11/11/2014 23:11:00

     Ήταν Χιώτης και τον έλεγαν Μπίλη. Όνομα ξενικό και φάλτσο, αλλά ήταν να μην βάλει κάτι στο νου του ο Πετράκης... 
     «Τι θα πει Μπίλης;», έσκουξε η κυρα-Ευτέρπη, «όνομα είναι αυτό, ή μπαλίτσα του φλίπερ;».
     «Μπίλης πάει και τελείωσε. Εκτός κι αν προτιμάς να βάλω στη σειρά τα κλαπατσίμπαλα, κι όποιος αντέξει!»
     Α! όλα κι όλα, αλλά αν ήταν κάτι που δεν άντεχε η κυρα-Ευτέρπη ήταν ο θόρυβος. Εκεί, στην άκρη του χωριού μέσα στα δέντρα και στις μελωδίες των πουλιών είχε ξεχάσει τι θα πει σειρήνες, τρακατρούκες και σαματάς. Έτσι η απειλή του πονηρού «τυμπανιστή» έπιασε τόπο.

     O Μπίλης μπήκε στο αγρόκτημα με αέρα πρωταθλητή. Αυτό εξάλλου μαρτυρούσαν και τα χαρτιά που τον συνόδευαν. Επιβήτορας περιωπής, Χιώτης όνομα και πράγμα. Τρίχωμα στιλπνό, χοντρό, κατάλευκο σαν τις νιφάδες του χιονιού. Βλέποντας το χρώμα ο Πετράκης ενθουσιάστηκε:
     «Θα του φορέσω ένα κασκόλ και θα το παίρνω στο γήπεδο. Θα γίνει η μασκότ της ομάδας».
     Κι έγινε. Κάθε Κυριακή ο μικρότερος από τα πέντε παιδιά της κυρα-Ευτέρπης και του μαστρε-Καλλή, σηκωνόταν από τα εφτά χαράματα, έπαιρνε βούρτσα και σαπούνι και δώστου να τρίβει το τρίχωμα μέχρι ν’ ασπρίσει. Ένας τόνος νερό για τον Μπίλη απ’ τη Χίο! Χαλάλι του όμως. Όταν τέλειωνε η «μπουγάδα», ο Πετράκης έδενε τον Μπίλη δίπλα από τον φούρνο για να στεγνώσει.  Μετά πάλι βούρτσα και χτένισμα, μέχρι το τρίχωμα να γυαλίσει. Πριν το δεύτερο πρόγευμα η μασκότ ήταν έτοιμη, γαμπρός με τα όλα του. Τα απογεύματα της Κυριακής στο γήπεδο, ο Μπίλης έκλεβε την παράσταση. Με το άσπρο λαμπερό τρίχωμα και τo μπλε κασκόλ στον λαιμό έμοιαζε με ελληνική σημαία, μπροστά στην οποία όλοι στέκονταν προσοχή γεμάτοι θαυμασμό και περηφάνια. Κι αυτός ο μπαγάσας τ’ απολάμβανε! Με ήττα ή με νίκη, με το που σφύριζε ο διαιτητής τη λήξη του αγώνα, o Μπίλης έτρεχε κοτσονάτος μπροστά από την κεντρική εξέδρα για να δεχτεί τα χειροκροτήματα και τα «ολέ» των θαυμαστών του. Ο Πετράκης δίπλα του, καμαρωτός μοιραζόταν ως επίσημος ατζέντης λίγη από τη δόξα του αδιαμφισβήτητου πρωταθλητή, της πρώτης μασκότ ομάδας σε ολόκληρο το παγκύπριο!
     Η κυρα-Ευτέρπη έβλεπε όλες αυτές τις τσιριμόνιες με το μισό, αλλά σιωπούσε. «Τι κι αν είναι ζώο», έλεγε στον εαυτό της, «δικαιούται κι αυτό ξεκούραση, ακόμη και  ψυχαγωγία. Η Κυριακή είναι μέρα αργίας για ανθρώπους, γιατί όχι και για τα ζώα;».
     Κι η αλήθεια είναι ότι ο Μπίλης χρειαζόταν λίγη ανάπαυση. 
     Από τη Δευτέρα μέχρι και το απόγευμα του Σαββάτου δεν σήκωνε κυριολεκτικά κεφάλι. Άσε που μέσα-μέσα η κυρα-Ευτέρπη τον ανάγκαζε να δουλεύει κι υπερωρίες. Κάθε πρωί προτού καλά-καλά ξεπροβάλει ο ήλιος πάνω από τον λόφο του Αρχάγγελου, έξω από τον οντά του Αγά από τη Χίο μαζεύονταν ουρά οι πελάτισσες. Η Καφετού της Ροδούς, η Ασπρού της κυρα-Καλλισθένης, η Χάιδω του δασοφύλακα κι άλλες πολλές, ντόπιες αλλά και… αλλοδαπές. Οι χάρες του Μπίλη βλέπετε, έφθασαν μέχρι και τη Σολιά!
     Ο Χιώτης έκτισε τη φήμη και το καλό του όνομα στον επαγγελματισμό και την αποτελεσματικότητα που τον χαρακτήριζαν. Σύνθημα της επιχείρησης «όλα για τον πελάτη» ή για να ακριβολογούμε για την πελάτισσα. Και προκειμένου να ικανοποιήσει τις απαιτητικές του πελάτισσες, ο Μπίλης τα έδινε όντως όλα! Τέτοια συνέπεια, εργατικότητα, αφοσίωση, αλλά πάνω απ’ όλα τέτοια μελετημένη τακτική δεν γνώριζαν στα μέρη μας. Πρωτοπόρος με «Π» κεφαλαίο, όχι σαν κάτι άλλους που μέχρι και σήμερα πουλάνε μόνο μούρη. 
     Το μυστικό της επιτυχίας είχε να κάνει με την υποδοχή και την κατάλληλη προετοιμασία. Σ’ αυτά ο Μπίλης ήταν άπιαστος. Κομπλιμέντα, αρώματα, χειροφιλήματα, υποκλίσεις, δημοσιοσχεσίτης από φυσικού του. Το άγχος και η αμηχανία της πελάτισσας εξαφανιζόταν με το που πατούσε το πόδι στον τεκέ. Αρκούσε ένα λάγνο βλέμμα κι ένας βαθύς, μακρόσυρτος αναστεναγμός γεμάτος θαυμασμό και πάθος για να κάνει τις τετράποδες καλλονές να γλαρώσουν. Προτού καν τις πλησιάσει, ο δρόμος ήταν ανοιχτός, γεμάτος άνθη και μύρα. Ο Μπίλης όμως δεν βιαζόταν. Ήξερε να περιμένει. Ως επαγγελματίας γνώριζε πολύ καλά ότι η κορύφωση δεν έρχεται από μια στιγμή στην άλλη• χρειάζεται χρόνο, παιχνίδι, σωστή προετοιμασία. Για να οργωθεί το χωράφι και να καρπίσει το χώμα χρειάζεται θέληση, πάθος, πόθο, αλλά πάνω απ’ όλα υπομονή. Τις γυρόφερνε από αριστερά, τις γυρόφερνε από δεξιά, μετά από μπροστά, ύστερα από πίσω. Τα καημένα τα «κορίτσια» δεν ήξεραν πια από πού να τον περιμένουν. Ήξεραν μόνο ότι τον ήθελαν πολύ, βασανιστικά πολύ. Ο αισθησιακός χορός συνεχιζόταν μέχρι που το παθιασμένο θηλυκό ζαλισμένο και μπαλαμουτιασμένο έμπαινε σε φάση νιρβάνας. Τότε τη θέση του Καζανόβα κατακτητή, έπαιρνε ο ταυραντισμένος επιβήτορας. Μ’ έναν μοναδικό σε χάρη και μαεστρία σάλτο αιχμαλώτιζε τα γλαρωμένα τετράποδα ανάμεσα στις ερωτικές συμπληγάδες και με γρήγορες, παλινδρομικές κινήσεις τους γύριζε τα μάτια ανάποδα. Το θέατρο φωτιζόταν από τα έγχρωμα πυροτεχνήματα και η σκηνή έπεφτε πνιγμένη στα αγκομαχητά και τα παρατεταμένα χειροκροτήματα. Ικανοποιημένες και ευτυχισμένες από το ηδονικό συναπάντημα οι νύμφες άφηναν με ευγνωμοσύνη το αντίτιμο στα χέρια της κυρα-Ευτέρπης, που σαν πατρόνα φύλαγε την είσοδο, κι έχοντας πια στα σπλάχνα τους το θείο δώρο έφευγαν μισοζαλισμένες, αλλά χαρούμενες για το φτωχικό τους. 
     Αποστολή εξετελέσθη. Λίγο νερό, λίγα ξηρά φρούτα και μπρος ολοταχώς για την επόμενη… «ιεροτελεστία».
                Ο Μπίλης δεν αστοχούσε ποτέ. Πέντε μήνες μετά την κάθε επίσκεψη ο καρπός του έρωτα με τον ανεπανάληπτο εραστή άνοιγε τα μάτια του στο φως.
Μέσα σε δύο χρόνια όλη η περιοχή γέμισε με γόνους του καρπερού Χιώτη. Μοναδική εξαίρεση η Καστάνω της Παπαδιάς. Μια, δυο, τρεις, τίποτε! Μέχρι που στο τέλος η κυρα-Ευτέρπη άρχισε κάτι να ψυλλιάζεται. «Κάτι τρέχει με την Καστάνω ή μάλλον με την παπαδιά», πονηρεύτηκε. Την έφερε από ’κει, την έφερε από δω, στο τέλος τα ξέρασε όλα. Η Καστάνω ήταν στείρα. Θέλημα Θεού και Φύσης. Το διέγνωσε μάλιστα κι ο κτηνίατρος. Η παπαδιά όμως επέμενε. Κι όχι επειδή αμφισβητούσε τον Θεό ή την επιστήμη. Με τα μάτια χαμηλωμένα ομολόγησε ότι της άρεσαν οι διονυσιακές τελετές, ακριβέστερα της άρεσε να παίρνει «μάτι». Τρελαινόταν να βλέπει τα ερωτικά καμώματα, την καπατσοσύνη και φυσικά τα… προσόντα του Μπίλη. Κι ύστερα μόνη μέσα στο συζυγικό κρεβάτι να σβήνει τους πόθους των σαράντα της χρόνων. Με τόσες νηστείες, γιορτές, μνημόσυνα και κηδείες, πού να βρει ο γερο-παπάς χρόνο για την παπαδιά του. Τρία αρσενικά στα πρώτα δυο χρόνια μετά τον γάμο και μετά το κατάστημα έκλεισε. «Αμαρτία παπαδιά, μεγάλη αμαρτία…» Τι να κάνει κι αυτή, αφού είδε κι αποείδε, αναγκάστηκε να ψάξει εναλλακτικές μεθόδους, κι ας ήταν και ψιλο-ανώμαλες!
     Δεν ήταν όμως μόνο η παπαδιά που αρεσκόταν στο να παίρνει μάτι. Εκείνος που δεν έχανε ποτέ επεισόδιο ήταν ο Πετράκης. Στην αρχή τρέλανε την κυρα-Ευτέρπη στις ερωτήσεις: 
     «Ρε συ μάνα, γιατί κάθε φορά που μπαίνει κατσίκα στον στάβλο το πουλί του Μπίλη γίνεται σαν τη μαγκούρα του παππού; Τι θα πει η Ασπρού είναι «γυρισμένη» και γιατί σώνει και καλά για να γκαστρωθεί θα πρέπει ο Χιώτης να την τρέχει και να την πηδά από πίσω;»
     Η κυρα-Ευτέρπη χαμογελούσε πονηρά, αλλά δεν έλεγε τίποτε. Με τον καιρό σταμάτησαν και οι ερωτήσεις. Υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια κι αφού στο σπίτι δεν έβρισκε τις απαντήσεις που ζητούσε, κατέφυγε στη γειτονιά. Αυτή τον έκανε ξεφτέρι στο άψε-σβήσε. Ο Πετράκης έκλεισε χωρίς χρονοτριβή εισιτήριο διαρκείας, πρώτη θέση πλατεία. Και κάθε φορά που ο Μπίλης κρεμαζόταν πάνω στο αβοήθητο θηλυκό, το δεξί χέρι του Πετράκη με οδηγό τις αντρικές ορμές που μόλις ξεμύτιζαν, κάτι έψαχνε στις βαθιές τσέπες του παντελονιού του. Τα έμπειρα μάτια της κυρα-Ευτέρπης έπιαναν πουλιά στον αέρα, όμως στην περίπτωση αυτή προτιμούσε να καμώνεται την αγαθιάρα. Θεώρησε ότι δεν θα ήταν φρόνιμο να τα βάλει  με τα διαβολικά ξυπνήματα της πρώιμης εφηβείας. Τουλάχιστον έτσι, συλλογιόταν, τον είχε από κοντά και μπορούσε να ελέγξει την κατάσταση…
     Τα χρόνια περνούσαν κι ο Μπίλης εδραίωνε ολοένα και περισσότερο τη θέση του στο αγρόκτημα. Η ισχυρή προσωπικότητα, ο ψηλός βαθμός αποδοτικότητας και φυσικά η καλή φήμη που συνόδευε το όνομά του, είχαν ως αποτέλεσμα να κερδίσει το σεβασμό τετράποδων αλλά και δίποδων. Τα ζώα της αυλής τον κοιτούσαν με μεγάλο θαυμασμό θεωρώντας τον παράδειγμα προς μίμηση. Μέχρι κι ο γερο-ταύρος που έκανε κουμάντο σ’ όλο τον στάβλο χαμήλωνε με σεβασμό τα σπινθηροβόλα του μάτια κάθε φορά που ο Μπίλης περνούσε από μπροστά του. Όσο και ν’ ακούεται παράξενο, ο Χιώτης έχαιρε μεγάλης εκτίμησης και ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας. Ο μαστρε-Καλλής ήταν μεν αυστηρός, αλλά πάνω απ’ όλα ήταν δίκαιος. Κι ως τέτοιος ήξερε ότι η οικονομική ευμάρεια του αγροκτήματος σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν στον Μπίλη. Είναι λοιπόν γι’ αυτό που κανένας στην οικογένεια δεν έφερε αντίρρηση, όταν ο Χιώτης με την… ανανέωση του προσωπικού του συμβολαίου κέρδισε το οκτάωρο, ενώ άρχισε να δουλεύει πάνω σε πενθήμερη βάση πολύ πριν οι συντεχνίες θέσουν καν τέτοιο αίτημα! Την ίδια συγκαταβατική στάση τήρησαν όλα ανεξαιρέτως τα ζωντανά του αγροκτήματος κι όταν αυτόβουλα η κυρα-Ευτέρπη έδωσε οδηγίες για ν’ αποκτήσει ο Μπίλης δικό του φρεσκοβαμμένο δωμάτιο με διπλή ενισχυμένη μερίδα φαγητού κάθε Σαββατοκύριακο. Όλοι το γνώριζαν και όλοι πια το παραδέχονταν, ο Μπίλης ήταν φαινόμενο, ο Μπίλης ήταν ο Αρχηγός.

     Η πρώτη βόμβα που έπεσε στο χωριό έσκασε στην αυλή, λίγα μόλις μέτρα από την κρεβατοκάμαρα της κυρα-Ευτέρπης, δίπλα ακριβώς από τον στάβλο. Η δεύτερη διέλυσε κυριολεκτικά το παλιό Βόξολ του μαστρε-Καλλή. Η οικογένεια σάστισε, τά ’χε κυριολεκτικά χαμένα. Σοκ και δέος, όπως θα κόμπαζαν χρόνια αργότερα οι Αμερικανοί. Ασυναίσθητα έτρεξαν όλοι στο υπόγειο. Εκεί, κάτω από τα σανίδια κι ανάμεσα στο σανό και το κάρβουνο, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, οι ένοικοι ένιωθαν ασφάλεια. Ίσως γιατί δεν έβλεπαν τον ουρανό που ξερνούσε φωτιά. Απλώς άκουαν. Αλλά κι η ακοή μετά από τ’ ανελέητα σφυροκοπήματα άρχισε σιγά-σιγά να θολώνει. Μόνο ο Πετράκης αρνούμενος να δεχτεί εκπτώσεις, είχε τις αισθήσεις σε πλήρη εγρήγορση. Κάθε λίγο και λιγάκι πεταγόταν πάνω σαν ελατήριο, όρθωνε τις κεραίες και αρκετά πριν ακουστεί το σφύριγμα από τη βολή έκανε βουτιές στο σανό. 
     Το πρώτο εικοσιτετράωρο ήταν εφιαλτικό. Το δεύτερο χειρότερο. Οι φωτιές που έκαιαν τον Πενταδάκτυλο πολλαπλασίασαν τον πόνο και τον φόβο, ενώ οι πύρινες γλώσσες πλησίαζαν ολοένα και περισσότερο στο χωριό. Μεσημέρι της τρίτης μέρας οι αεροπορικές επιδρομές σταμάτησαν. Στο ραδιόφωνο έκαναν λόγο για… εκεχειρία. Η κυρα-Ευτέρπη μαζί με τις δύο από τις κόρες της και τον Πετράκη να τις ακολουθεί βρήκαν την ευκαιρία να βγουν από το υπόγειο για να βάλουν λίγη τροφή και νερό στα ζωντανά του στάβλου. Στη φάρμα των ζώων η εικόνα δεν ήταν καλύτερη απ’ αυτήν των ανθρώπων. Τετράποδα και δίποδα είχαν παλαβώσει από τις συνεχείς εκρήξεις και τους τρομακτικούς θορύβους, ενώ η έλλειψη νερού άρχισε να προκαλεί σοβαρά προβλήματα ιδιαίτερα στα φτερωτά. Ωστόσο, μόλις είδαν τους νοικοκυραίους ν’ ανοίγουν τη συρτή πόρτα, αναστέναξαν μ’ ανακούφιση.  Μπόρα ήταν και πέρασε, σκέφτηκαν, κι έπεσαν με τα μούτρα στο φαγοπότι.
 Η μόνη πόρτα που έμεινε κλειστή ήταν αυτή του Μπίλη. 
«Άντε να ταΐσετε και τον Αγά», έσκουξε η κυρα-Ευτέρπη. «Αφήστε και την πόρτα ανοικτή», συμπλήρωσε, «για να παίρνει αέρα». 
     Ο Πετράκης προσφέρθηκε να εκτελέσει τη διαταγή. Πήρε στο ένα χέρι ένα μεγάλο κουβά νερό και στο άλλο ένα σακί κριθάρι κι έτρεξε προς το δωμάτιο του φίλου του. Έσπρωξε το χερούλι με το σώμα και μπήκε σκύβοντας ελαφρά το κεφάλι. Δεν πρόλαβε όμως να κάνει ούτε ένα βήμα παραπάνω. Το μόνο που μπόρεσε να διακρίνει ήταν μια συμπαγής μάζα με δυο κόκκινους πυρσούς στην κορυφή να τρέχουν σαν βολίδα καταπάνω του. Το επόμενο δευτερόλεπτο πετούσε στον αέρα κι αφού διέγραψε μια σταθερή καμπύλη τριάντα μοιρών, χτύπησε με πάταγο στον απέναντι τοίχο. Την ίδια στιγμή ένας αφηνιασμένος ταύρος με σώμα τράγου έβγαινε αλαφιασμένος από τη στενή πόρτα. Οι γυναίκες πάγωσαν. Όχι όμως για πολύ. Έπρεπε να προφυλαχτούν. Ο Μπίλης κτύπησε με δύναμη το πόδι στο πάτωμα και αφού κάρφωσε το πύρινο βλέμμα στην κυρα-Ευτέρπη όρμησε κατά πάνω της. Παρά τα σαράντα πέντε της χρόνια η οικοδέσποινα διατηρούσε την ευελιξία της πρώτης νεότητας κι έτσι, όταν είδε το ζωντανό χείμαρρο να πλησιάζει επικίνδυνα, έκανε έναν γρήγορο σάλτο και χώθηκε πίσω από την κολώνα. Ένα δευτερόλεπτο να αργούσε και θα την ξεκοίλιαζε. Οι κοπέλες άρχισαν να τσιρίζουν. Ήρθε η σειρά τους. Έβλεπαν τον κίνδυνο να πλησιάζει, αλλά δεν μπορούσαν να κινηθούν. Τα πόδια τους είχαν κολλήσει στο χώμα. Οι συνέπειες για τις δύο νεαρές θα ήταν οδυνηρές, αν την τελευταία στιγμή - ένα χέρι - αυτό της κυρα-Ευτέρπης δεν τις άρπαζε από το τσουλούφι και δεν τις ανέβαζε κυριολεκτικά στο υπόστεγο που φύλαγαν τις ελιές. Το σκληρό σαν πέτρα κεφάλι του Μπίλη χτύπησε με τρομερή δύναμη στην ξύλινη βάση, κάνοντας τις τρεις γυναίκες να τιναχτούν στον αέρα. Ευτυχώς όμως το υπόστεγο ήταν καλοχτισμένο και δεν υποχώρησε.
     Το άγριο κυνηγητό, όμως, δεν έλεγε να σταματήσει. Αντιλαμβανόμενος ότι ο γυναικείος πληθυσμός ήταν εκτός βολής, ο Μπίλης έστρεψε και πάλι την προσοχή του στον Πετράκη, που κείτονταν αναίσθητος στο βάθος του στάβλου. Τον ήθελε όρθιο, κινητό στόχο, όμως η οργή του ήταν απύθμενη. Όρμησε καταπάνω του κι αφού χοροπήδησε μπροστά του σαν φοράδα που χάνει τα λογικά της, άρχισε να τον χτυπά δυνατά με τα πισινά του πόδια. Εκείνη όμως τη στιγμή στον στάβλο μπήκαν τ’ αρσενικά. Είχαν ακούσει τις φωνές των γυναικών και φοβούμενοι το χειρότερο, ήρθαν τρέχοντας. Δεν τους πήρε περισσότερο από μερικά δευτερόλεπτα για ν’ αξιολογήσουν την κατάσταση και ν’ αντιληφθούν την αιτία του πανικού. Ο μαστρε-Καλλής κραδαίνοντας το μαστίγιο στον αέρα άρχισε να χτυπά με δύναμη το ζώο στην πλάτη, ενώ άλλοι τέσσερις άντρες άρπαξαν τον τράγο από τα πόδια προσπαθώντας να τον ακινητοποιήσουν. Η μάχη ήταν άνιση. Ο Μπίλης πάλεψε, ούρλιαξε, κλώτσησε, άφρισε, στριφογύρισε, όμως στο τέλος υπέκυψε. Δεμένος σφικτά σύρθηκε σαν δραπέτης πίσω στην απομόνωση. Ο Πετράκης που στο μεταξύ είχε συνέλθει, τον κοίταζε γεμάτος απορία αλλά και συμπόνια. Δεν τόλμησε όμως να τον πλησιάσει. Ακόμα κι έτσι δεμένο χειροπόδαρα τον φοβόταν.
     Δεν ήταν όμως μόνο ο Πετράκης που τά ’χε χαμένα. Όλοι οι ένοικοι του στάβλου είχαν κιτρινίσει από τον φόβο. Με τη διαφορά ότι αυτοί γνώριζαν τους λόγους που οδήγησαν τον μεγάλο αρχηγό στην τρέλα. Ότι αυτοί είδαν το τι ακριβώς συνέβηκε εκείνο το μαύρο πρωινό της εικοστής Ιουλίου. Η βόμβα που έσκασε λίγα μόλις μέτρα από το στάβλο έκανε θρύψαλα το μεγάλο τζάμι με την αντηλιακή ζελατίνη που κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος της στέγης του ιδιαίτερου δωματίου όπου κοιμόταν αμέριμνος ο επιβλητικός επιβήτορας. Τα ζώα είδαν το ξαφνικό τράνταγμα και τον φόβο που πλημμύριζε τα μάτια του απροστάτευτου τράγου, όταν τα αιχμηρά κομμάτια γυαλιού που έπεσαν σαν βροχή από τη στέγη καρφώθηκαν άλλα στη ράχη, άλλα στο κεφάλι ή στα πόδια του. Οι αγελάδες, οι κατσίκες, οι κότες αλλά κυρίως τα περιστέρια είδαν τον πανικό που κατέβαλε τον Μπίλη όταν μόνος, σε μια καμαρούλα δύο επί δύο, προσπαθούσε ν’ αμυνθεί από τον αόρατο εχθρό. Είδαν το τράνταγμα και τις απέλπιδες προσπάθειες του ζώου να κρυφτεί και να προστατευθεί από τις συνεχείς εκκωφαντικές εκρήξεις, το μουγκρητό των σιδερένιων πουλιών και το κροτάλισμα των μυδραλιοβόλων. Τη στιγμή που οι υπόλοιποι ένοικοι σφιχταγκαλιασμένοι είχαν βρει καταφύγιο στο υπόγειο του στάβλου, εκεί που ο μαστρε-Καλλής φύλαγε τα πιθάρια με το λάδι, ο Μπίλης μόνος και απροστάτευτος χανόταν μέσα στη δίνη μιας πρωτόγνωρης μαρτυρικής θαλασσοταραχής. Άδικα, με σπαραχτικές στριγκλιές στην αρχή και με δυνατά χτυπήματα στους τοίχους στη συνέχεια, καλούσε σε βοήθεια. Τα σήματα μορς χάνονταν μέσα στη φονική οχλοβοή και στο σφύριγμα των αεροπλάνων. Τα αφεντικά δεν άκουαν, ενώ τα τετράποδα δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε. Η σκόνη που γέμισε το στάβλο, ο ιδρώτας και οι μύγες που γυρόφερναν συνεχώς το φρέσκο αίμα που φούσκωσε το χοντρό, πλούσιο μαλλί προκαλούσαν μια απερίγραπτη δυσφορία στο άμοιρο ζώο, από την οποία δεν ήξερε πώς ν’ απαλλαγεί. Η γούρνα με το νερό είχε στερέψει, ενώ οι ψηλοί τοίχοι δεν άφηναν τον καθαρό αέρα να κατέβει ως κάτω. Το γυμνό πάτωμα έβγαζε φωτιές, ενώ τα λιγοστά άχυρα είχαν μετατραπεί σε αιχμηρά μαχαίρια που κάθε λίγο και λιγάκι χώνονταν βαθιά στο δέρμα. Απελπισμένος, αλαφιασμένος κι απέραντα μόνος, ο Μπίλης χοροπηδούσε δεξιά κι αριστερά χτυπώντας με ολοένα και μεγαλύτερη δύναμη το κεφάλι του πότε στον τοίχο και πότε στην ξύλινη πόρτα, που ωστόσο παρά τα τραντάγματα έμενε ερμητικά κλειστή.
     Δύο ολόκληρα εικοσιτετράωρα κράτησε το μαρτύριο. Χαράματα της τρίτης μέρας ένα από τα περιστέρια μετέφερε στους υπόλοιπους ένοικους του στάβλου το κακό μαντάτο: «Ο Μπίλης τρελάθηκε!» Τον είδε να κυλιέται στα σκατά και στα κάτουρα με τα μάτια γυρισμένα ανάποδα, γεμάτα αίμα και γλίνες ν’ ατενίζουν χωρίς νόημα το κενό. Τον είδε να βγάζει αφρούς από το στόμα, να ουρλιάζει σαν λύκος και να κλαίει σαν μυξιάρικο μωρό. Ο Μπίλης τρελάθηκε!

     Στις είκοσι έξι του μήνα δόθηκε η διαταγή για εκκένωση. Τα τανκς είχαν σκαρφαλώσει στην απέναντι πλαγιά κι από κει ξερνούσαν φωτιά και λάβα τρομοκρατώντας τους άμοιρους χωρικούς, οι οποίοι πανικοβλημένοι άρπαζαν ό,τι πρόχειρο έβρισκαν μπροστά τους και κατρακυλούσαν ομαδικά προς το νότο. Ο μαστρε-Καλλής άνοιξε φουριόζα την πόρτα του στάβλου, σήκωσε τα ζώα στο πόδι, τα έβαλε στη σειρά και αφού έδεσε τους φυσικούς αρχηγούς στο αμάξι τα οδήγησε προς την καμηλόστρατα της διαφυγής. Λίγο πριν πάρει τον κατήφορο που οδηγούσε στη ρεματιά κοντοστάθηκε, έδωσε σήμα αναμονής και επέστρεψε στον στάβλο. Προχώρησε προσεχτικά προς το δωμάτιο του Μπίλη και γεμάτος φόβο και δέος τράβηξε σιγά-σιγά το σύρτη που σφράγιζε την πόρτα. Στη θέα του αφεντικού το παραλογισμένο ζώο μάζεψε όση δύναμη του είχε απομείνει, τέντωσε το κορμί, πρόταξε απειλητικά τα μικρά σκληρά κέρατα και όρμησε κατά την πόρτα. Το σχοινί που κρατούσε τα πόδια αιχμαλωτισμένα και ακίνητα έτριξε, χώθηκε σαν μαχαίρι στο κόκαλο, κάνοντας το Μπίλη να τρανταχτεί προς τα πίσω. Σφαδάζοντας από το πόνο, ταπεινωμένος από την ανημποριά και την ανυποληψία, ο Μπίλης άρχισε να κλαίει και να ουρλιάζει σαν προδομένο σκυλί. Το ουρλιαχτό του δυνατό και διαπεραστικό, κάλυψε τη βουή των πυροβόλων κι έφτασε σαν σπαραχτική κραυγή στην αυλόπορτα, εκεί που όλη η οικογένεια - άνθρωποι και ζώα -ετοιμάζονταν για τη μεγάλη έξοδο. Για μια στιγμή όλα πάγωσαν. Τα πουλιά έμειναν καρφωμένα στα κλαδιά, οι τζίτζικες που ούτε από πόλεμο ούτε από θάνατο καταλάβαιναν, σταμάτησαν απότομα το μονότονο τραγούδι. Οι στρατιώτες - εχθροί και φίλοι - αλληλοκοιτάχτηκαν απορημένοι. Τα όπλα σίγησαν. Μόνο το ανατριχιαστικό ουρλιαχτό του Μπίλη - πένθιμο εμβατήριο σε ελάσσονα κλίμακα - απλωνόταν στον χώρο φθάνοντας μέχρι το βάθος της ρεματιάς, μέχρι την πιο ψηλή κορφή του θεόρατου βουνού, τα μαρμαρένια αλώνια, στο σπίτι της Ρήγαινας, μέχρι την αχνιστή ακρογιαλιά  της Κερύνειας. Το γοερό κλάμα του ζώου, τελευταίος ασπασμός, αποχαιρετιστήριος θρήνος για μια ζωή που χανόταν, για μια εποχή που έφευγε ανεπιστρεπτί.  
    Ο μαστρε-Καλλής δεν άντεξε για πολύ. Σήκωσε το δίκαννο και με χέρι τρεμάμενο έβαλε τέλος στο μαρτύριο του δύστυχου ζώου. Η τουφεκιά χάραξε σαν μαχαιριά τον αέρα κι αφού διέγραψε έναν μεγάλο κύκλο - τον κύκλο της ζωής, ίσως και του θανάτου - ήρθε και καρφώθηκε στην καρδιά του Πετράκη. Αυτή η τουφεκιά σημάδεψε και θα συνόδευε τα βήματά του από κει και πέρα. Ο μικρός έσφιξε τα χείλη για να μην αφήσει την κραυγή του πόνου να βγει από το στόμα. Έκλεισε τα μάτια κι άφησε ένα δάκρυ να κυλήσει άγαρμπα στο τρυφερό μάγουλο. Η κυρα-Ευτέρπη με το αλάθητο ένστικτο της μάνας ένιωσε το ποτήρι που ξεχείλισε, τον πλησίασε διακριτικά, τον αγκάλιασε και φίλησε στοργικά τα ξανθά μαλλιά.
«Όλα έχουν τελειώσει πια. Ώρα να φεύγουμε», ψιθύρισε ξεψυχισμένα.
Ναι, όλα είχαν τελειώσει. Και όλα άρχιζαν και πάλι απ’ την αρχή…