12/11/2014 06:56:00

Ο γαμπρός της, την αποκαλεί “κοτζιάκαρη”. Όμως η Σιεριφέ δεν είναι γριά. Κατάλευκα μαλλιά, λαξεμένο πρόσωπο, στα εβδομήντα της ακτινοβολεί ενέργεια και αισιοδοξία. Τα βάσανα πολλά, τα χτυπήματα της μοίρας ακόμα περισσότερα. Όμως δεν παραπονιέται. Στέκει γερά στα πόδια της, σηκώνει ψηλά τα παντελόνια - φούστες και τσεμπέρι δεν φόρεσε ποτέ - ατενίζει τον ορίζοντα και μονολογεί: «Κισμέτ, ό,τι γράφτηκε για τον καθένα, γράφτηκε». Η φιλοσοφία της απλή: «Αντιμετώπιζε τα πράγματα όπως έρχονται και προχώρα!» 
     Τα ελληνικά τα μιλά «φαρσί», με τον δικό της όμως τρόπο. Πολύ γουστάρω να την ακούω να «χτυπά» το «τ», ν’ απλώνει και να χοντραίνει το «χ». Το μπόλιασμα της εκλεπτυσμένης ελληνικής από το λαϊκό, βαρύ ηχόχρωμα της τουρκικής είναι που προσδίδει στην κυπριακή διάλεκτο τη ζεστασιά που λατρεύω.
     Όταν με πρωτοείδε, λούστηκε το κλάμα. Το ίδιο έκανε και λίγες μέρες αργότερα, όταν αντίκρισε την αδελφή μου, την ιδιοκτήτρια, να καταρρέει στο κατώφλι του σπιτιού της. Ένιωσε την ανάγκη ν’ απολογηθεί.
     «Το σπίτι είχε τα χάλια του πολύ πριν έρθουμε εμείς εδώ. Έτσι το κατάντησαν αυτοί που πέρασαν πρώτοι, ο στρατός, οι τόπακες από το γειτονικό τουρκοχώρι…»
     Από το σκονισμένο γεμάτο γρατσουνιές πουρό έβγαλε μια ξεθωριασμένη φωτογραφία με κίτρινους λεκέδες. Την σκούπισε «ππάσα-ππάσα» με την άκρη της ποδιάς της και μου την έδωσε χαμογελώντας: «Παπάς τζιαι μάμα σου. Εικοσιοχτώ γρόνια τη φυλάω…»
     Η λεμονάδα πάντως φρέσκια και γλυκιά. Μάλλον θα ήταν από τα λεμόνια της αυλής… Τις προάλλες τη βρήκα να πυρώνει τον φούρνο. Τερατσόμελο. «Αν έρθεις αύριο, μου λέει, θα το δοκιμάσεις!».

     «Τερατσόμελο; Περιτριγυρισμένοι από ελιές, πορτοκαλιές και λεμονόδεντρα και εσείς φτιάχνετε  τερατσόμελο;»
     «Εμείς στην Πάφο τεράτσια είχαμε, τερατσόμελο μάθαμε να φτιάχνουμε». 
Ασυναίσθητα έστρεψα το βλέμμα στο απέραντο, σαράντα σκάλες, αγρόκτημα της οικογένειας. Οι εικόνες της παιδικής ηλικίας είχαν χαθεί. Ο ελαιώνας, λένε, κάηκε, ο λεμονόκηπος έγινε υπαίθριος στάβλος για τις αγελάδες, όσο για τις πορτοκαλιές μαράζωσαν και ξεράθηκαν και αυτές όπως και οι άλλοτε λυγερόκορμες καρυδιές. Κι ας κυλούσε το νερό στις ρίζες τους. Ποιος είπε ότι τα δέντρα δεν νιώθουν μοναξιά;
     Από την ταράτσα επάνω αγναντεύω τον κάμπο. Εικόνα εγκατάλειψης. Ποιος χάλασε τη γραμμική διάταξη, πώς στέρεψαν οι πηγές, ποια μαύρη τρύπα ρούφηξε το πράσινο… Γιατί κυρα-Σιεριφέ;
     «Μα αφού εξήγησα σου. Εμείς στα χωρκά μας είχαμε κατσέλλες, κοπάδκια και τερατσιές… Ούλλα τούτα, χωράφια, σπίδκια, δέντρα εν ξένα, εν δικά σας… Άμα με το καλό στραφείτε, εν να τ’ αναστήσετε, θα τα κάμετε καλύττερα απ’ ό,τι ήταν πριν». 

Πατρίδα είναι ο άνθρωπος, είναι οι ζωντανές αναμνήσεις.
Με ξεπροβόδισε με μια νέα πρόσκληση.
     «Νά ‘ρτεις ξανά την Κυριακή. Να φέρεις τζιαί τον παπά σου. Να σφάξουμε το τσουρί, το καφετί. Να φωνάξουμε τζιαί τον Οζνέρη με τον ζουρνά και το ταμπουλέκι… Να κάνουμε ζιαφέττιν!»
Πριν βάλω μπρος τη μηχανή, έριξα και το τελευταίο βέλος.
     «Ο Πενταδάκτυλος Σιεριφέ είναι ένας παράδεισος. Ποιος αφήνει τον παράδεισο για τα χαλάσματα της Τέρας και το νεκροταφείο της Αντρολύκου;»
        Για μια στιγμή μόνο το πρόσωπό της συννέφιασε και μια ψιχάλα ξεπρόβαλε στην άκρη του ματιού.
     «Εγιώ, κύριε Γιώρκο, είδα για πρώτη φορά το φως στην Τέρα. Στην Τέρα έκαμα τα πρώτα μου βήματα, στην Τέρα έμαθα να παίζω, να δουλεύω. Εκεί γνωρίσαμε τη χαρά, τη λύπη, την αγάπη. Στην Τέρα παντρευτήκαμε με τον μακαρίτη, στην Τέρα εφέραν τη μαμού τη Ραζιέ για να με ξεγεννήσει, εκεί άκουσα το κλάμα των μωρών μου. Στην Τέρα θέλω να γυρίσω για να πεθάνω. Τζι’ ας μεν έμεινε τίποτε. Μόνο χώμα, λίο χώμα ίσα-ίσα για να με σκεπάσει».
Ενώ μας αποχαιρετούσε, η λάμψη επανήλθε στα γερασμένα μάτια. Το λαξεμένο πρόσωπο φωτίστηκε και πάλι.
     «Να ξανάρτετε! Να ξανάρτετε!»
Να ’σαι σίγουρη Σιεριφέ, θα ξαναρθούμε. Και μια, και δυο και δέκα. Διότι για να μην ξεχάσεις κάτι, πρώτα πρέπει να το γνωρίσεις. Κι ακόμα διότι την ειρήνη Σιεριφέ, την χτίζουμε εμείς, οι απλοί άνθρωποι…