12/11/2014 06:57:00

Των ζωντανών ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει…
Τρία παλληκάρια, τρία κυπαρίσσια. Ο πρώτος, ο Πολύδωρας, χάθηκε στην στροφή του δρόμου. Οι άλλοι δύο, ο Μελής κι ο Νεόφυτος, στη δίνη του πολέμου. Τα άλλα  δύο παιδιά της οικογένειας γλύτωσαν από του χάρου τα δόντια. Ο πρωτότοκος φάνηκε τυχερός, κατάφερε και βγήκε ζωντανός  μέσα από τα αποκαΐδια της Αρχιεπισκοπής. Το ίδιο και η κόρη, την ανέσυραν αναίσθητη αλλά ζωντανή μέσα από τα συντρίμμια του αυτοκινήτου του Πολύδωρα.
Όταν την πρωτοείδα, ένα χρόνο μετά το μακελειό, στην οδό Αθηνών στο Στρόβολο, η Μαρία έμοιαζε με σκιά. Μια μαύρη σκιά με κάτασπρα μαλλιά. Τα γαλάζια μάτια χάθηκαν πίσω από τις κόκκινες κόγχες. Το δέρμα γέμισε αυλακιές, μέσα στις οποίες κυλούσαν οι σταγόνες του πόνου. Η λεύκα που στο πέρασμά της άφηνε άφωνα τ’ αρσενικά, λύγισε, κουλουριάστηκε. Η Μαρία των δακρύων. Στο άκουσμα της λέξης αγνοούμενος, σχίστηκε και χάθηκε η Γη κάτω από τα πόδια. Ούρλιαξε, μούγκρισε, ξέσπασε σ’ αναφιλητά, όμως υπογραφή στο θάνατο αρνήθηκε πεισματικά να βάλει.
Η Μαρία ήταν κάποτε η καλλονή του χωριού. Ψηλή, ξανθή, γαλανομάτα, αποτελούσε το μήλο της έριδος για τα παλληκάρια της περιοχής. Όμως την καρδιά και το στεφάνι της τα κέρδισε ένας μικρόσωμος διάολος, ο Πετρής. Όταν κάποτε την ρώτησα «πώς» και «με τι» χαμογέλασε πονηρά, αλλά απέφυγε ν’ απαντήσει.
 Για τον Πετρή μιλούν τα κατορθώματα και οι ρεμπέτες της εποχής. Γρήγορος σαν λαγός, δυνατός σαν ταύρος και πονηρός σαν αλεπού. Αλλά πάνω απ’ όλα γλεντζές και τσαμπουκάς. Στο λεξιλόγιο αλλά κυρίως στην καρδιά, η έννοια φόβος δεν υπήρχε. Τον καιρό της ΕΟΚΑ του ’55 - δυστυχώς είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε τον διαχωρισμό - αναλάμβανε τις δυσκολότερες αποστολές. Με τον «μαύρο χάρο», ένα παλιό Vauxhall, από τα πρώτα που έφθασαν στο νησί, μετέφερε καταζητούμενους αλλά και αυτοσχέδιες βόμβες που έφτιαχναν στο εργαστήρι του πατέρα, κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη των Εγγλέζων. Ακόμη και σε περιόδους απαγόρευσης της κυκλοφορίας ο δαιμόνιος Πετρής έβρισκε τον τρόπο να περνά με τον «χάρο» του μέσα από τα μπλόκα των αποικιστών, άλλοτε μεταφέροντας «ετοιμόγεννες γυναίκες» κι άλλοτε «γέροντες που ψυχομαχούσαν». Είχε την τρέλα, το τσαγανό και την πειστικότητα που απαιτούσαν οι επικίνδυνες αποστολές. Εκεί όμως που ο Πετρής χτυπούσε ρέστα, ήταν στη διασκέδαση. Τα γλέντια με πρωταγωνιστή τον ίδιο άφησαν εποχή. Η Λάπηθος, ο Καραβάς αλλά κι ολόκληρη η επαρχία της Κερύνειας, γνώριζαν τα… κατορθώματά του. Σαν διασκέδαζε ο Πετρής, όλη η παρέα ήταν επιφυλακή. Κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει τι θ’ ακολουθούσε ύστερα από ένα άγριο μεθύσι… 
Προφανώς αυτή η μαγκιά ήταν που κέρδισε και τη Μαρία. Εξάλλου μου το εξομολογήθηκε και η ίδια: «Στα νιάτα του ο Πέτρος…»  Εμφανισιακά το ζευγάρι ήταν αταίριαστο. Πέρα από το μισό κεφάλι που του έριχνε σε ύψος, η Μαρία κουβαλούσε την περηφάνια και την αρχοντιά της οικογένειας. Στην καθημερινή ζωή όμως ήταν ήσυχη, «προκομμένη», λιγομίλητη κι υπομονετική. Αντίθετα, ο Πετρής συμπεριφερόταν σαν κοινωνικό εξώγαμο• ήταν οξύθυμος, καβγατζής, θηρίο ανήμερο, παιδί της πιάτσας, παραδοσιακός Κυπραίος της εποχής, που δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του ή καλύτερα στο κοντομάνικο που κουβαλούσε πάντοτε κάτω από τη ζώνη του. Όμως σαν βάλει την ουρά του ο διαβολάκος με τα μυτερά κέρατα, οι διαφορές σμικρύνονται, χάνονται. Ἔρως ἀνίκατε μάχαν. Οι όποιες ενστάσεις της οικογένειας κάμφθηκαν υπό το βάρος των απειλών και τα «έτσι θέλω» του Πετρή. Έτσι έβαλαν στεφάνι και γέμισαν το σπίτι παιδικές φωνές...

Η  μοίρα όμως τους έπαιξε άσχημο παιχνίδι. Το ’73 ντύθηκαν στα μαύρα και δεν τα έβγαλαν ποτέ, τουλάχιστον η Μαρία. Τη θυμάμαι σκυφτή, βυθισμένη στον πόνο να κοιτάζει το εικόνισμα της Παναγίας και να διερωτάται σε τι έφταιξε, γιατί έπρεπε να σηκώσει τόσο μεγάλο σταυρό…
Όταν το Δευτερογιούνη του ’74 ο κόσμος γύρισε ανάποδα, ο Πετρής σάλταρε. Δεν ήταν μόνο οι σφαίρες που σφύριζαν σαν δαιμονισμένες στις γειτονιές της Λαπήθου, το αγκομαχητό της ερπύστριας κι ο πόνος του ξεριζωμού. Ήταν κι ένα κακό προαίσθημα που του σφηνώθηκε στο μυαλό μόλις άκουσε το ραδιόφωνο να ανακοινώνει ότι ο Μακάριος… ήταν νεκρός. Το προαίσθημα αυτό είχε σχήμα μαχαιριού, γεύση θανάτου, ήταν προμήνυμα μεγάλης απώλειας, την οποία ο Πετρής είχε ήδη βιώσει κι ήξερε να ξεχωρίζει. Η αγωνία τον είχε τρελάνει. Όσο μάλιστα περνούσαν οι ώρες, οι μέρες και το περιστέρι δεν έκαμνε την εμφάνισή του, τόσο το κακό προαίσθημα μεγάλωνε... 
     Μόλις οι κροταλισμοί των όπλων σταμάτησαν και τα καραβάνια των προσφύγων αγκυροβόλησαν στην πεδιάδα, ο Πετρής ξεχύθηκε στους δρόμους. Γυρνούσε σαν τραυματισμένο αγρίμι στα μαυρισμένα κτήρια, μπαινόβγαινε από γραφείο σε γραφείο, ανεβοκατέβαινε στα φυλάκια της γραμμής αντιπαράθεσης, αναζητώντας στοιχεία για την τύχη των παιδιών του. Ρωτούσε τους αστυνομικούς της αντίστασης, τους έφεδρους που πολέμησαν στα μέτωπα της Κερύνειας, τους αξιωματικούς, τους ειρηνευτές, τους αιχμαλώτους που γύρισαν από τα Άδανα και τη Μερσίνα. Για τον πρωτότοκο τα νέα ήταν ενθαρρυντικά• τον είδαν να βγαίνει ζωντανός από τα ερείπια της Αρχιεπισκοπής. Για τους άλλους δύο όμως, οι πληροφορίες χάνονταν μέσα στο μουγκρητό των σιδερένιων πουλιών με το μισοφέγγαρο στο φτερό. Κάποιοι τους είχαν δίπλα τους, όταν έσκασε το πρώτο καυτό κύμα στο Πέντε μίλι της Κερύνειας. Όταν όμως η ακρογιαλιά γέμισε με κόκκινες σημαίες κι άλικο αίμα, τους έχασαν. Καμία ένδειξη, κανένα σημείο ζωής. Λες κι άνοιξε η θάλασσα και τους κατάπιε… Τελικά τ’ ονόματα του Μελή και του Νεόφυτου προστέθηκαν στην ατέλειωτη λίστα με τους αγνοούμενους.     
Αφού είδε και αποείδε, μάζεψε τα συντρίμμια του και στέγασε τη δυστυχία του σε μια μονοκατοικία στο Στρόβολο. Δίπλα του η Μαρία ή πιο σωστά ό,τι απέμεινε απ’ αυτή. Όμως η απραξία, αλλά κυρίως η παραδοχή της ήττας δεν ταίριαζαν στον Πετρή.  Μόλις καταλάγιασαν τα πράγματα και το κράτος άρχισε να λειτουργεί, βγήκε και πάλι στο ψάξιμο, πιο μεθοδικά, πιο στοχευμένα και πιο συστηματικά αυτή τη φορά. Πληροφορία με πληροφορία, πετραδάκι με πετραδάκι στο τέλος της ημέρας κατάφερε να φτιάξει το παζλ μιας τραγικής ιστορίας, μιας λογικής κι αποδεκτής, τουλάχιστον γι’ αυτόν, εξήγησης. Όλα τα στοιχεία που μάζεψε συνηγορούσαν στο ότι τα παιδιά του δολοφονήθηκαν άνανδρα, όντας αιχμάλωτοι από τους Τούρκους στρατιώτες σε μια παράγκα κοντά στην παραλία της αγαπημένης πόλης…
Επέστρεψε στο καταφύγιο τσακισμένος. 
«Μαρία, τα παιδιά μας σκοτώθηκαν!» 
Η Μαρία τον κοίταξε άγρια και για πρώτη, ίσως, φορά του αντιμίλησε μ’ αποφασιστικότητα. 
«Αυτό δεν θέλω να το ξανακούσω! Τα παιδιά μου είναι ζωντανά και δεν πρόκειται ποτέ να δεχτώ αυτό που ξεστόμισες! Μέχρι να πάρω στα χέρια μου τα κόκαλά τους, αυτά θα είναι ζωντανά και θα τα περιμένω…»     
   Η ατμόσφαιρα στο σπίτι θύμιζε Θεία Σταύρωση. Η γειτονιά, οι φίλοι, οι συγγενείς άπλωσαν ένα μαύρο πέπλο απόγνωσης που πλάκωνε τα πάντα. Τα πρόσωπα σκοτεινά, η πόλη βουβή, οι δρόμοι αδιέξοδοι… Όλη αυτή η εικόνα δεν ταίριαζε στον Πετρή. Δεν ήταν για κλάματα και μοιρολόγια αυτός. Άδειασε την μπουκάλα, χτύπησε τη γροθιά στο τραπέζι, μάζεψε όση ψυχή του απέμεινε κι αφού παρέδωσε τη μάνα και την κόρη στα χέρια του πρωτότοκου, αγόρασε ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή και απέδρασε από το νησί. 
Στην Αθήνα, αν μη τι άλλο, άλλαξε παραστάσεις. Θυρωρός σ’ ένα μεγάλο ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλης έδινε καθημερινά μάχη με τα φαντάσματα που τον κυνηγούσαν, έκλεινε τις πόρτες της απόγνωσης κι άνοιγε διάπλατα τα παράθυρα στο φρέσκο αέρα. Έδινε εύκολα το χέρι, κουβαλούσε πολύχρωμες βαλίτσες, ανέβαινε με σιγουριά στους πάνω ορόφους. Κάπου-κάπου μάλιστα χαμογελούσε. Ας μη νομιστεί βέβαια ότι έψαχνε τη λησμονιά, τη συμφιλίωση και την ειρήνη. Αποζητούσε μονάχα τη συμφιλίωση με τον πόνο και την ειρήνη στην ψυχή. Κι ακόμα μια χούφτα φως, μια σκάλα τόσο δα, που να οδηγεί στην απλωσιά της ταράτσας. Η αναζήτηση κράτησε πολύ, αιώνες ατέλειωτους…
Η νότα ματζόρε ήρθε και γλύκανε το τύμπανο ένα απόγευμα Κυριακής, την ώρα που οι Αθηναίοι απολάμβαναν αμέριμνοι το φραπεδάκι τους στην Πλατεία Συντάγματος. «Παντρεύομαι».  Κρέμασε το πολύχρωμο σακάκι στο ντουλάπι του θυρωρείου και πήρε το καράβι της επιστροφής. 

Το σπίτι στην οδό Αθηνών φωτίστηκε. Επιτέλους κι ένα καλό νέο. Ο Πετρής δεν έκρυβε τη χαρά του. Για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια χαμογελούσε. Εκείνο το βράδυ η Μαρία δεν έκλαψε. Έδωσε υπόσχεση και δεν ήθελε να την αθετήσει. Μόνο για μια στιγμή όταν το βλέμμα της συνάντησε αυτό του Νεόφυτου που στόλιζε το «εικονοστάσι» στον απέναντι τοίχο, αφαιρέθηκε κι άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό να δραπετεύσει από τα μπουντρούμια της ψυχής. Ωστόσο, αυτή τη φορά κατάφερε και συγκράτησε τον πόνο. Χάιδεψε τρυφερά τα χρυσά μαλλιά του Μελή και ψιθύρισε: «Σήμερα ανοίγουμε τα παράθυρα, σήμερα περνάμε αρραβώνες στον αδελφό σου, σήμερα έχουμε χαρές, όχι κλάματα».
Ο καθεδρικός του Αγίου Ιωάννη στην Αρχιεπισκοπή αποδείχτηκε πολύ μικρός για να χωρέσει την αγάπη του κόσμου που πλημμύρισε. Αυτόν τον γάμο δεν ήθελε να τον χάσει κανείς. Δεν ήταν απλώς ένα Μυστήριο, άλλη μια τελετή. Αυτός ο γάμος είχε ένα συμβολικό χαρακτήρα• ήταν ένα ανάγλυφο της κυπριακής τραγωδίας και συνάμα ένα μήνυμα ελπίδας… Όταν ο πόνος και η απόγνωση συνάντησαν την ελπίδα και την προσμονή! Ήταν κάτι σαν γάμος και κηδεία μαζί. Κολλημένοι ο ένας στο πλευρό του άλλου οι προσκεκλημένοι έπλεκαν ένα δίχτυ προστασίας γύρω από το νέο ζευγάρι. Λες και ήθελαν να ξορκίσουν το κακό, να εμποδίσουν τις νυχτερίδες να χωθούν στα κουφώματα του Ναού. Η παράφωνη, τσακισμένη φωνή του Αρχιεπισκόπου γέμιζε φως τις ψυχές των κατατρεγμένων. Δεν ήταν ψαλμός, δεν ήταν Λόγος, έμοιαζε περισσότερο με το χαρμόσυνο μήνυμα, το Πρωτοευαγγέλιο που όλοι ανέμεναν ν’ ακούσουν από το στόμα του Πατέρα. Όταν δε Αυτός βροντοφώναξε το «Ησαΐα χόρευε» τόσος ήταν ο ενθουσιασμός που κάποιοι σκέφτηκαν να κτυπήσουν τους σκάμνους της Πρώτης Ανάστασης, να διαδηλώσουν το αίσθημα χαράς που γέμισε τις καρδιές τους. Και θα το έκαναν, αν δεν τους σταματούσε ο μακρόσυρτος λυγμός και το αναφιλητό της Μαρίας.
     Η Μαρία… Είχε ορκιστεί στον εαυτό της να μην αφήσει τον πόνο να κηλιδώσει την πιο ευτυχισμένη μέρα του παιδιού της. Για μισή ώρα έσφιγγε τα χείλη και μόνο όσοι έβλεπαν τα μάτια που ανάβλυζαν χωρίς διακοπή μπορούσαν να νιώσουν τη μεγάλη μάχη που έδινε μέσα της. Όταν όμως το Μυστήριο έφθασε στο αποκορύφωμα, η θέλησή της λύγισε και το μαύρο ηφαίστειο εκτόξευσε σαν σπέρμα την καυτή του λάβα να καλύψει τα φτερουγίσματα που γέμισαν το ναό. Οι ψυχές φόρεσαν και πάλι τις αλυσίδες τους και μια παγωμένη βουβαμάρα απλώθηκε παντού. Ο Πετρής που όλο αυτό το διάστημα ταξίδευε σιωπηλός στις ακρογιαλιές της Κερύνειας ψάχνοντας την παράγκα του μακελειού, προς στιγμή έδειξε να ξαφνιάζεται, να τα χάνει, όμως η αμηχανία δεν κράτησε παρά μόνο λίγα δευτερόλεπτα. Γύρισε σιγά-σιγά το πρόσωπο προς το μέρος της συνοδοιπόρου του, την κοίταξε με βλέμμα γεμάτο κατανόηση και συμπόνια  και της έπιασε γλυκά το χέρι… Σε λίγα λεπτά η Μαρία θα χωνόταν στην αγκαλιά του Ποιμενάρχη, που σαν στοργικός Πατέρας θα την παρηγορούσε με λόγια αγάπης και εγκαρτέρησης.

Τα χρόνια περνούσαν και η αυλή στο συνοικισμό που στεγάστηκαν «προσωρινά» οι ήρωες μας, γέμισε παιδικά χαμόγελα. Ονόματα παππούδων, ονόματα γιαγιάδων, ονόματα των χαμένων αδελφών. Ο Πετρής και η Μαρία έγιναν και πάλι γονείς. «Των παιδιών μου τα παιδιά είναι δυό φορές παιδιά μου». Η Μαρία έπλενε, σιδέρωνε, μαγείρευε, έφτιαχνε κοτσίδες και έμπλεκε μάλλινα για το χειμώνα. Ο Πετρής ανέλαβε τα καθημερινά δρομολόγια, έφτιαχνε πύργους στην άμμο μαζί με τα εγγονάκια και διηγείτο ιστορίες για εκδρομές και πανηγύρια… Τα κρύα βράδια του Γεννάρη γύρω από τη σόμπα του πετρελαίου, τα πιτσιρίκια στρίμωχναν τον Πετρή στη γωνιά και τον τρέλαιναν στις ερωτήσεις: «Παππού, στο σπίτι μας στη Λάπηθο έχει λεμονιές;», «Πόσο μεγάλα είναι τα κύματα στη θάλασσα της Κερύνειας;», «Παππού πες μας ξανά την ιστορία με τους Εγγλέζους που έψαχναν βόμβες στ’ άχυρα!». Στην αρχή ο Πετρής καμωνόταν τον κουρασμένο ή ότι δήθεν ήθελε ησυχία για να παρακολουθήσει τις ειδήσεις. Τα πιτσιρίκια όμως ήξεραν ότι αυτά ήταν καμώματα και δυνάμωναν ακόμη περισσότερο την πίεση: «Παππού είναι αλήθεια ότι οι χωριανοί σε φοβούνταν;», «Ποιους ήρωες της ΕΟΚΑ γνώριζες;», «Ποιος, πού, πότε, γιατί…». Στο τέλος, ο Πετρής ψήλωνε τα χέρια και παραδιδόταν. Καθισμένος αναπαυτικά στην ψάθινη πολυθρόνα έπαιρνε τότε με ραθυμία το κουβάρι της μνήμης και άρχιζε να το ξετυλίγει. Κι όσο ταξίδευε στον χρόνο τόσο περισσότερο φωτιζόταν το πρόσωπο. Ήταν να μην λύσει τα πανιά… Από τη στιγμή που το καράβι του μυαλού άφηνε πίσω του το λιμάνι, το κατάστρωμα  γέμιζε χρωματιστά μπαλόνια, αινιγματικούς μουσαφίρηδες και καλόκαρδα ξωτικά… 
     «Παππού, γιατί οι Τούρκοι σκότωσαν τον θείο τον Μελή και τον θείο Νεόφυτο;», ρώτησε άξαφνα ένα βράδυ η εγγονούλα με τα κόκκινα μάγουλα. Ο καπετάνιος πάγωσε. Κοίταξε ξαφνιασμένος τα γεμάτα περιέργεια μάτια και δεν ήξερε τι να πει, τι ν’ απαντήσει. Μια αμήχανη σιωπή πλημμύρισε το δωμάτιο. Ο Πετρής ξεροκατάπιε, άνοιξε το στόμα, αλλά η φωνή έμεινε εγκλωβισμένη στο λαρύγγι. Εκείνη όμως τη στιγμή όρμησε σαν χείμαρρος στο σαλόνι η Μαρία. Τα παιδιά ξαφνιάστηκαν. Είδαν τα σπινθηροβόλα μάτια αγριεμένα και σάστισαν. Η ήρεμη, γλυκιά γιαγιάκα είχε μεταμορφωθεί σε άγρια τίγρη.
     «Οι θείοι σας, τα παιδιά μου, βρυχήθηκε, δεν έχουν σκοτωθεί! Δεν ξέρω ποιος σας λέει τέτοιες ανοησίες και δεν με νοιάζει τι λένε όλοι οι άλλοι. Ούτε τι νομίζει ο παππούς σας μ’ ενδιαφέρει! Εκείνο που ξέρω εγώ είναι ότι τα παιδιά μου είναι ζωντανά και μια μέρα θα γυρίσουν. Κι όσο ζω, δεν θέλω ν’ ακούσω ποτέ ξανά τέτοιες κουβέντες στο σπίτι μου. Καταλάβατε τι σας είπα;» 

Η Μαρία έφυγε απρόσμενα αλλά ήσυχα ένα πρωινό καλοκαιριού. Μήνας Ιούλης, όπως και τότε. Ο επικήδειος του δασκάλου συγκίνησε τους πάντες. Πλην… της Μαρίας. Ήσυχη, γαλήνια άκουγε σιωπηλή τους επαίνους χωρίς να συγκινείται. Ακόμα κι όταν τα λόγια περιστράφηκαν γύρω από τους δύο γιους που χάθηκαν στην ακρογιαλιά της Κερύνειας, ακόμα και τότε, η Μαρία παρέμεινε ακίνητη. Ούτε ένα δάκρυ, ούτε ένας αναστεναγμός. Πάνω μάλιστα από τα σφιγμένα χείλη, αν κοιτούσες προσεκτικά, σχηματιζόταν ένα αμυδρό χαμόγελο. Ναι, η Μαρία μέσα από το σεμνό της σκήνωμα έμοιαζε να είναι χαρούμενη, ελεύθερη. Ίσως επειδή στην κορυφή του Γολγοθά συνάντησε τα παιδιά της. Ο Μελής, ο Νεόφυτος μαζί με τον Πολύδωρα την υποδέχτηκαν κρατώντας στα χέρια τους λεμονανθούς της Λαπήθου κι αφού πέταξαν από πάνω της τον σταυρό του μαρτυρίου, πήραν όλοι μαζί αγκαλιασμένοι το γεμάτο φως μονοπάτι…
 
Σαράντα μέρες μετά ο ιερέας της ενορίας απηύθυνε δέηση «υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των κεκοιμημένων δούλων του Θεού Πολύδωρου, Νεοφύτου, Μενελάου και Μαρίας». Ο Πετρής το είχε δηλώσει από την αρχή: 
«Στον πόλεμο δεν υπάρχουν αγνοούμενοι, μόνο νεκροί! Νεκροί ή ζωντανοί! Κι αν τα παιδιά μου ήταν ζωντανά θα ’σκαβαν τη γη με τα νύχια για να ’ρθουν να με βρουν…» Στις διάφορες εκδηλώσεις των συγγενών αγνοουμένων ήταν μονίμως απών. «Δεν θα επιτρέψω σε κανέναν επιτήδειο να κάνει καριέρα και κομπόδεμα επενδύοντας στον πόνο μου», ψιθύρισε. Σεμνός, κατηφής και με το χαμόγελο να σβήνει ολοένα και περισσότερο από το πρόσωπό του, συνέχισε ν’ ανεβαίνει σιωπηλά αλλά με θαυμαστή αξιοπρέπεια τον δικό του Γολγοθά. Μοναδική πηγή ζωής, ελπίδας και χαράς τα εγγόνια που μεγάλωναν και τα δισέγγονα που μπουσουλούσαν μπροστά από την αναπαυτική του πολυθρόνα, αρθρώνοντας άλλοτε ναζιάρικα κι άλλοτε γεμάτα θαυμασμό τη μαγική λέξη «παππούλη!»

Ένα βράδυ με πανσέληνο στην πρύμνη του καραβιού που μας έβγαλε βόλτα στο Αιγαίο θέλησα να λύσω το γρίφο• αφού η ελπίδα της προσμονής είχε σβήσει, ποια δύναμη τον κρατούσε όρθιο στο κέντρο του κυκλώνα; 
«Ο άνθρωπος», μ’ απάντησε, «μοιάζει με πλαστελίνη που παίρνει πάντα το σχήμα που της δίνεις…».
Η διαφορά του «φαίνεσθαι» και του «είναι», σκέφτηκα. Η απάντηση δεν με ικανοποίησε, αλλά δεν θέλησα να συνεχίσω. Δεν ήθελα να χώσω κι άλλο το μαχαίρι στην πληγή. Λες και διάβασε όμως την σκέψη μου, προσφέρθηκε ο ίδιος να ξετυλίξει το κουβάρι. Εκείνο το βράδυ κάτω από την πανσέληνο μ’ άνοιξε την καρδιά του. Θα μπορούσε να ήταν η κορυφαία συνέντευξη.  Προτού κατέβει στην καμπίνα, γύρισε και μου είπε με ύφος αρχαίου φιλόσοφου που μελετούσε τ’ άστρα: 
«Αν δεν βιώσεις την απώλεια δεν μπορείς να την κατανοήσεις, να την αποδεχτείς και στο τέλος, αν τα καταφέρεις, να συμφιλιωθείς μαζί της. Εγώ νομίζω τα κατάφερα, η Μαρία όχι. Εγώ αποδέχτηκα την απώλεια, εκείνη όμως μέχρι και την τελευταία στιγμή αντιστεκόταν. Και όπως λεν, των ζωντανών ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει».
  
Φρεσκοξυρισμένος, χτενισμένος και πεντακάθαρος ο Πετρής έδειχνε ν’ ακτινοβολεί μέσα από το καλοσιδερωμένο μπλε κοστούμι. Το προσεγμένο, ευθυτενές σχήμα  που πήρε η πλαστελίνη, σε ταξίδευε στα ατίθασα χρόνια της πρώτης νεότητας. Ειδικά εκείνο το περιποιημένο, μάγκικο, ψαλιδισμένο με προσοχή στις άκρες μουστάκι, έδινε ζωή στο νεαρό αντάρτη που με τον σουγιά κρυμμένο κάτω απ’ το ζωνάρι κυνηγούσε ανεμόμυλους στη μέση του πουθενά. Ο Μητροπολίτης είχε δίκαιο: Το λείψανο του Πετρή ήταν τέλειο…