12/11/2014 09:42:00

     Η θεία Αναστασία τρελάθηκε! 
     Έβαλε φτερά στα γέρικα πόδια κι αμολήθηκε στα στενά. Αγγίζει τις πέτρες κι ορθώνονται παλάτια• μυρίζει τους ξηραμένους λεμονανθούς και γεμίζει το χωριό δέντρα• κλείνει τα μάτια και πλημμυρίζει η γειτονιά γνωστά πρόσωπα: ο παπα-Θωμάς με το θυμιατό, ο Περικλής με το γυριστό μουστάκι, ο γερο-Γαβρίλης με τα γιατροσόφια του, η Ελεγκού, ο Πρόδρομος• όλη η γειτονιά βγήκε να την προϋπαντήσει…
     Έφυγε νέα κι όμορφη, γεμάτη όνειρα για την Αυστραλία το 1951 κι επέστρεψε γριούλα και καταταλαιπωρημένη, πενήντα τρία χρόνια μετά. Στα εβδομήντα πέντε της δεν τρέφει πια ψευδαισθήσεις, ούτε ζει μ’ αυταπάτες. 
     «Αυτή», είπε με τρεμάμενη φωνή, «είναι η τελευταία φορά που βρίσκομαι στην Κύπρο, είναι η τελευταία φορά που θ’ αντικρίσω κατάματα τον Πενταδάκτυλο!».

     Εβδομήντα πέντε χρονών γριούλα, όμως η νιότη κυλάει ακόμη στις φλέβες της. Γυροφέρνει χαμένη στα σοκάκια, ψάχνει σημάδια στους τοίχους για να ξυπνήσει θύμησες, ρουφάει μυρωδιές για ν’ ανοίξει δρόμους. Το ρολόι του χρόνου γυρίζει ανάποδα ζωντανεύοντας εικόνες από το μακρινό παρελθόν.
     «Αυτό ήταν το σπίτι της Ευτυχίας, εκείνη είναι η αυλή της μακαρίτισσας της θείας μου, ο σωρός με τα χαλάσματα ήταν το κονάτζι της Πρεζούς, να και η πόρτα της Στελλούς, ρομανισμένη όπως τότε, το χωράφι του Χατζηκάουρου, τ’ αλώνι, το περβολάκι του γέρου και πιο πέρα…»
     Το καρούλι της μνήμης τεντώνεται και σταματά απότομα.
     Ένας μισογκρεμισμένος τοίχος, καμιά εικοσαριά κοτρόνες και πεντέξι σαπισμένα δοκάρια, πνιγμένα στα γαϊδουράγκαθα και τις ποκαλάμες είναι ό,τι απέμεινε από το πατρικό σπίτι…
     Σιωπή. Η θεία ακίνητη, σχεδόν αποσβολωμένη μετράει με το βλέμμα τις πληγές, την ίδια στιγμή που το μυαλό αναστηλώνει εξωτερικούς και εσωτερικούς χώρους. Με το κεντημένο μαντηλάκι καθαρίζει την υγρή χρυσόσκονη που μπήκε στα μάτια. Σιάζει τη φούστα, δρασκελάει μια πλάκα που κάποτε πρέπει να ήταν το κεφαλόσκαλο και χάνεται για αρκετή ώρα πίσω από το μαντρότοιχο…

     Αιώνες μετά θα εμφανιστεί και πάλι στην εξώπορτα. Το πρόσωπό της χαραγμένο από ένα βαθύ, αινιγματικό χαμόγελο λάμπει από χαρά και αγαλλίαση. Οι αναμνήσεις γεμίζουν φως τα μαραμένα μάτια, ενώ ένας αλλόκοτος, νεανικός ενθουσιασμός  κατακλύζει σαν ορμητικός χείμαρρος τις μαγκωμένες απ’ τον χρόνο αισθήσεις. Το βλέμμα τρεμοπαίζει ανήσυχο ακολουθώντας αχόρταγα γνωστές διαδρομές. Ανοίγει διάπλατα τα χέρια κι αφήνει τον άνεμο της τρέλας να την παρασύρει…
     Είκοσι βήματα παραπέρα, πίσω από το αλώνι του παππού, ανακαλύπτει τις ροδιές της Κατερίνας. Ένα θριαμβευτικό επιφώνημα, μια κραυγή ζωής σχίζει τον αέρα και χτυπάει με δύναμη στον απέναντι λόφο, τον λόφο του Αρχάγγελου. Δίνει μια, σπάζει την πράσινη σφαίρα στα δύο και με επιμονή τρωκτικού ροκανίζει με έκδηλη ικανοποίηση τον άγουρο καρπό.
     «Μέλι, μέλι είναι!»
      Μέχρι να αναβοσβήσει το φλας σκαρφαλώνει σαν παιδούλα στην κορομηλιά κι αρχίζει να χαϊδεύει τα χρυσοκόκκινα φλουριά. Την αμέσως επόμενη στιγμή βρίσκεται κρεμασμένη στη συκιά, ενώ προτού προλάβω να καταλάβω πότε και πώς, κατηφορίζει τη ρεματιά ψάχνοντας τις κρυψώνες που μικρή έπαιζε με τις φίλες της κρυφτό. Είμαι σίγουρος πως αν της ζητήσω, χωρίς καν να το σκεφτεί θα κρεμάσει ένα σχοινί στο «δίχωρο», θα φτιάξει μια αυτοσχέδια κούνια και θα πλημμυρίσει ο κάμπος με τα τραγούδια της Λαμπρής! 
           Θεέ μου να’ ρταν οι Λαμπρές να κρεμαστούν οι σούσες
           τζιαι να γιεμώσουν τα στενά ούλλο μαυροματούσες…

     Αφήνει τις φίλες να λικνίζονται πέρα-δώθε και μπαίνει και πάλι φουριόζα στο σπίτι. Προσπαθεί ξανά, πιο προσεχτικά αυτή τη φορά, να προσδιορίσει τους χώρους, να τοποθετήσει τ’ αντικείμενα στη θέση τους… Σύμμαχος στο σκάλισμα της μνήμης η αφή κι οι ξεθωριασμένες εικόνες. 
     «Εδώ ήταν το κρεβάτι της Ελένης, εδώ το δικό μου, στο άλλο δίχωρο έμεναν ο Παύλος κι ο Αντρέας, εδώ ήταν το δωμάτιο των γέρων, το λουτρό, ο στάβλος, η αποθήκη, το ερμάρι, το μπαούλο, η τάβλα, η βρύση…»  
    Τα δάκρυα ξεχείλισαν κι άρχισαν να δημιουργούν αυλακιές στο σημαδεμένο από τον χρόνο πρόσωπο. 
     «Εδώ ήταν ο κήπος, οι τριανταφυλλιές, το γιασεμί…»
      Η λευκή, απαλή μυρωδιά απλώνεται και γεμίζει τον χώρο.

            Το γιασεμί στην πόρτα σου, γιασεμί μου. 
            Κι ήρθα να το κλαδέψω, ω γιαβρί μου…  

     Απαθανάτισα τη σκηνή και απομακρύνθηκα διακριτικά. Η θεία παρέμεινε σκυφτή να χαϊδεύει το πόμολο που βρήκε ανακατεύοντας τα χώματα. Ήθελε να μείνει μόνη. Το κατάλαβα. Εξάλλου κάπως έτσι ένιωσα κι εγώ, όταν λίγους μήνες προηγουμένως επέστρεφα από την τριαντάχρονη περιπλάνηση. Ο κόσμος μίκρυνε επικίνδυνα, οι δρόμοι, τα χωράφια, τα σπίτια, οι αυλές, όλα έμοιαζαν με μινιατούρες, λες κι έσυραν στο πλυντήριο του χρόνου.

          Πώς θες να μπω σ’ αυτή τη στάνη;
          Οι στέγες μου ’ρχονται ως τους ώμους…

     Σ’ εκείνο το πανηγύρι των αισθήσεων και των παραισθήσεων αυτό που πόνεσε περισσότερο ήταν η θέα της γυμνής, χέρσας γης. Και τα δέντρα! Αχ! Αυτά τα δέντρα… Μαραζωμένα, νηστικά, φαντάσματα του παρελθόντος. Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω πώς έσβησαν οι καρυδιές, πώς χάθηκαν τα λεμονόδεντρα κι οι πορτοκαλεώνες.
     Ξεκλειδώνοντας την εξώπορτα για να βγω στη βεράντα, μαρμάρωσα. Η αίσθηση της αφής με κράτησε καρφωμένο στο χαλάκι. Το κλειδί…
     «Ναι, δίκαιο έχεις, το ίδιο είναι. Δεν χρειάστηκε να τ’ αλλάξουμε!»
     Τίποτε δεν άλλαξε, όμως τίποτε δεν ήταν όπως παλιά. Οι ίδιοι τοίχοι, τα ίδια μάρμαρα, οι ίδιες μυρωδιές, οι ίδιες μελωδίες… Διαφορετική όμως η αίσθηση του χώρου, μακρινή η συγγένεια του παλιού με το νέο…

     Ήταν περασμένες τρεις, όταν το βουνό άρχισε να χάνει το κέφι του. Αλήθεια ποιος είδε τον Πενταδάκτυλο να μουγκρίζει και δεν φοβήθηκε; Ποιος είδε τον γίγαντα να ουρλιάζει περιμένοντας τη λύτρωση της γέννας και δεν δείλιασε; Καθισμένος ανάμεσα στις τεράστιες μεσοδακτυλιές του, θαύμαζα τη μεγαλοπρέπεια και την αρχοντιά του. Έτσι όπως ήταν ντυμένος στα μαύρα, με τις αστραπές σαν φωτοβολίδες να χαρακώνουν κάθε τόσο το γυμνό κορμί, με τρόμαζε. Φόβος και δέος, ήχος και χρώμα. Παρά τη μεγάλη επιθυμία δεν αποτόλμησα να σκαρφαλώσω στη γεμάτη αγκάθια και βελόνες ραχοκοκαλιά του. 
     Και ξαφνικά «έσπασαν τα νερά!». Από τη μήτρα του ουρανού μυριάδες χοντρές, πυκνές σταγόνες άρχισαν να χτυπούν με πάταγο στις πέτρες και να οργώνουν με βιασύνη αρσενικού τις πλαγιές. Προτού το καταλάβω μικρά, ορμητικά ποταμάκια σχηματίστηκαν κάτω απ’ τα πόδια. Σηκώθηκα. Ακολούθησα το παράδειγμα της θείας. Άνοιξα χέρια και ψυχή για να δεχτώ το θείο δώρο, την ευλογία των ουρανών. Ήταν η στιγμή της κάθαρσης. Τριάντα χρόνια άπλυτος και διψασμένος, ένιωσα τη βρώμα να κυλά και να χάνεται κάτω από τις λείες πέτρες, άνοιξα τη βρύση να δροσιστεί το άνυδρο σώμα… 
Όμως στην Κύπρο ο θυμός της Φύσης δεν διαρκεί. Στα μέρη τα δικά μας το κοιλιοπόνημα της μάνας Γης τελειώνει γρήγορα. Όσο κρατάει ένας καφές, όσο χρειάζεται για να κοπεί το νήμα μιας ζωής. 
     Λίγο πριν τη δύση του ήλιου η καταιγίδα κόπασε κι ο Πενταδάκτυλος - κυκλοθυμικό παλικάρι - φόρεσε και πάλι το φωτεινό του χαμόγελο. Κι έτσι φρεσκολουσμένος, μοσχομυρωδάτος όπως ήταν, γύρισε το πρόσωπο προς την Κερύνεια για ν’ αποχαιρετίσει τη μέρα. Δεν υπάρχει πιο μαγικό, πιο γλυκό και πιο ονειρεμένο ηλιοβασίλεμα απ’ αυτό που μπορείς να απολαύσεις από την κορφή του βουνού με τα πέντε δάχτυλα.
     «Πριν φύγουμε να θυμηθείς να γεμίσουμε τα παγούρια με νερό», ψέλλισε αποκαμωμένη η θεία «είναι παραγγελιά από τον πατέρα σου».

     Νερό γλυκό, νερό μαλακό κι ελαφρύ, νερό που βγαίνει από τα σπλάχνα του Πενταδάκτυλου και ρέει ασταμάτητα αιώνες τώρα από το κεφαλόβρυσο του χωριού. Γεμίσαμε τα πνευμόνια με καθαρό μοσχομυρισμένο αέρα και κατηφορίσαμε νωχελικά για την πεδιάδα. Πίσω μας έμεινε απορημένο το βουνό κι ένα αρρωστημένο, χλωμό φεγγάρι να διεκδικεί κι αυτό το δικό του μερίδιο απ’ τη μαγεία.

     Ασήμαντες ιστορίες οι δικές μας. Σαν κι αυτές χιλιάδες. Ο καθένας από εμάς κουβαλά τη δική του. Εμπειρίες, θύμησες, βιώματα πλούσια σε συγκινήσεις και ερεθίσματα. Θα βολευτούμε όμως μόνο μ αυτά;... 

         Εμένα πια η ελπίδα δεν μου φτάνει,
        εγώ δεν θέλω άλλο πια ν’ ακούω τραγούδια, 
        εγώ θέλω να τραγουδήσω! 

     «Έτσι δεν είναι ρε θεία;…»