11/11/2014 23:11:00

Βορείως του Γκρήνουιτς. Τοπίο καταθλιπτικό, μουχλιασμένο, ευρωπαϊκό. Μουντά λευκά σύννεφα. Παράθυρα που κούρασε η θέα, ερμητικά κλειστά, γεμάτα μοναξιά. Βρέχει. Σιγανά και παρατεταμένα.
     Κλείνω τα μάτια. Το ερωτικό μουρμουρητό της βροχής πλημμυρίζει το δωμάτιο. Άρωμα λεβάντας ανεβαίνει στον έβδομο όροφο. Αλήθεια, πού βρέθηκε λεβάντα σ’ αυτή την παγωμένη γειτονιά του κόσμου;
Αισθήματα ανάμειχτα, αντιφατικά. Χαρά, θλίψη, βουνό και θάλασσα, αγάπη, μίσος, μαύρο και άσπρο κονταροχτυπιούνται σφιχταγκαλιασμένα σ’ ένα ερωτικό, παθιασμένο ταγκό αντιθέσεων.
Ποια άραγε λοκομοτίβα, το χέρι ποιου Θεού μας τραβά στο ξέφωτο; Να ’ναι η αυταπάτη της αιωνιότητας, το ελιξίριο της νεότητας, το γαλάζιο πουλί, το κάλεσμα της αγριεμένης σάρκας, το λάγνο λίκνισμα του πάθους στο σκοτάδι, ή απλώς τ’ αγκίστρια της καρδιάς;
Άνθρωπος ξεχωριστός, Άνθρωπος μοναδικός. Η γενίκευση σκοτώνει τη μοναδικότητα. Η κανονολογία εξηγά τη Φύση, κουτσουρεύει όμως τον κόσμο των συναισθημάτων. Η ανθρώπινη φύση δεν είναι σαν των άλλων πλασμάτων. Είναι φύση ελεύθερη, ατίθαση, που δεν χωρά σε κανόνες, δεν βολεύεται σε καλούπια και λογισμικά προγράμματα. Βιαστής αυτής της φύσης, ο Homo machinus που φτιάχνει πανομοιότυπα φέρετρα, ορθώνει γύρω του τείχη, φυλακίζει τη μοναδικότητά του. Ζούμε στην εποχή της συγχρονισμένης βαρβαρότητας, ο «κανόνας» γράφεται με «κ» περιοριστικό, ικανό να καθυποτάξει και να σβήσει τον σπινθήρα που κρύβει μέσα του το «έψιλον». «Έψιλον», όπως λέμε «Ελευθερία», «Εγώ», «Έρωτας»… «Ένα». 
     Στη φάρμα του Νώε η αρίθμηση αρχίζει με τον αριθμό «δύο». Η μονάδα έχει διαγραφεί κι ας την συναντούμε σε κάθε αριθμητήρι που σέβεται τον εαυτό του. Στην κοινωνία των πολλών μην μιλάς για μοναδικότητα• έννοια επικίνδυνη, ποδοπατημένη απ’ τη  λυμπουριά των ανθρωπόμορφων μηχανών.
     Κι όμως στο δρόμο για τον ποταμό, τα δίποδα της αγέλης κατηφορίζουν στηριζόμενα μονάχα στα δικά τους δεκανίκια. Όταν σβήσουν τα φώτα, στην εποχή της μεγάλης ξηρασίας το κοινόβιο ερημώνει και τα μικροσκοπικά δίποδα ακολουθούν μοναχικά μονοπάτια επιβίωσης…
     Ανοίγω το παράθυρο αγναντεύοντας το κενό. Η ανάπηρη πόλη μοιάζει με ξεδοντιασμένο βασιλιά. 
     Ο «τρελός» φιλόσοφος με τα περιστέρια στον ώμο κάθεται στο πεζούλι του ξενοδοχείου και μονολογεί: «Γιατί αυτή η πολυπρόσωπη βαβυλωνία λειτουργεί ως εκκολαπτήριο μοναχικών ανθρώπων; Γιατί σ’ αυτήν την οχλοβοή του ανώνυμου πλήθους, γύρω και μέσα μας, υπάρχει τόση μοναξιά; Γιατί σαν νυχτώσει, οι μέλισσες αποσύρονται η κάθε μια στη δική της κηρήθρα; Γιατί η σκηνή του μαρτυρίου στήνεται σε ερημικά βοσκοτόπια; Και πώς στ’ αλήθεια  μπορεί να χωρέσει τόση μοναξιά σ’ ένα κουκούτσι ελιάς;»

     «Το μαρτύριο της ψυχής είναι Μυστήριο Πασά μου…»
 Μονάχους-μονάχους, να το θυμάσαι. Κι απέναντι στον θάνατο χωρίς παρέα θα σταθείς!