη στην επιμονή και την αφοσίωσή τους στο λειτούργημα ο πλανήτης πληροφορήθηκε για το μεγαλύτερο ίσως πολιτικό σκάνδαλο στις ΗΠΑ, και να φθάσουμε μέχρι τους συναδέλφους που παίζουν ακόμη και σήμερα τη ζωή τους κορώνα – γράμματα καλύπτοντας τις εξελίξεις στις αραβικές χώρες. 
Την ίδια όμως στιγμή ή αν προτιμάται παράλληλα, βλέπουμε άλλους τόσους δημοσιογράφους  ή καλύτερα λεγόμενους δημοσιογράφους να χρησιμοποιούν τη δύναμη που τους προσφέρει το λειτούργημα για σκοπούς που κάθε άλλο παρά με την αλήθεια έχουν σχέση.  
 Δώσε μου τις εικόνες και γω θα σου δώσω τον πόλεμο, φώναζε έξαλλος στο Ρέμιγκτον ο Χερστ 115 χρόνια πριν. Κι αυτός υπέκυψε. Έδωσε τις εικόνες ενός ανύπαρκτου πολέμου. Και οι εικόνες προκάλεσαν τον πόλεμο Ισπανίας – ΗΠΑ.  Βιολογικά εργαστήρια στα υπόγεια των ανακτόρων του Σάνταμ Χουσέιν έβλεπε καθημερινά η Τζούντιθ Μίλλερ των Νιου γιορκ τάιμς προκειμένου να πείσει τον αμερικάνικο λαό για την αναγκαιότητα της δεύτερης εισβολής των ΗΠΑ στο ΙΡΑΚ. Για μήνες ολόκληρους, αν όχι για χρόνια, οι τηλεθεατές στις ΗΠΑ πίστευαν ότι όντως οι βομβαρδισμοί στη Βαγδάτη γίνονταν με χειρουργική ακρίβεια. Οι εξελίξεις και οι πραγματικές εικόνες απόδειξαν το ψέμα που έτρωγε καθημερινά στη μούρη ο αμερικανός πολίτης…
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν υπάρχουν ή όχι ψέμματα. Είναι σαν να προσπαθείς να αποδείξεις ότι ο πιο σύντομος δρόμος είναι η ευθεία. Αλλού θέλω να στρέψω την προσοχή σας.  Το πρώτο ερώτημα είναι γιατί; Γιατί τόσα ψέματα; Προφανώς  επειδή εκτός από το αίμα, το στέμμα και το σπέρμα, φαίνεται ότι πουλά και το ψέμα – ιδιαίτερα το παραφουσκωμένο και καλά καμουφλαρισμένο. Για παράδειγμα ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι οι ένοπλοι αλβανοί που άδειαζαν τις σφαιροθήκες τους  προσπαθώντας να τρομοκρατήσουν την ελληνική μειονότητα της χώρας, ήταν πληρωμένοι, από τους έλληνες δημοσιογράφους, ηθοποιοί που για πέντε δολάρια ήταν έτοιμοι να κάνουν τα πάντα; 
Βέβαια δεν είναι απλώς το ότι το ψέμα πουλά. Πολλές φορές πίσω από τα ψέματα βρίσκονται διαπλεκόμενα συμφέροντα, όχι τόσο των ιδίων των δημοσιογράφων, όσο των δημοσιογραφικών οργανισμών στους οποίους εργάζονται.  Ιδιαίτερα όταν λόγος γίνεται για οικονομικά συμφέροντα, τότε η εξάρτηση είναι ιδιαίτερα ενοχλητική και εξόφθαλμη. Για παράδειγμα πόση ελευθερία και ανεξαρτησία μπορεί να έχει ένας δημοσιογράφος του αμερικάνικου καναλιού  NBC  που καλύπτει τις πολεμικές επιχειρήσεις του στρατού της χώρας του, όταν γνωρίζει ότι κύριος μέτοχος του καναλιού του είναι η εταιρεία General Electric, η οποία μεταξύ άλλων αποτελεί ένα από τους βασικούς προμηθευτές του αμερικάνικου στρατού; Μπορεί για παράδειγμα να δείξει ή να μιλήσει για τις εκατόμβες αθώων θυμάτων και τη σφαγή στην ανοικτή αγορά της Βαγδάτης, τις οποίες προκάλεσαν οι πάτριοτ και οι τόμαχοκ, όταν οι πύραυλοι αυτοί έχουν τη σφραγίδα της General Electric;
Υπάρχει όμως άλλο ένα εμπόδιο που δυσκολεύει τους δημοσιογράφους να λένε άφοβα και ελεύθερα την αλήθεια. Ακούει στο όνομα «Εθνικό συμφέρον». Χάρη της εξυπηρέτησης του εθνικού συμφέροντος ο δημοσιογράφος μπορεί να ψεύδεται ασύστολα, χωρίς κάποιος ομοεθνής του να μπορεί να τον κατηγορήσει. Η εξάρτηση αυτή είναι αρκετά οικεία και στην περίπτωση των δικών μας μέσων επικοινωνίας. Απλώς σας καλώ να διερωτηθείτε: Υπάρχει περίπτωση σε μια διένεξη ε/κ – τ/κ, σε μια πολεμική σύρραξη Ελλάδας – Τουρκίας, ο ελληνοκύπριος, ο τουρκοκύπριος, ο τούρκος ή ο έλληνας  δημοσιογράφος να δικαιολογήσει την εχθρική χώρα; Πάντα το δίκαιο είναι με το μέρος μας και πάντα οι εχθροί έχουν άδικο. Δυστυχώς δεν υπάρχουν πολλοί λειτουργοί του τύπου που ακολουθούν το παράδειγμα του Μάικλ Μουρ. Κι αν υπάρχουν… είναι προδότες!
Θα με ρωτήσετε: Πως απαλλασσόμαστε από τα ψέματα; Πώς αντιστεκόμαστε στις εξαρτήσεις, πως υιοθετούμε και κάνουμε πράξη τον πρώτο κανόνα δημοσιογραφικής δεοντολογίας που καλεί όλους τους λειτουργούς των Μέσων «να μεριμνούν ώστε να μην δημοσιεύονται ανακριβείς, παραπλανητικές, φανταστικές, διαστρεβλωτικές της αλήθειας ειδήσεις, πληροφορίες ή σχόλια; Η απάντηση μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μιας άλλης μεγάλης συζήτησης. Επιγραμματικά και λακωνικά θ απαντήσω ως εξής: Όταν κοινωνία, ΜΜΕ και δημοσιογράφοι κάνουμε βίωμα το τρίπτυχο αξιών που επαγγέλλεται η γαλλική Λε Μοντ. «Ελευθερία – Αλήθεια – Ευθύνη». Όταν δηλαδή η κοινωνία και το Κράτος διασφαλίσουν την ελευθερία του τύπου, έτσι ώστε ο λειτουργός κάνοντας χρήση του κατά τον Αριστοτέλη δικαιώματος ελεύθερης επιλογής ν ασκεί το λειτούργημά του υπερασπιζόμενος συνειδητά το δικαίωμα του πολίτη αυτή τη φορά για αληθινή, αντικειμενική ενημέρωση. Σε μια τέτοια περίπτωση η κοινωνία των πολιτών κι όχι μόνον, θα έχει κάθε δικαίωμα να ζητά από το δημοσιογράφο εξηγήσεις και αυτός από την πλευρά του να μπορεί ν αναλαμβάνει την ευθύνη για τα αποτελέσματα της δραστηριότητάς του. Τόσο απλό και συνάμα τόσο δύσκολο να εφαρμοστεί.
Ευχαριστώ.
Πανεπιστήμιο Λευκωσίας
Λευκωσία
28/2/2011