11/11/2014 23:03:00

 Όταν την παραμονή των Χριστουγέννων  του 1906 οι ναύτες στο λιμάνι της Βοστόνης άκουγαν αποβλακωμένοι τη μελωδία της Άγιας Νύχτας να βγαίνει μέσα από τα ηχεία των ασυρμάτων τους, μίλησαν για θαύμα! Κι όντως η εκπομπή και η λήψη φωνητικών μηνυμάτων ήταν ένα θαύμα της επιστήμης, το οποίο έμελλε ν' αφήσει τη σφραγίδα του στην πορεία της ανθρώπινης ιστορίας. Η νύχτα εκείνη αποτέλεσε τη επαλήθευση και συνάμα επιβράβευση μιας σειράς ερευνών που κράτησαν για μισό περίπου αιώνα. Φαραντέι, Μάξουελ, Χέρτζ, Μπράντλεϊ, Ποπόφ, Μαρκόνι και Φασέντετ, είδαν τα όνειρά τους να γίνονται πραγματικότητα.
Η εμφάνιση στο προσκήνιο των ηλεκτρονικών ΜΜΕ ήταν ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα του 20ου αιώνα, πιο σημαντικό κι απ αυτή την έξοδο του ανθρώπου από τη γήινη ατμόσφαιρα. Το ραδιόφωνο, κι αργότερα η τηλεόραση άλλαξαν κυριολεκτικά τη ζωή μας, έδωσαν νέα ποιότητα στον τομέα της επικοινωνίας, της ψυχαγωγίας, προσέδωσαν νέα μορφή και  περιεχόμενο στη δημοσιογραφία, δημιούργησαν ένα νέο πολιτισμό - τον πολιτισμό των ΜΜΕ.
Οι πρώτες δύο δεκαετίες του 20ου αιώνα ήταν κατά βάση μια περίοδος πειραματισμών για το ραδιόφωνο. Στ αρχικά στάδια το ραδιόφωνο χρησιμοποιήθηκε πρωτίστως ως μέσο ψυχαγωγίας και απ' ευθείας μετάδοσης καλλιτεχνικών γεγονότων. Ήταν ταυτόχρονα ένα παιχνίδι στα χέρια των φοιτητών της εποχής.
Η πραγματική ιστορία του ραδιοφώνου  αρχίζει ουσιαστικά με τη δημιουργία του πρώτου ραδιοφωνικού σταθμού. Το ημερολόγιο έγραφε 2 Νοεμβρίου του 1920, όταν στον αέρα έβγαινε ο K.D.K.A. – ο πρώτος επαγγελματικός σταθμός στις ΗΠΑ και στον κόσμο, ένας σταθμός που εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι και σήμερα. Η εξάπλωση του νέου Μέσου ακολούθησε πορεία γεωμετρικής προόδου. Για όσους αρέσκονται στις στατιστικές  σημειώνεται  ότι ένα μόλις χρόνο μετά την εκπομπή σήματος από τον K.D.K.A στις ΗΠΑ «ξεφύτρωσαν» πέραν των 600 ραδιοσταθμών, ενώ μέχρι το τέλος της δεκαετίας, το 60% των νοικοκυριών της χώρας διέθετε μία τουλάχιστον ραδιοφωνική συσκευή στο σπίτι. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1920 έχουμε τη δημιουργία ολοκληρωμένων ραδιοφωνικών δικτύων τόσο στην Αμερική, όσο και στην Ευρώπη. Οι ραδιοσταθμοί που δημιουργούνται είναι τόσο ιδιωτικοί – κυρίως στις ΗΠΑ, όσο κρατικοί ή μικτοί –στην Ευρώπη. 

Χρειάστηκε να περάσει μια σχεδόν δεκαετία ραδιοφωνικών εκπομπών για να συνειδητοποιήσει ο άνθρωπος την «υπερφυσική» για τα δεδομένα της εποχής δύναμη που έκλεινε μέσα του το πρώτο ηλεκτρονικό Μέσο Μαζικής Επικοινωνίας. Πολλοί θεωρούν ότι η συνειδητοποίηση αυτής της πραγματικότητας αντανακλάται στην χρησιμοποίηση του ραδιοφώνου για διαφημιστικούς σκοπούς. Μπορεί στην ιστορία του ραδιοφώνου το πρώτο διαφημιστικό μήνυμα ν αποδίδεται στον Frank Conrad, ο οποίος τον Οκτώβρη του 1920 διαφήμισε ένα κατάστημα παιχνιδιών, ωστόσο η πρώτη εμπορική ραδιοφωνική διαφήμιση ακούστηκε στις 28 Αυγούστου του 1922 από το σταθμό WEAF της Νέας Υόρκης.  Η πρώτη εμπορική διαφήμιση προερχόταν από ένα κτηματομεσιτικό γραφείο, το οποίο διαφήμιζε ένα συγκρότημα διαμερισμάτων. Η διαφήμιση διαρκούσε 10 λεπτά και στοίχισε στην εταιρεία  $100! 
Η εμπορική ραδιοφωνική διαφήμιση σταδιακά κέρδισε την εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων. Η αμεσότητα, η φαντασία, αλλά και η δύναμη της επανάληψης,  ήταν τα στοιχεία που προσέδωσαν στα ραδιοφωνικά διαφημιστικά μηνύματα μεγάλη σημασία και επιτυχία. Οι διαφημιστικές εταιρείες διέθεσαν τεράστια κονδύλια για την ανάπτυξη του δημιουργικού μέρους της ραδιοφωνικής διαφήμισης, με ομολογουμένως τεράστια επιτυχία.   

Η μεγάλη απήχηση που το ραδιόφωνο είχε στο κοινό, όπως ήταν φυσιολογικό, κέντρισε σχεδόν αμέσως το ενδιαφέρον των πολιτικών και της πολιτικής. Η πρώτη ραδιοφωνική μετάδοση πολιτικής ομιλίας έγινε στις 6 Δεκεμβρίου του 1923. Στις προεδρικές εκλογές του 1924 το ραδιόφωνο έπαιξε για πρώτη φορά σημαντικό ρόλο. Μέχρι τότε οι ψηφοφόροι των ΗΠΑ γνώριζαν τους υποψήφιους από τις φωτογραφίες και τις αφίσες που αναρτιούνταν στους τοίχους των πόλεων. Με αφετηρία τις εκλογές αυτές οι ψηφοφόροι είχαν την ευκαιρία ν ακούν τους υποψήφιους προέδρους ν αναλύουν τις πολιτικές τους θέσεις κι από το ραδιόφωνο. Οι εκλογές εκείνες δικαίως χαρακτηρίστηκαν «εκλογές ραδιοφώνου». 
Καθοριστικό ρόλο στην «πολιτικοποίηση» του ραδιοφώνου διαδραμάτισε ο Πρόεδρος Ρούσβελτ. Ως οξυδερκής και διορατικός πολιτικός, ο Ρούσβελτ άρχισε να χρησιμοποιεί το ραδιόφωνο ως Μέσο Επικοινωνίας με το λαό από το 1928, από την περίοδο που ήταν Κυβερνήτης της Νέας Υόρκης. Συνέχισε να κάνει αυτό κι όταν αργότερα ανέλαβε τα ηνία του «Λευκού Οίκου». Ο Ρούσβελτ χαρακτήρισε τα διαγγέλματά του προς τον αμερικάνικο λαό ως «συζητήσεις γύρω από το τζάκι» Η επιτυχία του Ρούσβελτ που βεβαίως οφειλόταν και στα ιδιαίτερα επικοινωνιακά χαρίσματά του, ενέπνευσε και τους επόμενους Προέδρους των ΗΠΑ. Τα προεδρικά διαγγέλματα προς τους πολίτες θεσμοθετήθηκαν και μεταδίδονταν τακτικά, κατά κανόνα μία φορά τη βδομάδα. Βέβαια κάποιοι δεν συνειδητοποίησαν τη δύναμη και τις επιπτώσεις που είχαν τα ραδιοφωνικά μηνύματα. Κλασσικό παράδειγμα ήταν ο Ρόναλντ Ρέιγκαν, ο οποίος τον Αύγουστο του 1984, στο αποκορύφωμα του «Ψυχρού Πολέμου», λίγο πριν το διάγγελμα  και ενώ αστειευόταν με τους συμβούλους του έκανε μια δήλωση που «από λάθος» μεταδόθηκε ζωντανά από αέρος. Έτσι έκθαμβος ο αμερικανικός λαός άκουσε τον πρόεδρο του λέει: «Αγαπητοί μου Αμερικανοί. Είμαι στην ευχάριστη θέση να σας ανακοινώσω ότι πριν από λίγο κήρυξα τη Σοβιετική Ένωση άπαξ και δια παντός εκτός νόμου. Σε πέντε λεπτά ξεκινά ο βομβαρδισμός». Η γκάφα του Αμερικανού Προέδρου λίγο έλειψε να προκαλέσει διπλωματικό επεισόδιο…
Η 30η Οκτωβρίου του 1938 είναι μια ξεχωριστή ημερομηνία στην ιστορία του ραδιοφώνου. Παραμονές της γιορτής του Χάλοουιν οι συντελεστές της εκπομπής Mercury Theatre On The Air του ραδιοφωνικού σταθμού CBS αποφάσισαν να μεταδώσουν μια διασκευή ειδικά για το ραδιόφωνο του μυθιστορήματος  «Πόλεμος των Κόσμων» του συγγραφέα Χέρμπερτ Τζορτζ Γουέλς.
Το ραδιοφωνικό σενάριο ανέλαβε ένας νεαρός τότε παραγωγός ραδιοφώνου, σκηνοθέτης και ηθοποιός Όρσον Γουέλς. Ο Γουέλς επέλεξε να δώσει στο σενάριο χαρακτήρα δελτίων ειδήσεων, τα οποία ενημέρωναν ζωντανά τους ακροατές για μια φανταστική εισβολή Αρηανών στη Γή. Σύμφωνα με το σενάριο η κανονική ροή της εκπομπής διακόπτεται με τον εκφωνητή να αναφέρει ότι στον πλανήτη Άρη παρατηρήθηκε μια μεγάλη έκρηξη και ως εκ αποτέλεσμα αυτής ένας φλεγόμενος μετεωρίτης έπεσε στη Γή και συγκεκριμένα στην πόλη Πρίνστον του Νιου Τζερσεϊ. Ακολούθως ένα νέο δελτίο ειδήσεων ενημέρωνε τους ακροατές ότι ο μετεωρίτης ήταν τελικά διαστημόπλοιο από το οποίο εξέρχοντο πάνοπλοι χιλιάδες εξωγήινοι, οι οποίοι με άγριες διαθέσεις βάδιζαν προς τη Νέα Υόρκη σκορπώντας το θάνατο. Η ζωντάνια, η αληθοφάνεια και η παραστατικότητα του Γουέλς δημιούργησαν την εντύπωση μέσα στον κόσμο ότι επρόκειτο για μια πραγματικότητα κι όχι για ένα θεατροποιημένο μυθιστόρημα. Ιδιαίτερα όσοι δεν άκουσαν την εισαγωγή της εκπομπής στην οποία έγινε η αναγκαία αναφορά στο έργο που θα ακολουθούσε, έδωσαν πίστη στα όσα με τόσο γλαφυρό τρόπο μετέδιδε ο Γουέλς. Το γεγονός ότι η εν λόγω εκπομπή δεν διεκόπτετο για τη μετάδοση διαφημίσεων κι ακόμη το ότι ο Γουέλς έδινε συνεχώς νέα στοιχεία και μαρτυρίες για την «εισβολή» των εξωγήινων, έκαναν τη μετάδοση ακόμη πιο αληθοφανή. Το αποτέλεσμα ήταν συγκλονιστικό: Χιλιάδες ακροατές πανικοβλήθηκαν, στις πόλεις δημιουργήθηκε πραγματικό κομφούζιο, τα τηλέφωνα στις αρμόδιες Αρχές κτυπούσαν συνεχώς, άτομα με προβλήματα υγείας παρουσίασαν συμπτώματα υποτροπής, ενώ δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αποπειράθηκαν ν αυτοκτονήσουν. Υπό το καθεστώς πανικού αρκετοί κάτοικοι άρχισαν να έχουν παραισθήσεις: Κάποιοι επιβεβαίωναν ότι είχαν δει τους τρομακτικούς εισβολείς να επιτίθενται με σφοδρότητα κατά των αμερικανών στρατιωτών, άλλοι ορκίζονταν ότι είδαν πολεμικά αεροπλάνα του εχθρού να πετούν πάνω από τον ποταμό Χάντσον. Την ίδια στιγμή αριθμός δημοτικών συμβούλων έχοντας πλήρη εμπιστοσύνη στα δελτία του CBS άρχισαν να επεξεργάζονται σχέδιο εκκένωσης της Νέας Υόρκης. 
Όλο αυτό το διάστημα η ομάδα του Mercury Theatre On The Air δεν είχε ενημέρωση, ούτε μπορούσε να φανταστεί τις επιπτώσεις που προκάλεσε η εκπομπή. Ο Γουέλς και οι συνεργάτες του πληροφορήθηκαν για τα «κατορθώματά τους» μόνο όταν η Αστυνομία εισέβαλε στο ραδιοθάλαμο και διέκοψε τη μετάδοση της εκπομπής…
Η ζωντανή, απ’ ευθείας μετάδοση μεγάλων ιστορικών γεγονότων ήταν το στοιχείο εκείνο που επέβαλε το ραδιόφωνο ως κύριο ειδησεογραφικό Μέσο. Ταυτόχρονα με την παρουσία του στο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι το «κουτί που μιλά» έκανε επίδειξη δύναμης, κερδίζοντας της αναγνώριση ακόμη και από τους πλέον δύσπιστους. Σημειώνεται ότι για σειρά ετών τόσο οι εκδότες των εντύπων Μέσων, όσο κυρίως τα ειδησεογραφικά πρακτορεία αρνούνταν να συνεργαστούν με το Ραδιόφωνο είτε επειδή το υποτιμούσαν, είτε επειδή θεωρούσαν ότι δεν πρέπει να έχει ανάμειξη με την ειδησεογραφία, είτε επίσης επειδή στο πρόσωπό του έβλεπαν ένα επικίνδυνο ανταγωνιστή. 
Βέβαια οι όποιες ενστάσεις κάμφηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 30, η οποία δίκαια χαρακτηρίζεται ως η  χρυσή δεκαετία του ραδιοφώνου. Το ραδιόφωνο όχι μόνο εδραιώνει τη θέση του, αλλά και καθιερώνεται ως το δημοφιλέστερο Μέσο Μαζικής Επικοινωνίας. Το ραδιόφωνο δεν είναι απλώς «η εφημερίδα που μιλά». Τόσο στην αμερικανική όσο ευρωπαϊκή ήπειρο το ραδιόφωνο μαγνητίζει τον κόσμο προσφέροντας του ενημέρωση, ψυχαγωγία, αλλά και εκπαίδευση. Σημαντική είναι η συμβολή του μέσου στην οικογενειακή  ψυχαγωγία και ενημέρωση, ένα φαινόμενο που θα πάρει διαστάσεις στην εποχή της τηλεόρασης. Στο πρόσωπο του ραδιοφώνου οι μουσικές εταιρείες, το θέατρο και οι καλλιτέχνες κάθε είδους βρήκαν ένα σταθερό σύμμαχο. Το ραδιόφωνο φέρνει κοντά στο λαό κλασσικά  θεατρικά έργα, λογοτεχνικά αριστουργήματα, γνωστά και σύγχρονα ακούσματα. Οι πολίτες επιλέγουν το ραδιόφωνο για να ενημερωθούν για τα μεγάλα αθλητικά γεγονότα, όπως και για την ενημέρωσή τους γενικότερα. 

Στα  χέρια των Ναζί και του Αδόλφου Χίτλερ, το ραδιόφωνο μετεξελίσσεται σ ένα ιδανικό μέσο προπαγάνδας και ποδηγέτησης  των μαζών.  Οι εθνοσοσιαλιστές χρησιμοποιούν το "δέκτη του λαού" για προώθηση της ιδεολογίας του Γ Ράιχ.   Η προσιτή τιμή και το «ειδικό» ενδιαφέρον, είχαν ως αποτέλεσμα τη ραγδαία αύξηση των γερμανικών νοικοκυριών που διέθεταν έστω και μια συσκευή ραδιοφώνου. Έτσι ενώ το 1933 ραδιοφωνικό δέκτη διέθετε το 25% των νοικοκυριών, στις παραμονές του Β Παγκοσμίου Πολέμου το 1939 το ποσοστό αυτό ανέβηκε στο 70%. Κατά την ίδια περίοδο οι ακροατές ραδιοφώνου στη Γερμανία τετραπλασιάστηκαν, αφού από 4 εκατομμύρια που ήταν το 1933 έφθασαν τα 16 εκατομμύρια το 1941. Οι εθνοσοσιαλιστές αποδείχθηκαν ικανότατοι στην προπαγάνδα από το ραδιόφωνο. Καθημερινά οι Γερμανοί πολίτες γίνονταν δέκτες εύηχων συνθημάτων με ρατσιστικό περιεχόμενο, διασκέδαζαν σε ήχους εμβατηρίων και χάνονταν κυριολεκτικά μέσα σ ένα εθνικιστικό παραλήρημα που ήθελε το λαό πειθήνιο όργανο στην προσπάθεια για επίτευξη του μέγιστου εθνικού στόχου.

Ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος έδωσε τη δυνατότητα στο ραδιόφωνο να δείξει τις τεράστιες δυνατότητες του στον τομέα της ενημέρωσης. Στην περίοδο αυτή είχαμε την κυριαρχία της ανταπόκρισης, με τα ραδιόφωνα να μεταφέρουν ζωντανά σε κάθε γωνιά του ανεπτυγμένου κόσμου τις εξελίξεις από τα διάφορα μέτωπα. Η αρχή έγινε με το «πατέρα» της ραδιοφωνικής ανταπόκρισης, τον αμερικανό δημοσιογράφο του  CBS Edward Murrow, ο οποίος ενημέρωνε καθημερινά από το Λονδίνο τους αμερικανούς ακροατές για τους βομβαρδισμούς της πόλης από τη γερμανική πολεμική αεροπορία. Εξαιρετικός χειριστής της γλώσσας και καλός γνώστης του επικοινωνιακού παιχνιδιού μάγευε τους ακροατές, οι οποίοι περίμεναν μ’ ανυπομονησία κάθε βράδυ την ανταπόκριση του Murrow, που ως συνήθως ξεκινούσε με το γνωστό: "This is London,"  και ολοκληρωνόταν  με την γεμάτη αποσιωπητικά ευχή: "good night, and good luck".  Οι ανταποκρίσεις του Murrow ειδικά και η σπουδή που έδειξε το CBS γενικότερα ανέδειξαν το ραδιόφωνο ως «πρώτο βιολί» στον τομέα της ειδησεογραφίας. Σίγουρα δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Τσάμπερλεν επέλεξε το ραδιόφωνο για ν ανακοινώσει στις 3 Σεπτεμβρίου του 1939 και επίσημα την κήρυξη του Πολέμου κατά της ναζιστικής Γερμανίας. 
Η ίδια περίπου εικόνα επικρατούσε και στην αχανή Σοβιετική Ένωση, όπου στην περίοδο 1941 – 1945 εκατομμύρια πολίτες στις ελεύθερες  περιοχές κρέμονταν κυριολεκτικά από τα χείλη ενός 30χρονου νεαρού εκφωνητή,  του Yuri Levitan, για να πληροφορηθούν για την έκβαση της μάχης του Στάλινγκραντ, για την τιτανομαχία στο Κουρσκ, για τα νεότερα από την πολιορκία του Λένινγκραντ, για την προέλαση του Κόκκινου Στρατού. Ο Γιούρι Λεβιτάν είχε την τύχη να μεταδώσει την πιο σημαντική ίσως, είδηση του 20ου αιώνα: Την κατάληψη του Ραιχστακ από τον Κόκκινο Στρατό και την άνευ όρων συνθηκολόγηση της ναζιστικής Γερμανίας. 

Ο προπαγανδιστικός χαρακτήρας του ραδιοφώνου συνεχίστηκε και μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Θα μπορούσε μάλιστα να ισχυριστεί κάποιος ότι στις συνθήκες του «Ψυχρού Πολέμου» γνώρισε μια ιδιαίτερη άνθιση. Και από τις δύο πλευρές του «παραπετάσματος» υπήρχε μεγάλος αριθμός, κατά κανόνα κρατικών, ραδιοφωνικών σταθμών, οι οποίοι ως μοναδικό σχεδόν μέλημα είχαν αφενός να μεταδώσουν στο εξωτερικό μηνύματα προβολής και στήριξης της οικείας πολιτικής και αφ’ ετέρου να αντικρούσουν τα προπαγανδιστικού χαρακτήρα μηνύματα του αντιπάλου. Την ίδια στιγμή ένθεν και ένθεν εξελισσόταν ένας πόλεμος «παρασίτων», ο οποίος στόχευε στην παρεμπόδιση λήψης του ραδιοφωνικού σήματος από το αντίπαλο στρατόπεδο. 

Μετά το Β Παγκόσμιο Πόλεμο το ραδιόφωνο είχε ν αντιμετωπίσει ένα νέο σοβαρό αντίπαλο – την τηλεόραση. Από τη μια η δύναμη του βίντεο κι από την άλλη η αμεσότητα της τηλεόρασης, έφεραν το ραδιόφωνο σε δύσκολη θέση. Πολλοί μάλιστα ήταν εκείνοι που βιάστηκαν να μιλήσουν για το θάνατο των ραδιοκυμάτων. 
Η πρόβλεψη αυτή αποδείχτηκε λανθασμένη, ωστόσο τα νέα δεδομένα ανάγκασαν το ραδιόφωνο να αναδιαμορφώσει το χαρακτήρα και το περιεχόμενό του. Συγκεκριμένα με πρωτοπόρο τις ΗΠΑ είδαμε να προωθείται η ιδέα του «φόρματ», δηλαδή του εξειδικευμένου ραδιοφωνικού προγράμματος και τη δημιουργία των θεματικών ραδιοφώνων. Κατά κύριο λόγο το ραδιόφωνο έστρεψε την προσοχή του στη μουσική, αναλαμβάνοντας μάλιστα το ρόλο της προώθησης των νέων ακουσμάτων. Μέσα από εκπομπές του τύπου «top 40» οι ακροατές ενημερώνονταν για τα νέα τραγούδια, ενώ την ίδια στιγμή εξωθείτο ο κόσμος να αγοράζει τους δίσκους αυτούς, γεγονός που ικανοποιούσε τις δισκογραφικές εταιρείες, οι οποίες στο πρόσωπο του ραδιοφώνου βρήκαν ένα στενό οικονομικό σύμμαχο.  Σε χρόνο ρεκόρ το ραδιόφωνο έγινε το μέσο της νεολαίας, το μέσο των μεγάλων επιτυχιών, το μέσο των νέων ρευμάτων στο χώρο της μουσικής.
Βέβαια το μουσικό ραδιόφωνο δεν ήταν η μοναδική κατεύθυνση του θεματικού ραδιοφώνου. Την ίδια περίοδο είχαμε τη εμφάνιση του ραδιόφωνο λόγου (Talk radio), το οποίο εξειδικευόταν στη μετάδοση ειδήσεων, σε εκπομπές λόγου και στο ραδιοφωνικό σχολιασμό. 
Οι νέες τάσεις στο χώρο του ραδιοφώνου δεν έγιναν εύκολα αποδεκτές στην Ευρώπη και ειδικά στην Αγγλία. Κλασσική ήταν η περίπτωση του συντηρητικού BBC, το οποίο παρά την απαίτηση της νεολαίας αρνείτο πεισματικά να μεταδώσει μουσική ροκ εν ρολ. Η επιμονή αυτή προκάλεσε την αντίδραση του επιχειρηματία στο χώρο της μουσικής Ρόναν Ο' Ρέιλι, ο οποίος αφού εγκατέστησε ένα ραδιοφωνικό σταθμό σε ένα πλοιάριο, βγήκε στ ανοικτά και από απόσταση τριών ναυτικών μιλίων άρχισε να εκπέμπει σήματα «απαγορευμένης μουσικής».  Στο ημερολόγιο αναγραφόταν η ημερομηνία  28 Μαρτίου του 1964 και στην πλώρη του πλοίου το όνομα «Ράδιο Καρολίνα». Ο πρώτος σημαντικός πειρατικός σταθμός στην Αγγλία εξέπεμπε πάνω σε 24ωρη βάση μουσική ροκ, μια μουσική που ξετρέλαινε τη νεολαία. Το παράδειγμα του «Ράδιο Καρολίνα» αντέγραψαν κι αρκετοί άλλοι απαιτητικοί βρετανοί μ’ αποτέλεσμα  πολύ γρήγορα τα νερά της Μάχης κι όχι μόνον, γέμισαν με πειρατικούς σταθμούς εν πλω. Η επιρροή του «Ράδιο Καρολίνα» από τη μια και οι αντιδράσεις του νεαρόκοσμου από την άλλη ανάγκασαν το BBC να προχωρήσει στη δημιουργία του Radio 1, το οποίο μετέδιδε σε πανεθνικό επίπεδο νέα, σύγχρονα ακούσματα. 
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε ότι καθοριστικό ρόλο στην επιβίωση του ραδιοφώνου διαδραμάτισαν ακόμη δύο παράγοντες: Πρώτα ήταν ανακάλυψη το 1948 του τρανζίστορ, ανακάλυψη που έριξε αισθητά το κόστος και την ευχρηστία του ραδιοφωνικού δέκτη. Και δεύτερον: Η τοποθέτηση ραδιοφωνικού δέκτη στα ταμπλό των αυτοκινήτων. Η εξέλιξη αυτή μετέτρεψαν στο ραδιόφωνο σε «μέσο του δρόμου». Εκατομμύρια ακροατές σε κάθε γωνιά του πλανήτη χρησιμοποιούν καθημερινά το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο για να ενημερώνονται και να ψυχαγωγούνται.
Κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, ένεκα ίσως και του ψυχρού πολέμου, παρατηρήθηκε ένας έντονος κρατικός παρεμβατισμός στα ηλεκτρονικά ΜΜΕ, τα οποία έτσι κι αλλιώς στην πλειοψηφία τους ήταν κρατικά ή εξαρτώντο από το Κράτος. Ο υπερβολικός κρατισμός λειτουργούσε σε βάρος των δημοσιογραφικών ελευθεριών και της ποιότητας του δημοσιογραφικού έργου. Δεν είναι  τυχαίο το γεγονός ότι κατά τις δεκαετίες του 1960 – 1990 είδαμε το φαινόμενο των «ραδιοφωνικών πειρατών» να κερδίζει έδαφος. Η περίπτωση του «Ράδιο Καρολίνα» δεν ήταν μοναδική. Για την ιστορία θα πρέπει ν αναφερθεί η περίπτωση του «Radio – Mercury» - του πρώτου πειρατικού σταθμού στην Ευρώπη με έδρα τη Δανία. Το εν λόγω ραδιόφωνο λειτουργώντας ως εμπορικό ραδιόφωνο ξεκίνησε χωρίς την άδεια των Δανέζικων Αρχών τη μετάδοση προγράμματος από τα διεθνή ύδατα πλησίον της Κοπεγχάγης. 
Τη δική του ιστορία έγραψε αρχές της δεκαετίας του 60 και το «Ράδιο Λουξεμβούργο» που είχε τις εγκαταστάσεις του στο ομώνυμο δουκάτο . Το ακροατήριο  του «Ραδιο Λουξεμβούργο»  ήταν κυρίως νεαρόκοσμος, στην πλειοψηφία νεαρές αγγλίδες, οι οποίες απολάμβαναν κάθε βράδυ τα σύγχρονα ακούσματα από την αλλοδαπή.  Οι έλληνες «πειρατές» μιλούν για καμάρι για το «Τζερώνυμο Γκρούβυ» - τον παράνομο σταθμό που άρχισε τη λειτουργία του λίγο πριν την άνοδο της Χούντας στην εξουσία και κράτησε μέχρι και το 2005. Βέβαια η ναυαρχίδα της ελληνικής «πειρατείας» ήταν ο παράνομος ραδιοσταθμός του Πολυτεχνείου. Με ένα κατσαβίδι και μια πένσα τρείς 25άρηδες – ο Πέτρος, ο Τάσος κι ο Γιώργος με ψευδώνυμα που θύμιζαν ανυπότακτα άλογα, έφτιαξαν σε χρόνο ρεκόρ το σταθμό της αντίστασης, το σταθμό που έμελλε να βάλει την ταφόπλακα στην ελληνική χούντα.
Στην Κύπρο με τη ραδιοφωνική πειρατεία ασχολούντο από τα τέλη της δεκαετίας του 70 αρκετοί ερασιτέχνες τεχνικοί ραδιοφώνου, μαθητές και εραστές της ξένης και καλής ελληνικής μουσικής. Παρά το κυνήγι  της Αστυνομίας αρκετές συνοικίες των μεγάλων πόλεων διέθεταν τους δικούς τους πειρατικούς σταθμούς. 
Η απορύθμιση των ΜΜΕ στην Ευρώπη χρονικά συνδέεται με την προεδρία του Ronald Reagan στις ΗΠΑ και της Μάργκαρετ Θάτσιερ στην Βρετανία. Είναι η περίοδος που ο νεοφιλελευθερισμός γίνεται επίσημη πολιτική σε πολλές χώρες, είναι η περίοδος όπου η παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου καθιερώνεται ως επίσημη οικονομική πολιτική στην παγκόσμια σκακιέρα.  Η απορύθμιση αποτελεί κεντρικό σημείο της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής για τον οικονομικό εκσυγχρονισμό μέσω των ιδιωτικοποιήσεων και της προώθησης των μηχανισμών της αγοράς. Στην προσπάθεια αυτή το οικονομικό κατεστημένο αποτείνεται στα Μέσα Επικοινωνίας, τα οποία χρησιμοποιεί ως βασικό προπαγανδιστή για προώθηση του υπερκαταναλωτισμού, ως βασικό προπαγανδιστή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής. 
Με φόντο τα νέα οικονομικά δεδομένα  η Ε.Ε εισαγάγει την αρχή του νεοφιλελευθερισμού στον τομέα των ηλεκτρονικών Μέσων Ενημέρωσης. Τον Οκτώβρη του 1989 οι Βρυξέλλες εκδίδουν την οδηγία για «Τηλεόραση χωρίς σύνορα».  Η Γενική αρχή της οδηγίας συμπυκνώνεται στη θέση ότι τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν αφ ενός την ελευθερία διάδοσης μηνυμάτων από τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ σ όλη την επικράτεια της χώρας και αφετέρου δεν εμποδίζουν τη λήψη και αναμετάδοση στο έδαφός τους οπτικοακουστικών εκπομπών που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη. 
Η εφαρμογή της οδηγίας στις χώρες – μέλη της Ε.Ε. αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη γενικότερα, επέφερε ριζικές αλλαγές στο χαρακτήρα και στο περιεχόμενο της ηλεκτρονικής μαζικής επικοινωνίας και ενημέρωσης. Ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια της εφαρμογής της, παρατηρείται ένας άνευ προηγουμένου ενθουσιασμός και κινητικότητα στο τομέα της ραδιοτηλεόρασης. Το μονοπώλιο του Κράτους καταργείται και οι ιδιωτικοί σταθμοί παίρνουν το πάνω χέρι. Η αύξηση του αριθμού των ραδιοσταθμών, κυρίως τοπικών, δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας μ αποτέλεσμα χιλιάδες νέοι να στρέφουν την προσοχή τους στη δημοσιογραφία και τη ραδιοφωνική παραγωγή. Το ύφος των εκπομπών αλλάζει και ο στερεότυπος τρόπος έκφρασης εγκαταλείπεται. Η ραδιοφωνική γλώσσα απελευθερώνεται, γίνεται πιο επικοινωνιακή, καυστική και ενίοτε προκλητική. Η δημοκρατικότητα που έτσι κι αλλιώς χαρακτηρίζει το ραδιόφωνο βαθαίνει ακόμη περισσότερο και η απόσταση με τον ακροατή σμικρύνεται. Η θεματολογία των εκπομπών διευρύνεται και η δημοσιογραφική έρευνα εισέρχεται σε «απαγορευμένες» μέχρι τότε ζώνες. Η σχολιογραφία και το ρεπορτάζ κερδίζουν έδαφος. Η μονοφωνία δίνει τη θέση της στην πολυφωνία και η μοναδικότητα στον πλουραλισμό. Μέσα από τις ραδιοφωνικές συχνότητες παρατηρείται μια ανταλλαγή απόψεων, ένα ζύμωμα ιδεών και γενικά ένας δημιουργικός, στις πλείστες των περιπτώσεων, δημόσιος διάλογος. Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί εδώ ότι στα πρώτα χρόνια της νέας τάξης πραγμάτων -από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 μέχρι τα μέσα  της δεκαετίας του 1990 – έχουμε τη μια «νέα ‘’Ανοιξη» στο χώρο των ηλεκτρονικών ΜΜΕ.
Όπως όμως συμβαίνει και στη Φύση έτσι κι εδώ η Άνοιξη του ραδιοφώνου δεν άντεξε πολύ. Προτού καν εκπνεύσει ο 20ος αιώνας πάνω από το ευρωπαϊκό ραδιοφωνικό τοπίο μαζεύτηκαν πολλά μαύρα σύννεφα. Η απόλυτη σε πολλές περιπτώσεις φιλελευθεροποίηση, όπως και στην οικονομία, έτσι και στον τομέα των ηλεκτρονικών ΜΜΕ έφερε αρνητικά αποτελέσματα:
 Την απόλυτη μοναξιά των μεταπολεμικών χρόνων διαδέχεται η Βαβυλωνία του 21ου αιώνα. Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες ο αριθμός των ιδιωτικών ραδιοσταθμών είναι πολύ μεγαλύτερος του αντικειμενικά ικανοποιητικού. Η ηχορύπανση, η σύγχυση και το μπέρδεμα των ραδιοσυχνοτήτων αποτελεί πλέον συχνό φαινόμενο κυρίως σε επίπεδο τοπικών ραδιοσταθμών. Οι νόμοι της αγοράς δεν κατάφεραν να θέσουν τάξη στο χώρο του ραδιοφώνου. Αντί λουκέτου, πολλοί ραδιοσταθμοί επέλεξαν να μειώσουν το προσωπικό, να περιορίσουν στο ελάχιστο τις ειδησεογραφικές εκπομπές και τη δημοσιογραφική έρευνα, να ακολουθήσουν τη συνταγή του “fast food” ή τη  λογική του “play list” και γενικά να μετατρέψουν τις ραδιοφωνικές επιχειρήσεις σε επιχειρήσεις χαμηλού κόστους. Και αυτό βέβαια με σοβαρές επιπτώσεις στην ποιότητα του περιεχομένου και των ραδιοφωνικών μηνυμάτων. 
Η απελευθέρωση των συχνοτήτων προσέδωσε μια ξεχωριστή δυναμική κι ανάπτυξη στο τομέα της ηλεκτρονικής διαφήμισης. Τα κονδύλια για την εμπορική  διαφήμιση αυξήθηκαν με γρήγορους ρυθμούς. Ωστόσο από κάποια φάση και μετά, ιδιαίτερα στην περίοδο της πρώτης μεγάλης οικονομικής κρίσης του 21ου αιώνα, η διαφημιστική πίττα όχι μόνο σταμάτησε να μεγαλώνει, αλλά παρουσιάζει μείωση. Η επιβίωση των ραδιοσταθμών γίνεται προβληματική. 
Ο 21ος αιώνας έχει χαρακτηριστεί ως ο αιώνας του διαδικτύου και των πολυμέσων. Η μαζική επικοινωνία αλλάζει συνεχώς μορφές εγκαταλείποντας εργαλεία περασμένων εποχών. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των εντύπων ΜΜΕ που ακολουθούν μια σταθερή πορεία προς την εξαφάνισή τους. Η άποψη ότι οι «άνθρωποι που διαβάζουν εφημερίδα οδεύουν προς το νεκροταφείο, ενώ αυτοί που δεν διαβάζουν καθόλου έχουν ήδη ολοκληρώσει τον πανεπιστημιακό κύκλο σπουδών», αντανακλά μια πραγματικότητα. 
Ένα σχεδόν αιώνα μετά τη γέννησή του το ραδιόφωνο φαίνεται να δοκιμάζεται εκ νέου. Βέβαια ούτε αυτή τη φορά κινδυνεύει με εξαφάνιση, όπως διατείνονταν κάποιοι όταν στο προσκήνιο εμφανίστηκε η τηλεόραση. Τώρα η πρόκληση είναι διαφορετική. Χωρίς να πετά στα σκουπίδια τη συμβατική του μορφή, η οποία έχει ακόμη αρκετά χρόνια ζωής, το ραδιόφωνο είναι υποχρεωμένο να εκσυγχρονιστεί και να συμβαδίσει με τα νέα τεχνολογικά επιτεύγματα. Εκσυγχρονισμός στο περιεχόμενο και στο χαρακτήρα, αλλά κυρίως εκσυγχρονισμός των τρόπων και των εργαλείων μετάδοσης των μηνυμάτων. Το ραδιόφωνο ως Μέσο Μαζικής Επικοινωνίας, ενημέρωσης και ψυχαγωγίας θα εξακολουθήσει να βρίσκεται στο σπίτι, στο αυτοκίνητο στο γραφείο. Η συμβατική όμως μορφή που γνωρίζουμε σήμερα, σταδιακά θ αντικαθίσταται με τη ψηφιακή, τη διαδικτυακή, τη δορυφορική και όποια άλλη  μορφεπινοήσει η Επιστήμη στο πέρασμα του χρόνου. Όμως ως φιλοσοφία, ως σύλληψη, ως τρόπος επικοινωνίας έχει ακόμη πολλά αποθέματα ζωής και παρουσίας.