11/11/2014 23:11:00

     Ο Ντενίζ και η Άννα γνωρίστηκαν στη Μόσχα. 
     Αυτός, παράνομος αντικαθεστωτικός ήρθε από τη Σουηδία για ένα διετές πρόγραμμα στη σχολή της ΚΟΜΣΟΜΟΛ. Στο μυαλό και στην καρδιά συνεχώς η Τουρκία, το κόμμα, ο αγώνας για αποκατάσταση της δημοκρατίας. Προσκέφαλο οι οικονομικές θεωρίες του Μαρξ και οι πύρινοι λόγοι του κομαντάτε Τσε. Αντάρτης στην ψυχή, μετρημένος όμως και λιγάκι απόμακρος στις καθημερινές συναναστροφές.  
     Αυτή, κυβερνητική υπότροφος έδινε τη μάχη να κρατηθεί όρθια σ’ ένα άγνωστο  και αφιλόξενο, όπως έλεγε, περιβάλλον. Καλοαναθρεμμένη, καλομαθημένη και χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, δεν είχε ιδέα από πολιτική, από μαρξισμό, πολύ περισσότερο από παράνομη κομματική δουλειά. Ψυχούλα όμως και κορίτσι ξηγημένο.
     Ντενίζ και Άννα, όπως λέμε Βορράς και Νότος. Έβαλε όμως ο διαβολάκος την ουρά του και οι δύο πόλοι συναντήθηκαν. Άγγιγμα ψυχής, έρως παράφορος, ποτήρι άδειο ως τον πάτο. Όλα όμως στα κρυφά• μη δει το λουλούδι το φως και ζηλέψει, μη φθάσει το μυστικό στ’ αυτιά των συνοφρυωμένων συντρόφων, μη μάθουν για τον παράνομο έρωτα στα Βόρεια Προάστια. Δυο-τρεις στενοί φίλοι και ένα-δυο συμφοιτητές όλοι όσοι ήμασταν κοινωνοί του Θείου Μυστηρίου. Και τους χαιρόμασταν! Πάντα εκ του συστάδην, λες και φυλάγαμε τσίλιες. Θυμάμαι τον Λιόνια που δυσανασχετούσε: «Γιατί ρε παιδιά τόση μυστικότητα; Έρωτας είναι, δεν είναι έγκλημα. Γιατί να έχουν λόγο οι τρίτοι;»
     Πού να καταλάβει ο Λιόνια… Και πώς να του εξηγήσεις ότι τα πράγματα δεν είναι πάντα τόσο απλά όσο φαίνονται. Τούρκος κομμουνιστής και Eλληνίδα αστή δεν δένει, γλυκό αγόρι μου. Ποιος θα δεχόταν τέτοια σχέση; Τούρκος και μάλιστα κομμουνιστής, πώς θα παρουσίαζε τέτοιο γαμπρό στον κύκλο της η κυρία Μαρία; Κι ύστερα πού θα έβρισκε δουλειά; Ποιος θα τον δεχόταν και ποια στάση θα κρατούσαν οι Αρχές; 
     Αλλά και στο «στρατόπεδο του γαμπρού» επίσης, τα πράγματα χλωμά ήταν: Στην παρανομία οι έρωτες απαγορεύονται. Είναι επικίνδυνοι. Μπορεί να στοιχίσουν ακριβά, ιδιαίτερα όταν το «πρόσωπο» είναι ξένο και συνάμα ταξικά τόσο απόμακρο. 
     «Δηλαδή κάτι σαν Μοντέκοι και Καπουλέτοι!»
     « Όχι ακριβώς Λιόνια, αλλά κάπως έτσι…»
     Το πάθος και η φλόγα έκαψε την Άννα. Μέσα σε τρεις μήνες και με οδηγό τον Θεό του Έρωτα ταξίδεψε από το Α έως το Ω. Ανακάλυψε το Μαρξ, το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα, τον Γκόργκι, ενώ η καρδιά της μάτωσε διαβάζοντας Ναζίμ  Χικμέτ… Μέχρι και για το κυπριακό είχε πλέον άποψη. Ποιος; H Άννα, το σαλόνι της Φιλοθέης! Αλλά και ο Ντενίζ δεν έμεινε ο ίδιος. Η αγάπη τον μαλάκωσε. Χωρίς ν’ αλλάζει συντεταγμένες έγινε πιο προσιτός, πιο τρυφερός, πιο ανθρώπινος. Υπέροχο ζευγάρι, χάρμα οφθαλμών, δώρο θεϊκό. Ο Λιόνια σιγοτραγουδούσε πονηρά: «Τούρκος αυτός και συ Ρωμιά, όμως οι δυό σας αχ και βαχ…»
          Μικρός όμως ο κόσμος. Ζηλιάρης ο ντουνιάς. Ένα στόμα δεν άντεξε… Ένας ψίθυρος ξεπόρτισε και το μυστικό έπαψε να είναι μυστικό. Ο συνοφρυωμένος κομισάριος έφθασε φουριόζος στον Παράδεισο και χτύπησε με δύναμη το χέρι στο τραπέζι.
     «Αυτός ο δεσμός πρέπει να διαλυθεί! Είναι παραλογισμός, είναι μια σχέση αδιέξοδη αλλά κυρίως επικίνδυνη, θα μας δημιουργήσει αχρείαστους μπελάδες! Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να βάζει σε κίνδυνο τους συντρόφους, την οργάνωση, τον παράνομο μηχανισμό…»
     Σχεδόν ταυτόχρονα από την Φιλοθέη έφθανε ταχυδρομικώς ένα εισιτήριο Μόσχα-Αθήνα χωρίς επιστροφή. 
     «Σπουδές τέλος! Τόσοι άντρες, Τούρκο και μάλιστα κομμουνιστή βρήκες και αγάπησες; Τελεία».
     Αντιστάθηκαν. Παρακάλεσαν. Απείλησαν. Άδικος κόπος. Στη μάχη ενάντια στα κατεστημένα, τον καθωσπρεπισμό, τους μηχανισμούς  και τις προκαταλήψεις, οι δύο νέοι ηττήθηκαν. Ο Ντενίζ πήρε μεταγραφή για την κομματική σχολή της Σόφιας και η Άννα μπήκε με το ζόρι στο τρένο της επιστροφής. Στο σιδηροδρομικό σταθμό «Κίεβσκι» στη Μόσχα ζήσαμε σκηνές αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Δάκρυσαν μέχρι και οι πέτρες…

     Τα χρόνια πέρασαν. Η ιστορία ξεθώριασε. Σιγά-σιγά κατέληξε να μοιάζει με παραμύθι αγάπης. «Ο Ντενίζ και η Άννα», όπως λέμε «Τριστάν και Ιζόλντα» ή ακόμα, γιατί όχι, « Ρωμαίος και Ιουλιέτα». 

     Η ιστορία όμως έπασχε. Κάτι έλειπε. Ίσως, το happy end. Κανένας δεν μπορούσε να πιστέψει ότι το παραμύθι θα είχε ένα τόσο άδοξο και ανάξιο τέλος. Εξάλλου, τι παραμύθι είναι αυτό όταν δεν «ζουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα;»

     Το μήνυμα ήταν καθαρό. Στις 15 του Σεπτέμβρη, ένας φίλος θα με περιμένει  στο λιμανάκι της Κερύνειας. Απόρησα. Τι είδους φίλος είναι αυτός και γιατί ειδικά στην Κερύνεια; Δίστασα, όμως πήγα. Και έμεινα σύξυλος, στήλη άλατος! Σ’ ένα μοναχικό τραπεζάκι δίπλα από την ταβέρνα του «Ψαρά από το Ζύγι» κάθονταν αγκαλιασμένοι, ακριβώς, πολύ σωστά μαντέψατε, ο Πρίγκιπας κι η Βασιλοπούλα του παραμυθιού… Ο  Ντενίζ και η Άννα! 
     Τα χρόνια άφησαν τα σημάδια τους πάνω στους δύο νέους. Η διαφορά όμως ήταν στις λεπτομέρειες, ασήμαντη σε σχέση με το θαύμα που ξεδιπλωνόταν μπροστά στα μάτια μου.
     Στα 18 χρόνια που μεσολάβησαν η Άννα χρειάστηκε πολλές φορές να φθάσει στ’ άκρα προκειμένου να προστατέψει τον έρωτά της, να κρατήσει αναμμένο το κερί της αγάπης. Κόντραρε τους γονείς, τα τσούγκρισε με τον περίγυρο, ακόμα και με την κοινωνία την ίδια. 
     Για τον Ντενίζ η ζωή ήταν ακόμη πιο δύσκολη. Μετά τα κοσμοϊστορικά γεγονότα στις αρχές τα δεκαετίας του ’90 πήρε τη μεγάλη απόφαση και επέστρεψε στην πατρίδα. Και από κει απευθείας στο κελί, στο λευκό κελί της τρέλας. Όταν βγήκε, δύο χρόνια μετά, τα μαλλιά απέκτησαν άσπρες ανταύγειες. Το σώμα μαράζωσε και έγειρε ελαφρά μπροστά. Όμως εκείνη η έντονη λάμψη εξακολουθούσε να κάνει τα μάτια του Ντενίζ να ξεχωρίζουν, ενώ παρά τα αναποδογυρίσματα και τα μπουρδουκλώματα η φλόγα στην καρδιά παρέμεινε αναμμένη.
     «Στις δύσκολες στιγμές είχα πάντα συντροφιά τα γράμματα της Άννας, το ανεκπλήρωτο όνειρο».
     Οι δυο νέοι έσμιξαν και πάλι μετά το ζεϊμπέκικο του Γιωργάκη και τις αλλαγές που επήλθαν στην τουρκική κοινωνία. Αυτός ανέπνεε πλέον αέρα ελευθερίας, ενώ αυτή μη αντέχοντας άλλο τον οικογενειακό ζυγό, τα βρόντηξε και πήγε κοντά του. Νοίκιασαν ένα στενόχωρο στούντιο σ’ ένα δρομάκι πίσω απ’ το Πέρα και έζησαν τον έρωτά τους.
     «Θα μπορούσαμε να μείνουμε στην Κύπρο. Όμως, απ’ ό,τι μου είπαν, στις ελεύθερες περιοχές δεν μάθατε ακόμη να ξεχωρίζετε τους ανθρώπους από την πολιτική. Καλός Τούρκος ο νεκρός, ή μήπως κάνω λάθος; Όσο για τον Βορρά, η παρουσία του τουρκικού στρατού μου πλακώνει το στήθος. Μάλλον θα επιστρέψουμε στην Πόλη».

     Μακάρι να μπορούσα να τους πω να μείνουν. Πού όμως; Σε ποιο από τα δυο κομμάτια; Και ποιος θα δεχόταν ν’ ανοίξει το σπίτι του σ’ έναν Τούρκο και μια χριστιανή; Μπορεί τα χρόνια να πέρασαν, τα αρρωστημένα μυαλά όμως πολλαπλασιάζονται…
     Τους κράτησα συντροφιά μέχρι το ηλιοβασίλεμα. Η Κερύνεια έχει το πιο ονειρεμένο και γλυκό ηλιοβασίλεμα στη Μεσόγειο, όπως το ζευγάρι που καθόταν αγκαλιασμένο απέναντί μου. Άνθρωποι και φύση σε πλήρη αρμονία. Ο έρωτας έδωσε τη θέση του στην αγάπη. Το πάθος που καίει διαδέχτηκε η φωτιά που ζεσταίνει. 
     Μ’ αποχαιρέτησαν με δάκρυα στα μάτια. Το παραμύθι είχε πια το τέλος που του άξιζε. Τουλάχιστον κατά το ήμισυ. Ζήσανε αυτοί καλά. Ποιος ξέρει, ίσως κάποτε να τα καταφέρουμε κι εμείς. Καλύτερα…