11/11/2014 23:08:00

1. Εκατό είκοσι και ένας

     Στο δρόμο για τη Μαδρίτη στα τριάντα επτά χιλιάδες πόδια. Μόνος ανάμεσα σε άλλους εκατόν είκοσι επιβάτες διαπιστώνεις ότι ο ποιητής δεν σου είπε την αλήθεια. Ούτε σπιρτόκουτα, ούτε μυρμήγκια. Μόνο εσύ και το κενό, το άπειρο. Κι ένας ήλιος κόκκινος, ζεστός που επιστρέφει κουρασμένος από την κοπιαστική διαδρομή. Να ’σαι έτοιμος, έτοιμος για όλα Πασά μου… Να ’χεις τις συχνότητες ανοικτές για νέα ακούσματα, νέα κύματα, νέα ερεθίσματα, νέες μεγάλες ανατροπές. Να ’σαι έτοιμος για το θέρος που πλησιάζει. Να θυμάσαι τον Αντώνιο και να ’σαι πάντα έτοιμος για το τέλος. Αξιοπρεπής και περήφανος.
     Ο ήλιος χάνεται πίσω από τα σύννεφα, η γη γυρίζει και μαζί της γυρίζει και η ζωή, η δική μας ζωή. Τίποτε δεν μένει αμετακίνητο. Τίποτε. Στα τριάντα επτά χιλιάδες πόδια ακόμα και οι σταθερές αξίες χάνουν την ισορροπία τους. Ούτε «πρέπει», ούτε «θα». Σε τέτοιο ύψος μέχρι και τα μεγάλα «ΟΧΙ» ξεθωριάζουν, όπως βέβαια και τα μικρά «ΝΑΙ». 
     Ο αέρας αραιώνει, οι γέφυρες γκρεμίζονται. Ελεύθερη πτώση και μια ταφόπλακα σφραγίζει τα όνειρά σου.
     «Μάστορα, βγάλε τα καρφιά και άσε την ψυχή να πετάξει ψηλά, να ρουφήξει το οξυγόνο που ολοένα λιγοστεύει».
     «Φύσα θάλασσα πλατιά, φύσα αέρι, φύσα αέρι να μας πάρεις μακριά, να μας πας στα περασμένα...», αλλά και στα μελλούμενα…

2. Κόρδοβα.

     «Ο άνεμος είναι ένα άλογο». Άκου τον πώς τρέχει, πώς σφυρίζει μες στους κάμπους, μες τους ελαιώνες και τη χέρσα γη…
     «Κόρδοβα, μακρινή και μόνη». Κόρδοβα του ήλιου, της φωτιάς και του δρεπανιού, Κόρδοβα του παθιασμένου έρωτα και της ζεστής αγάπης.
     «Ο άνεμος είναι ένα άλογο». Άκου τον, με φωνάζει να με πάει μακριά. Πέρα από τους απέραντους ελαιώνες, πέρα από τους θνητούς και τα πάθη τους.
     Κόρδοβα της επανάστασης. Φεύγω Ισπανόφωνε Ζαπάτα με μια ντουφέκια από τους κάμπους για «τα σπίτια με τους κόκκινους τους πύργους».
     Στο χάνι, καταμεσής του κάμπου συνάντησα τον Δον Κιχώτη. Αφού με κέρασε γλυκόπιοτο κρασί που πίνουν οι αντρειωμένοι, ορμήσαμε μαζί να γκρεμίσουμε τους ανεμόμυλους. Το πρωί, ελιές σπαρμένες στη ρεματιά, μας περιμάζεψε ο Σάντσο Πάνθα. Με σεβασμό κι ένα ηλίθιο χαμόγελο να γεμίζει το πρόσωπό του. Πάνω από το στοιχειωμένο δάσος της ελιάς προβάλλει και πάλι ο καυτός, σαν πύρινη σφαίρα, ήλιος του Θερβάντες… 
     Στο τζαμί Μπεθκίτα πίσω από τις κολόνες, τα χρώματα έστησαν σπανιόλικο μεσαιωνικό χορό. Όπως και οι αισθήσεις. Να ’χα χίλια μάτια να σε χορτάσω, χίλια δάκτυλα να ταξιδέψω το κορμί σου, χίλια χείλη να σε γευτώ. 
     Στα στενά εγκλωβισμένα από τα ψηλά μπαλκόνια δρομάκια της Κόρδοβα το άρωμα των γερανιών είναι μεθυστικό. Φέρνει ζάλη, πεντοζάλη.
- Μάστορα, άνοιξε το πηγάδι με τα χίλια πόδια κι άσε την καρδιά να κατρακυλήσει στη χαράδρα μέχρι κάτω στο ποτάμι, άσε την να την πάρει ο άνεμος. 
     Ο άνεμος… ο άνεμος είναι ένα άλογο, άκου τον πώς τρέχει μες τους ελαιώνες της Ανδαλουσίας, μέσα στα δάση της καρδιάς μας…

3. Σεβίλλη.

     Αλκαζάρ - Αλ Κάστρα - το μεγάλο παλάτι. Το μεγαλείο της Ισπανίας. Το αρπαχτικό που το έλεγαν Κολόμπο. Πολλοί πολιτισμοί μαζεμένοι σ’ ένα τόσο δα κογχύλι ομορφιάς, ένα πολύχρωμο μαγευτικό μωσαϊκό. 
     Οι τσιγγάνες προσφέρουν λουλούδια. «Για την τύχη, αφεντικό!» Fortuna. Ό,τι είναι της μοίρας μας γραφτό. Κισμέτ. 
     Κρεμασμένος από τον μιναρέ του Καθεδρικού Ναού ο πονηρός μουεζίνης διαλαλεί την πραμάτεια του. Από το ύψος των τριάντα έξι χωρίς σκαλιά ορόφων, η φωνή του σκίζει τον αέρα σαν μαυρομάνικο ξεδοντιασμένο μαχαίρι. Ο μακρόσυρτος θρήνος της Ανατολής στις παρυφές της Δύσης. Στο ισόγειο - πίσω από το μεγαλύτερο εικονοστάσι του κόσμου - παραμονεύει ο χονδρός καρδινάλιος με το πέτρινο πρόσωπο. Στις εσωτερικές αυλές των σπιτιών ο αμανές σμίγει με το μίζερο κλάμα των Εβραίων. Ψυχογητευτές της Ανατολής, πελαγίσιοι εξερευνητές, πονηροί πραματευτές• τρεις κόσμοι στριμωγμένοι σ’ ένα στενόστομο μπουκάλι. 
    - Γιατί το άνοιξες μάστορα; Δεν είναι τζίνι αυτό που βγήκε, είναι ιπτάμενα σκουλήκια, σαν κι αυτά που ξεπήδησαν από το κουτί της Πανδώρας. Χιλιάδες ιπτάμενα σαρκοβόρα σκουλήκια. Κι ο μεγάλος ποταμός, ο γλυκύτατος Γκουανταλκιβίρ λούστηκε στο αίμα…
     Σεβίλλη, όπως λέμε Φλαμένκο. Η προκλητική ιέρεια έδεσε κόμπο τον πόθο στο τακούνι και χορεύει χτυπώντας το ρυθμικά στο πάτωμα. 
     Τα - ταρατατά - τα - ταρατατά - τα - τατά - τα. Ολέ!
     Ο διάβολος έχει πρόσωπο γυναίκας. Σε καλεί, σε προκαλεί, σε φωνάζει σαν τη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Λυγίζει τη μέση, στριφογυρνάει τους γοφούς, τρεμοπαίζει τα φουσκωτά στήθια σ’ ένα κάλεσμα ηδονής, σ’ ένα κεφαλοκλείδωμα θανάτου. Η πονηρή σαγκρία σού παίρνει τα μυαλά. Ο διάβολος έχει πρόσωπο γυναίκας, γυναίκας με καστανιέτες.
     Τα - ταρατατά - τα -  ταρατατά -  τα - τατά - τα. Ολέ!
   -   Μάστορα χύσε κι άλλο πόνο στην κούπα. Απόψε θέλω να πνιγώ στον χείμαρρο της ομορφιά της.
     «Λούζεται η αγάπη μου στον Γκουανταλκιβίρ». Τρελέ Λατίνε, κέρασε λίγη ακόμα σαγκρία να ζεσταθεί η καρδιά. Ο μεγάλος ποταμός στροβιλίζεται στους ρυθμούς της Σεβιλιάνα, μεθά και προτού ξημερώσει βουτά και χάνεται στα σκοτεινά, βουβά νερά.

4. Γρανάδα.

     Στη Γρανάδα το ρόδι έσπασε μέσα στη σπηλιά της τσιγγάνας. Το χαλί βάφτηκε με αίμα. Το τσιγγάνικο φλαμένγκο δεν το χορεύουν γυναίκες, ούτε διάβολοι με φούστες. Στη Γρανάδα το τσιγγάνικο φλαμένγκο το χορεύουν φοράδες - άσπρες, μαύρες, παρδαλές φιλήδονες φοράδες με τακούνια. 
     Τα - ταρατατά - τα - ταρατατά - τα - τατά - τα. Ολέ!
     Στο παλάτι της Αλάμπρας ο Πασάς ανακάλυψε τους προγόνους του. Τα σκαλιστά δωμάτια ακτινοβολούν ερωτισμό. Οι εσωτερικές αυλές εγκλωβίζουν το φως, στήνουν μαζί του ένα παιχνίδι που μοιάζει με κρυφτό. Τα χαμηλά μουσικά σιντριβάνια ξεχειλίζουν από μακρινούς σκοπούς, ενώ από τους δαντελωτούς κήπους αναδύεται άρωμα μεθυστικό. Μπροστά από τον καθρέφτη του νερού ο Πασάς σκύβει εκστασιασμένος το κεφάλι και προσεύχεται: «Μπαρούχ ατά ασσέµ, ελοένου µέλεχ αολάµ*...» Γεμίζει τα στήθια με χρώματα και αποσύρεται στο δωμάτιο με τις παλλακίδες. Τα άστρα χαμηλώνουν κι ένας μουεζίνης, στον απέναντι πύργο, τραγουδάει τις χαρές της ζωής…
     Η απογείωση του φτερωτού γίγαντα σε προσγειώνει ανώμαλα στην πραγματικότητα. Σε λίγο θα ηχήσει το τρίτο κουδούνι και στην οθόνη θα προβάλουν και πάλι τα γνωστά πρόσωπα με τα ίδια πάντα χαρακτηριστικά. Το διάλειμμα τελείωσε. Τα ΟΧΙ και τα ΝΑΙ καταλαμβάνουν εκ νέου τους θρόνους τους. Τίτλοι τέλους. Οι εκατόν είκοσι και ένας κρατούμενοι επιστρέφουν… 

* Ευλογημένος Εσύ, Κύριε, Θεέ µας, βασιλιά του κόσµου.