11/11/2014 23:16:00

     Διπλώνουμε τις φτερούγες και κατεβαίνουμε στο υπόγειο. Υγρό, στενό, άβολο· είναι όμως το καταφύγιό μας. Αψηφούμε το σκοτάδι, ξύνουμε με το νύχι τη μούχλα στον τοίχο, καλύπτουμε με το σεντόνι την υγρασία και αρχίζουμε το μηρυκασμό. Τα «πώς» και τα «γιατί» σφυροκοπούν το μυαλό. Απορίες, ερωτηματικά και γκρίζες ζώνες σ’ ένα μουντό, καταθλιπτικό καμβά. 
     Η ανθρώπινη φύση αρέσκεται στα φωτεινά χρώματα. Η απουσία τους τρομάζει, μαραζώνει. Πού πήγε το κόκκινο, γιατί κρύφτηκε το πράσινο, και ακόμα, πώς θα ζήσουμε χωρίς γαλάζιο; Χρώματα, χρώματα κι αρώματα. Χρώματα κι αρώματα μιας άλλης εποχής, μιας φωτεινής μέρας που δεν ξημέρωσε ποτέ, μιας σελίδας που έκλεισε προτού καλά-καλά ανοίξει, χρώματα κι αρώματα της ελπίδας που μάρανε, προτού προλάβει να μπουμπουκιάσει. Δύσκολο να συμβιβαστείς με τη θλιβερή πραγματικότητα. Κουλουριασμένος σ’ ένα υγρό υπόγειο παρέα με τις αποχρώσεις του μαύρου. Χωρίς λευκό, χωρίς πράσινο, χωρίς γαλάζιο, χωρίς κόκκινο, χωρίς χαρά, χωρίς προσμονή, χωρίς ζωή! Μόνο με αποχρώσεις του μαύρου, γκρίζο, καφέ, θολό σκοτάδι. Πώς χύθηκε τόσο θειάφι στην ατμόσφαιρα; Γιατί στα ράφια απέμειναν μονάχοι,  ιδανικοί αυτόχειρες, οι στίχοι του Καρυωτάκη;
    «Μην παραπονιέσαι ποιητή, κανείς δεν τσαλάκωσε το όραμά σου, απλώς αδειάζουμε τις τσέπες μας. Κι αν μια μέρα καταφέρουμε ψηλαφιστά να φτάσουμε στο φανάρι, δεν θα είναι αυτό που ξέχασε ο Διογένης, αλλά το φως των στίχων σου…»

     Λένε: «Δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι». Προτού αναγεννηθεί ο μυθολογικός φοίνικας, γίνεται στάχτη. Στο τζάκι απέναντι το κούτσουρο συγκρατεί μερικές ακόμη ανταύγειες ζωής. Τι τάχατες στ’ αλήθεια αναμένει; Ένα ποτήρι νερό για να σβήσει, να χαθεί ή ένα προσάναμμα ελπίδας για να μπουσουλίσει, να δρέψει και να ορθωθεί;
     Μην ψάχνεις απαντήσεις στο σκοτάδι. Ο χρόνος θα δείξει. Αυτός θα βάλει τα πράγματα σε μια πορεία, σε μια τάξη. Τάξη, πόσο  περιοριστική είναι αυτή η έννοια… Κι όμως, η τάξη έχει, ανέκαθεν είχε, το πάνω χέρι. Η νοικοκυρά δεν αρέσκεται στην αταξία, ο δάσκαλος στοιβάζει τα παιδιά στην τάξη, ο δικαστής ανακαλεί το ακροατήριο σε τάξη, ο λοχαγός απαιτεί τάξη και πειθαρχία… Ο κατεστημένος τρόπος σκέψης θα επιβάλει τη δική του φιλοσοφία, τη φιλοσοφία του δυνατού, τη φιλοσοφία του νικητή, της «άρχουσας τάξης». Αρχή και Τάξη, δίδυμο επιβολής. 
     Κι εσύ; Η πολιτική, λένε, είναι η τέχνη των συμβιβασμών. 
-  Μα εγώ δεν είμαι πολιτικός. Προοπτική ζητώ. Νόημα ζωής κι ελευθερίας ψάχνω στους δαιδαλώδεις διαδρόμους. Τι συμβιβασμούς να κάνω; Και με ποιον; Με τη σμπαραλιασμένη συνείδηση ή μήπως με την ψυχή που μου ’χουν φτύσει;
     Κουλουριασμένος στο σκοτεινό μου φέρετρο με τσαλακωμένες τις φτερούγες και με ένα γυμνό σπαθί να σημαδεύει το στήθος, ψαχουλεύω, σιωπώ, προσδοκώντας ανάσταση νεκρών…
     
     Η ζωή μας είναι θέατρο. Θέατρο σκιών, θέατρο του παραλόγου, απλώς δράμα.  Ένα μπουκέτο από μικρές και μεγάλες δραματικές ιστορίες. Δεν είσαι ο μοναδικός που υποφέρει, δεν είσαι ο μοναδικός που πονά. Κάθε σπίτι, κάθε δωμάτιο, κάθε άνθρωπος κι ένα δράμα. 
     Όμως οι αριθμοί δεν αλλάζουν την εικόνα. Με τους πολλούς «δεν είναι γλυκός ο θάνατος». Ο κεραυνός θα κάψει το δέντρο στο οποίο έπεσε, το διπλανό θα παρακολουθεί, θα συμπάσχει. Από απόσταση ασφαλείας… 
     Και τώρα τι κάνουμε, σοφέ μου Χείρωνα; Θα παραμείνουμε ανάξιοι εραστές των μακρινών ωκεανών ή θα ανοίξουμε και πάλι πανιά; 
     - Μη βιάζεσαι Πασά μου. Μια πληγή και τρεις κραυγές. Γλείψε υπομονετικά την πληγή, που ακόμα αιμορραγεί κι άφησε τις βουβές κραυγές να γεμίσουν το υπόγειο. Ο χρόνος είναι αυτός που θα δώσει απαντήσεις. Κι αν ο σοφός Ινδός έχει δίκιο, «κι αυτό θα περάσει…».