12/11/2014 06:55:00

«Το δάκτυλοοοοοοο!»

Η κραυγή του "Στρατή" ξύπνησε και ταυτόχρονα ενεργοποίησε τα αντανακλαστικά. Προτού η κοφτερή λεπίδα πέσει σαν λαιμητόμος, είχα με μια αστραπιαία κίνηση τραβήξει πίσω το δεξί.
Ούρλιαξα! Περισσότερο από φόβο παρά από πόνο. Ο επιστάτης μ’ άρπαξε με δύναμη από τη μέση, άνοιξε τη βρύση και κρατώντας με δύναμη τον καρπό έσπρωξε βίαια τα δάκτυλα στη δίνη του παγωμένου νερού. «Όχι πάλι», σκέφτηκα. Στη θέα του άλικου αίματος που άλλαζε το χρώμα του νεροχύτη, η μνήμη κάνοντας ένα γρήγορο πισωγύρισμα σταμάτησε στις 13 του Ιούνη του 1968... 
Ο πατέρας βιαζόταν να τελειώσει μια παραγγελία, την οποία έπρεπε οπωσδήποτε να παραδώσει την επομένη στην πόλη. Όλοι ήταν στο πόδι. Ο ένας γυάλιζε τα κουταλάκια, ο άλλος έφτιαχνε το τρυφούρι, ο τρίτος ετοίμαζε τα κουτιά... Ο πατέρας κάθισε στ´ αμόνι να σφραγίσει.
«Κάποιος να κρατά τα κουταλάκια», διέταξε.
«Εγώ, εγώ», φώναξα.
«Εσύ να πας να παίξεις με την " καλαμαρού" σου· η " καλαμαρού" ήταν η γκόμενα σε μορφή κούκλας που ο πατέρας μου έφερε από το τελευταίο ταξίδι του στην Αθήνα». 
«Γιατί; Σήμερα κλείνω πέντε χρoνών και όπως είπες το πρωί είμαι πια μεγάλος».
Το να αντιμιλάς στον πατέρα ήταν έγκλημα καθουσιώσεως. 
« Έξω από το μαγαζί τώρα!» Ούρλιαξε γουρλώνοντας τα στρογγυλά γαλάζια μάτια. 
Τα υπόλοιπα τέσσερα αδέλφια στη θέση μου θα τα έκαναν πάνω τους. Εγώ, "αντιρρησίας" παιδιώθεν, αντί από φόβο ξεχείλησα από θυμό. Έριξα ένα διαλόσταυρο και βγαίνοντας από το εργαστήρι τράβηξα με όση δύναμη είχα τη σιδερόπορτα πίσω μου. Στην άλλη πλευρά μαζί με τους μαστόρους και τον πατέρα, έμεινε και... το μισό μου δάκτυλο. Όταν κατάφεραν να μ’ απεγκλωβίσουν, ο αντίχειρας του δεξιού κρεμόταν από μια κλωστή. Ο πατέρας τρελάθηκε από τον φόβο του. Μ’ άρπαξε από τ’ αυτί και μ´ έσυρε κυριολεκτικά μέχρι την κουζίνα. Άνοιξε τη βρύση κι έχωσε το διαλυμένο δάκτυλο στο νερό. Και το πάτωμα βάφτηκε κόκκινο.
«Λεμόνια! Φώναξε!»
Στο πι και φι γέμισε η κουζίνα φρέσκα, κίτρινα λεμόνια κομμένα στα δυο. Προτού καν προλάβω ν’ αντιδράσω, το οξύ ανέβασε τον δείκτη του πόνου στα ύψη.
« Όχιιιιιι!, ούρλιαξα από τον πόνο, πονώωωωω!».
Ο πατέρας αντέδρασε αψυχολόγητα. Άρχισε τις φάπες, τις φωνές, τις απειλές και τα γρυλίσματα. Αυτή τη φορά δεν άντεξα. Πόνος, φόβος, και η θέα του αίματος που ανάβλυζε... τά ʼκανα πάνω μου. Την ίδια στιγμή ένιωσα να χάνω τις αισθήσεις μου. 
Τότε ήταν που μπήκε στη μέση η μητέρα. Άπλωσε τις φτερούγες της. 
Α ρε μάνα πόσο μου λείπεις... Και με προστάτευσε.
«Λεμόνι! Φέρτε λεμόνι να το τρίψουμε», φώναξε ο επιστάτης. 
Δάγκωσα τα χείλη. Αυτή τη φορά άντεξα.
«Τυχερός είσαι μικρέ! Η λεπίδα σ´ έπιασε ξώφαλτσα. Έχασες ένα κομματάκι, αλλά μην φοβάσαι, θα δρέψει...»

Ο Κωστής χαλάρωσε. Όσο διαρκούσε η διαδικασία καθαρισμού της πληγής καθόταν σ’ αναμμένα κάρβουνα. Ένιωθε τύψεις. Στο κάτω-κάτω τη δική του παραγγελιά εκπλήρωνα:
«"Μουσικέ", η ώρα πάει δέκα. Πότε επιτέλους θα μου τραγουδήσεις τον "Στρατή";»

Ο Κώστας Χατζής ήταν ο αγαπημένος του τραγουδιστής. Και ο "Στρατής" η αδυναμία του. Από την πρώτη μέρα στο εργοστάσιο και μόλις διαπίστωσε ότι ήμουν καλοφωνάρης, βάλθηκε να με εκβιάζει.
«Αν θες να σου χαράσσω σωστά τις σωλήνες, πρέπει καθημερινά να μου τραγουδάς τον "Στρατή".»
Νόμιζα ότι μου έκανε πλάκα, όμως σύντομα διαπίστωσα ότι δεν αστειευόταν. Όταν πια φιλέψαμε τον ρώτησα:
«Τι κόλλημα έχεις μ´ αυτό το τραγούδι, διότι δεν μπορεί, κάποιο κόλλημα θα υπάρχει...»
Αντί απάντησης, γύρισε το βλέμμα του αλλού. Το πρόσωπό του είχε σκοτεινιάσει...  
«Ο " Στρατής" ήταν το τελευταίο τραγούδι που άκουσα να τραγουδά ο πατέρας μου». Το Σάββατο, δύο μέρες πριν το πραξικόπημα, είχαν μαζευτεί κάμποσοι φίλοι του στο σπίτι. Μετά την έντονη συζήτηση, τό’ ριξαν στο τραγούδι. Ο ξάδελφος γρατζουνούσε την κιθάρα κι οι υπόλοιποι τραγουδούσαν. Λίγο πριν το διαλύσουν, ο πατέρας έκανε την τελευταία παραγγελιά. «Χωρίς τον Στρατή δεν πάτε πουθενά», δήλωσε χαμογελώντας. Ο ξάδελφος δεν του χάλασε το χατήρι. Η μποέμικη μπάντα άδειασε για τελευταία φορά τα ποτήρια και έσκουξε με πάθος:

Σαν θα πεθάνω ρε Γιωργή
Όταν σαλπάρω από τη Γη
Βάλε στην κάσια μου πανιά
Βάλε της άλμπουρα, σχοινιά
Πες πως ταξίδεψε κι αυτός
Ο τυχερός, ο τυχερός...

Ο πατέρας του Κωστή σκοτώθηκε μια εβδομάδα μετά. Ο πιλότος  του F-16 τον είδε ακάλυπτο στη ρεματιά και δεν αστόχησε...

Η πρώτη μας συνάντηση έγινε έξω από την αμερικάνικη πρεσβεία. Θυμάμαι μου είχε προσφέρει το βρεγμένο του μαντήλι για να προφυλάξω τα μάτια μου από τα δακρυγόνα. Το καλοκαίρι, δώδεκα χρονών πιτσιρίκια, βρεθήκαμε κι οι δυο να δουλεύουμε "παράνομα" στο εργοστάσιο. Αυτός χάρασσε κι εγώ έκοβα τις σωλήνες, εγώ κρατούσα τις λαμαρίνες κι αυτός έκανε την οξυγονοκόληση. Εγώ ήθελα να αγοράσω ποδήλατο κι αυτός να πληρώσει το νοίκι... Τρεις μήνες, ο ένας πλάι στον άλλο, γίναμε κολλητάρια. Στο μεταξύ, του είχα αλλάξει όνομα:
«Το Κωστής ακούγεται... χωριάτικο. Ενώ το Στρατής...»
« Ό,τι πει ο... "μουσικός"!»

Όταν εγκατέλειψα την Τεχνική για το Γυμνάσιο, οι δρόμοι μας χώρισαν. Κρατήσαμε όμως επαφή. Συχνά-πυκνά την αράζαμε για κρασί στον "Μέτοικο", ενώ το παλιό "Τζιελάρι" στη Στασίνου έγινε σταδιακά το στέκι μας...
Με τον Στρατή είχαμε άλλο ένα κοινό: την αγάπη μας για τη γυμναστική και τις πολεμικές τέχνες. Τζουτίστας εκείνος, καρατίστας εγώ. Βέβαια σ´ ό,τι αφορά εμένα, η ενασχόληση με το άθλημα έμεινε κάπου στη μέση, όμως στην τρυφερή εφηβική ηλικία έπαιξε ένα ξεχωριστό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα. Για τον Στρατή όμως, το τζούντο δεν ήταν απλώς ένα άθλημα. Ήταν φιλοσοφία ζωής. Παιδί ξηγημένο, ντόμπρο, γεμάτο δύναμη και λεβεντιά, ο Στρατής ήταν ένας φίλος πάνω στον οποίο μπορούσες να στηριχθείς.

Τον ΚΕΝ της Πάφου μας ένωσε και πάλι.
 Στον ίδιο λόχο, στην ίδια διμοιρία. Στο μεταξύ είχαμε ωριμάσει. Για την ακρίβειαν, ο Στρατής είχε ωριμάσει. Διότι εγώ, όπως και τώρα έτσι και τότε, ψαχνόμουν. 
Η φιλοσοφία του στρατού γενικά και ειδικά η δοτή εξουσία της στολής, για δύο γεμάτους θυμό και αντιεξουσιαστικές τάσεις έφηβους της εποχής, ήταν έννοιες και πραγματικότητες απόμακρες, μισητές. «Όσοι απέτυχαν στη ζωή, έγιναν αλήτες. Κι όσοι απέτυχαν να γίνουν αλήτες, έγιναν μόνιμοι», μουρμούριζε ο Στρατής.
Τα πρωινά κάτω από την "Κκελέ τ’ Ανθρώπου" συναγωνιζόμασταν ποιος θα κάνει τις περισσότερες κάμψεις. Η γυμναστική, οι πορείες και το καψόνι ήταν για μας παιχνίδι. Εκείνο που μας την έδινε ήταν το κόλλημα που τρώγαμε από τους τρεις υπαξιωματικούς από το Πολέμι. Είχαν πληροφορηθεί για τις ζώνες μας κι είχαν βαλθεί να μας βγάλουν αυτόμολους. Κάθε βράδυ, εφτά μέρες τη βδομάδα, "αγρυπνία", ο ένας θαλαμοφύλακας κι ο άλλος να προσέχει τις... αρβύλες. Όταν δε τα κωλόπαιδα τα μεσάνυχτα επέστρεφαν μισομεθυσμένα από την έξοδο, έπεφτε το ξύλο της αρκούδας. Μπουνιές, κλωτσιές, "οπλίσματα", εναέρια "καρφώματα"...  Ήμασταν βλέπεις τα άνευ λόγου και αιτίας "παραπτώματα" του λόχου. Μια νύχτα ο Στρατής  δεν άντεξε, άρπαξε το χέρι του "δήμιου" και προτού αυτός προλάβει ν’ αντιδράσει, τον πέταξε φαρδύ πλατύ στο πάτωμα με τη γροθιά να σταματά λίγο πριν το " Δόξα πατρί". 
«Στο χωριό σου δεν σ’ έμαθαν τι πάει να πει καρύδια;», τον ρώτησε ειρωνικά ο φίλος μου.
Τις επόμενες δυο μέρες ο Στρατής, τις πέρασε στην απομόνωση. Γύρισε την τρίτη βρωμισμένος, αλλά μ’ ένα πλατύ χαμόγελο να γεμίζει το μακρόστενο του πρόσωπο. Ήταν αποφασισμένος για όλα.
«Αν τολμήσουν να σηκώσουν ξανά χέρι πάνω μου, θα τους το κόψω!»

Και θα το έκαμνε. Αν δεν προηγείτο το επεισόδιο νευρικής κρίσης, που άλλαξε τα δεδομένα. Το θυμάμαι σαν να συμβαίνει ξανά τώρα μπροστά στα μάτια μου... Είχαμε επιστρέψει από νυχτερινή άσκηση στην Αγία Μαρινούδα. Την προηγούμενη είχα βγάλει "γερμανικό" 2-4 και δεν άνοιγαν τα μάτια μου. Πέσαμε όπως ήμασταν με τις αρβύλες, μισοπεθαμένοι, στο κρεβάτι. 
«Παράπτωμα, εγέρθητω! Πας σκοπός στα καύσιμα 12-2!»
«Μα πάλι;», τόλμησα να ψιθυρίσω. 
«Δυσανασχετείς ψαρομαούνα; Αφού είσαι έτσι, αύριο βγαίνεις αναφορά ενώπιον του στρατοπέδου!»
Θόλωσε το μυαλό μου. Ήθελα να του ρίξω μια κλωτσιά και να του κάνω θρύψαλα τ’αρχίδια. Δεν είχα όμως τον τσαμπουκά του Στρατή. Όταν όμως ο θυμός ξεχειλίσει, χρειάζεται εκτόνωση. Μια φωνή, μια γροθιά, έστω μια κουτουλιά στον απέναντι τοίχο. Πού όμως τέτοια πολυτέλεια... Γέμισα τη χούφτα χάπια παυσίπονα που ήταν αραδιασμένα στο κρεβάτι και τ’ έσπρωξα βαθιά στον λαιμό μου. Ταυτόχρονα πήρα την μπουκάλα με το νερό και την άδειασα στο πι και φι. Ένιωσα έναν κεραυνό να με χτυπά κατακούτελα. Έπεσα κατάχαμα κι άρχισα να κυλιέμαι και να γρυλίζω σαν αγριογούρουνο. Οι λοχίες τα έχασαν.
«Ρε αυτός είναι επιληπτικός! Την "βάψαμε"», τραύλισε ο κοντός της συμμορίας.
Τότε ήταν που σαν αίλουρος ξεπετάχθηκε μπροστά μου ο Στρατής. Αφού μου γύρισε μπρούμυτα το κεφάλι, έχωσε τα μακριά του δάκτυλα μέχρι τον οισοφάγο. Οι αναταράξεις που ακολούθησαν θα τις θυμάμαι μέχρι να πεθάνω. Ήταν κάτι σαν συνεχές ηλεκτροσόκ. Ο Στρατής με δίπλωνε και μ’ άπλωνε σαν ζυμάρι, χώνοντας τα δάκτυλα ολοένα και πιο βαθιά μέχρι το στομάχι. Σε λίγο ένα κιτρινοπράσινο πηχτό υγρό πετάχτηκε σαν πίδακας από το στόμα μου. Από κει και πέρα δεν θυμάμαι τίποτε. Όταν ξύπνησα το πρωί βρισκόμουν στο κρεβάτι του λοχαγού με τον γιατρό της μονάδας να μου ανεβοκατεβάζει τα βλέφαρα και τον Στρατή γεμάτο αγωνία να κάθεται στο προσκέφαλό μου.
«Τι πήγες να κάνεις ρε μαλάκα, μου φώναξε τρομαγμένος. Πού πήγε η μαγκιά κι ο τσαμπουκάς που συμφωνήσαμε; Χίλιες φορές καλύτερα να του έκανες ακορντεόν τον λαιμό, παρά να γυρίσεις τα μάτια σου ανάποδα... Κότα, ε κότα...».

Σε λίγες μέρες οι δρόμοι μας χώρισαν. Ο Στρατής τράβηξε για το Σταυροβούνι κι εγώ πήρα τη λεωφόρο για τη ΣΜΕΦ. 
«Κρίμα το κορμί, μου πέταξε κατάμουτρα. Μετά από τόσο ξύλο σε παίρνει να γίνεις... μοδιστρούλα; Με ποιον θα χτυπάω τώρα νούμερα ρε μαλάκα;».
Χωρίσαμε, αλλά δεν χαθήκαμε. Η τύχη το έφερε ο Στρατής να επιλεγεί για τη διμοιρία απόδοσης τιμών, δυο μέτρα θηρίο δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, κι έτσι κάθε λίγο και λιγάκι τον έβρισκα μπροστά μου στο αεροδρόμιο, στον Τύμβο στο Θρονί, σε παρελάσεις και σε κάθε λογής εορτασμούς. Αυτός να εκτελεί προστάγματα κι εγώ να παιανίζω εμβατήρια, "μαζορέτες της εξουσίας" δηλαδή...
Όμως οι παλιές αγάπες και συνήθειες δεν άλλαξαν. Τα Σαββατόβραδα, όταν ταίριαζαν οι έξοδοί μας, τα μπεκροπείναμε στον "Μέτοικο", ή τραγουδούσαμε μέχρι να λαλήσουν τα κοκόρια στο "Τζιελλάρι". Κι όταν στο στρατόπεδο μπήκε η επόμενη "σειρά", αρχίσαμε να μετρούμε τις μέρες ανάποδα.
«Μουσικέ, 300 κι απόψε!» 
«Να λύσουν οι μόνιμοι, θηρίο!»
Όταν πιάσαμε στα χέρια το κίτρινο χαρτί, κάηκε το πελεκούδι! Αφού κατεβάσαμε ένα βαρέλι κρασί στο Μέτοικο, πήραμε το δρόμο για το... Πολέμι. Θέλαμε να κλείσουμε κάτι παλιούς λογαριασμούς. Όμως στη Λεμεσό ξεμείναμε από βενζίνη κι έτσι πάγωσα με τον θυμό μας κάνοντας νυχτερινά μακροβούτια στην παλιά αποβάθρα.

Ο Στρατής δεν είχε βλέψεις για σπουδές, ήθελε ν’ ασχοληθεί επαγγελματικά με το τζούντο. Εγώ πάλι, χάνοντας την υποτροφία μέσα από τα χέρια, βλέπετε οι άλλοι είχαν "μέσο", έπρεπε να περιμένω άλλο ένα χρόνο φυλακισμένος στην Κύπρο. Έτσι τρεις μόλις μέρες μετά την απόλυση ριχτήκαμε στη βιοπάλη. Εγώ βοηθός αποθηκάριος σε μια μεγάλη εταιρεία κι ο Μιχάλης βοηθός πελεκάνος σ’ ένα εργαστήρι στην Παλιά Λευκωσία. Προσωρινά βέβαια, μέχρι να δούμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Στους μήνες που ακολούθησαν οι επαφές μας αραίωσαν. Εκείνος δούλευε ως αργά υπερωρίες για να κάνει το απαιτούμενο κομπόδεμα που θα το επέτρεπε ν’ ανοίξει γυμναστήριο, ενώ εγώ τρελάθηκα στο διάβασμα και στον... οργανωμένο ταξικό αγώνα. 
«Ρε συ, άσ’ την ιατρική σε άλλους», μου είπε ένα βράδυ κοιτάζοντάς με κοροϊδευτικά. «Σπούδασε πολιτικός μπας κι αποκτήσω κι εγώ μέσο στον ΚΟΑ και πάρω εύκολα άδεια για το γυμναστήριο!»
Βέβαια ούτε γιατρός έγινα, ούτε πολιτικός κι έτσι ο Στρατής έχασε το "μέσο" που... ονειρευόταν. Αντίθετα το όφελος ήταν δικό μου, αφού στο πρόσωπο του φίλου μου βρήκα έναν τακτικό πρώτα αναγνώστη κι ύστερα ακροατή, στον οποίο αποτεινόμουν για σχόλια κι απόψεις. Διότι μπορεί ο Στρατής να μην απέκτησε ανώτατη μόρφωση, όμως το κριτήριό του ήταν ιδιαίτερα αυστηρό και συνήθως αλάνθαστο. 
Μεγαλώνοντας μέσα σ´ ένα περιβάλλον γεμάτο δάκρυα και στερήσεις, ο Στρατής έμαθε να είναι ολιγαρκής και προσγειωμένος. Πάντα όμως αισιόδοξος και αξιοπρεπής. Αναποδιές δεν τον γονάτιζαν. «Σημασία έχει να είμαστε καλά και να ʼ χουμε δουλειά»· αυτό αποτελούσε τον Κώδικα, ή αν προτιμάτε το μότο της ζωής του. Όταν μ´ άκουσε για πρώτη φορά να κλείνω την εκπομπή ευχόμενος στους ακροατές: «Να ´ναι καλά και να χαίρονται», με πήρε αμέσως τηλέφωνο.
«Στα τόσα χρόνια που σε γνωρίζω είναι το πιο όμορφο πράγμα που άκουσα από το στόμα σου. Κράτα το και φρόντισε να το εφαρμόσεις και στη ζωή σου!»

Οι στόχοι που έβαζε ήταν πάντα μετρημένοι και εφαρμόσιμοι. Δεν ήταν αιθεροβάμωνας, ούτε συμμεριζόταν τον αχαλίνωτο ρομαντισμό μου. Τον πήχη τον ανέβαζε μέχρι εκεί που έφθανε. «Μαγκιά είναι να πετάμε από πάνω, κι όχι κάτω απ´ αυτόν», έλεγε χαμογελώντας.
Το γυμναστήριο πάντως το έφτιαξε. Του πήρε όμως πολύ περισσότερο χρόνο απ´ ό,τι ανέμενε. Ορφανός από πατέρα και με τη μάνα του σαν ερημιά στον κάμπο, από μικρός αυτοχρίστηκε προστάτης της οικογένειας. Εκτός από το νοικοκυριό που συντηρούσε μονάχος, είχε υποσχεθεί να δώσει στη Δάφνη (Δάφνη λένε την αδελφή του) τη μόρφωση που ονειρευόταν. «Πρώτα να τελειώσει το Πανεπιστήμιο, να την παντρέψω, κι ύστερα βλέπουμε. Είναι θέμα προτεραιοτήτων». Φυσιολογικά λοιπόν και στη βάση των "προτεραιοτήτων", το γυμναστήριο μπήκε σε δεύτερη μοίρα. Και η αλήθεια είναι ότι χρειάστηκε να εργαστεί πολλά χρόνια για ν' αποκτήσει το απαιτούμενο κομπόδεμα. Το ήθελε κι "ευρωπαϊκών προδιαγραφών" πανάθεμά τον. 
Για να μην σας τα πολυλογώ, ο Στρατής έκανε το όνειρό του πραγματικότητα, όταν οι κρόταφοι του άρχισαν ν’ ασπρίζουν. Η ημέρα των εγκαινίων ήταν ίσως η πιο ευτυχισμένη της ζωής του. Μέσα στο μαύρο κοστούμι έλαμπε σαν γαμπρός. Μάλιστα αν μαζί με τα χαμόγελα και τις ευχές, οι εκατοντάδες προσκεκλημένοι έχωναν στο χέρι του κι ένα χοντρό φάκελο,  θα μπορούσες να πεις ότι χόρευε τον χορό του Ησαΐα! Έλειπε βέβαια η νύμφη. Η αλήθεια είναι ότι ο Στρατής δεν βιαζόταν να φτιάξει οικογένεια. Ήθελε πρώτα να πατήσει γερά στα πόδια του. «Η γυναίκα και τα παιδιά μπορούν να περιμένουν!»  Έλα όμως που δεν περίμεναν. Οι κατά καιρούς συντρόφισσες του Στρατή τον εγκατέλειπαν η μια μετά την άλλη. Όχι επειδή δεν τον αγαπούσαν, ή ότι δεν τους άρεσε. Κάθε άλλο. Τέτοια λεβεντόπαιδα αποτελούν είδος προς εξαφάνιση στις μέρες μας. Απλώς δεν μπορούσαν να περιμένουν. Σαν χτυπήσει το "καμπανάκι της μητρότητας" τα θηλυκά χάνουν και την υπομονή και τη διάθεση. Οι υποσχέσεις του Στρατή έμοιαζαν με τις υποσχέσεις των πολιτικών για " ένα καλύτερο αύριο", στις οποίες οι μέλλουσες σύζυγοι δεν μπορούσαν να επενδύσουν. 

Παρά τις παροτρύνσεις της Δάφνης ποτέ δεν διανοήθηκα να τον πιέσω να πάρει αποφάσεις.
«Σε λάθος άτομο αποτείνεσαι Δάφνη», της απαντούσα γελώντας.
Πέραν τούτου ήξερα καλά ότι σ´ αυτά τα ζητήματα πιέσεις δεν χωράνε. Θυμάμαι μόνο μια φορά πάνω στην κερκίδα, όταν τον ψάρεψα να γλυκοκοιτάζει ένα κοριτσάκι με βαμμένες πράσινες κοτσίδες του είπα με υπονοούμενο:
«Πολύ φοβούμαι ότι όταν τελικά τ´ αποφασίσεις, το τρένο θα έχει φύγει!»
«Μην φοβάσαι», μ’ απάντησε, «θα πάρω το αμέσως επόμενο! Όσο υπάρχουνε γραμμές θα υπάρχουνε και τρένα...».
Πάντως στα σαράντα του ο Στρατής είχε κορμοστασιά και δέσιμο εφήβου. Εξάλλου σ' αντίθεση με μένα δεν άφηνε να περάσει ούτε μέρα χωρίς γυμναστική. Η στολή του τζούντο είχε κολλήσει στο δέρμα του. Όταν δε απέκτησε και το γυμναστήριο, η άσκηση του έγινε τρόπος ζωής. Γνώριζε τα μυστικά του σώματος και ειδικά των μυών πολύ καλύτερα από τους γυμναστές του, κι ας μην είχε περάσει ποτέ πόρτα Γυμναστικής Ακαδημίας. Ίσως γι’ αυτό κατάλαβε πιο γρήγορα από όλους ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
«Τελευταία κουράζομαι εύκολα», μου εκμυστηρεύτηκε μια Κυριακή απόγευμα ενώ απολαμβάναμε παρέα την υπέροχη θέα του Πενταδάκτυλου και της πλατιάς θάλασσας στο λιμάνι της Κερύνειας. Κι ο αέρας στο στήθος δεν αρκεί. Είναι σαν μπάλα με χαλασμένη βαλβίδα...
«Σημάδι της πρώτης νεότητας που μας εγκαταλείπει», τ’ απάντησα περιπαιχτικά. «Μέχρι πότε θα νιώθουμε σαν τα "ταυρούδκια" στο ΚΕΝ; Αν δεν το κατάλαβες, φθάσαμε στα μισά του δρόμου».
«Δεν είναι αυτό, μ´ απάντησε ανήσυχα. Ίσως είναι κάτι χειρότερο».
«Και το λες έτσι απλά; Αν θες, να πάρω τηλέφωνο ένα γνωστό  που έχω στο διαγνωστικό κέντρο, να κάνεις τις εξετάσεις για να ξεγνοιάσεις!»
Γύρισε και με κοίταξε με ύφος γεμάτο αποφασιστικότητα.
«Άκου μουσικέ, αν κάτι είναι γραμμένο να γίνει, θα γίνει. Δεν έχω καμία διάθεση να πάω σε χαρτορήκτες. Que sera sera...»
«Χαρτορήχτα η έγκαιρη διάγνωση; Τι λες βρε ηλίθιε;»
Επέμεινε: 
«Θυμάσαι τον Γιαννή, την Ταμάρα, τον Άντρο, τη Μαρία; Γλύτωσε κανένας; Προς τι ο δρόμος, αν δεν οδηγεί στην Εκκλησία; Εσύ δεν είσαι που τό ʼμαθες αυτό; Εξάλλου τώρα έχουμε άλλες προτεραιότητες. Πρώτα να δούμε πώς θα σώσουμε το Γυμναστήριο από τα σαγόνια των τραπεζών κι ύστερα βλέπουμε...»

Το τηλέφωνο κτύπησε χαράματα Δευτέρας.
«Θέλω να μου κάνεις μια χάρη!»
Η φωνή του ακουγόταν κάπως παράξενη. Λες και έβγαινε από βαθύ μεθύσι.
«Βρες έναν τρόπο και σήμερα βάλε μου να ακούσω τον Στρατή. Σου το ζητώ ως φίλος. Και στους φίλους χατίρια δεν χαλάμε. Κι αυτό δικό σου.»
Άκουγα σιωπηλός. Φοβόμουν να ρωτήσω. 
«Από σήμερα μουσικέ, μπαίνω κι εγώ στην στρατιά των ανέργων. Το γυμναστήριο δεν αντέχει πια. Του έβαλα λουκέτο...»
Αναίσανα με ανακούφιση. Ίσως επειδή φοβόμουν μην ακούσω κάτι χειρότερο.
«Δες το σαν κάτι το προσωρινό. Δεν είσαι ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος. Στην ανάγκη θα επιστρέψεις στο ξύλο, δεν σε φοβάμαι εσένα, κάτι θα βρεις... Να λες πάλι καλά που έχουμε ακόμα την υγειά μας!»
Πλάκωσε σιωπή. Κράτησα την αναπνοή μου και περίμενα. Τα δευτερόλεπτα φάνηκαν αιώνες.
«Δώδεκα με δεκαέξι μήνες! Οι γιατροί στο Λονδίνο μου έδωσαν ακόμη έναν χρόνο ζωή. Οι πνεύμονες είναι πατωμένοι...»

Στάθμευσα με δυσκολία τ´ αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου κι άνοιξα τα παράθυρα. Χρειαζόμουν αέρα...

Σαν θα πεθάνω ρε Γιωργή 
Όταν σαλπάρω από τη Γη
Βάλε στην κάσια μου πανιά,
Βάλε της άλμπουρα, σχοινιά...

Για πρώτη φορά στην καριέρα μου μετρούσα τα λεπτά. Οι δείκτες του ρολογιού είχαν κολλήσει. Όπως τότε που βγάζαμε σκοπιά απέναντι από τον Άρωνα...

Όταν βγήκα από τον ραδιοθάλαμο, τον πήρα τηλέφωνο. Δεν απαντούσε.  Ξαναπήρα μετά από μια ώρα. Το ίδιο. Μετά από δύο. Πάλι δεν απαντούσε. Νωρίς τ’ απόγευμα μου τηλεφώνησε  η Δάφνη. Η φωνή της έτρεμε.
«Έλα στην κλινική. Έκανε απόπειρα αυτοκτονίας!»

Τον βρήκα να κάθεται στο κρεβάτι με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Φαινόταν εξαντλημένος.
«Από σένα δεν το περίμενα. Πραγματικά είσαι πολύ μεγάλος μαλάκας. Πάλι καλά που στο σπίτι δεν είχες πιο... αποτελεσματικά φάρμακα!»
«Κοίτα ποιος μιλάει...»
«Κοίτα, οι δύο περιπτώσεις δεν συγκρίνονται. Μην ξεχνάς ότι τότε ήμασταν 18 χρονών παιδιά και η απερισκεψία κυλούσε στις φλέβες μας».
Έβαλε τα γέλια.
«Μην παίζεις κάτι που δεν μπορείς να είσαι... Κι εσύ τότε, κι εγώ σήμερα, αυτό που θέλαμε να προστατέψουμε είναι την αξιοπρέπεια μας! Εσύ τότε δεν μπορούσες να ανεχτείς άλλο τον εξευτελισμό κι εγώ σήμερα την εικόνα της εξαθλίωσης. Άκου μουσικέ! Άμε και πες στα παιδιά δίπλα ότι χημειοθεραπείες δεν κάνω! Δεν έχω καμία διάθεση, αλλά και δεν θα επιτρέψω το σώμα μου να μετατραπεί σ’ ένα μάτσο κόκκαλα, σ’ ένα χούφταλο, το οποίο θα προκαλεί τον οίκτο και την αποστροφή. Θέλω να με θυμάστε όπως είμαι τώρα κι όχι όπως θα με καταντήσουν σε λίγους μήνες τα φάρμακα, ο πόνος κι η απόγνωση. Αν πραγματικά θέλετε να βοηθήσετε, φροντίστε  να μου δώσουν ένα χαπάκι, μια πορτοκαλάδα απ´ εκείνες που λυτρώνουν...»

Την επομένη στην εκπομπή είχα ως θέμα την ευθανασία.  Κατοχύρωση του δικαιώματος για αξιοπρεπή έξοδο. Οι απόψεις διίστανται: Δεοντολογία, ηθική, ελευθερία, παραδόσεις, θρησκεία, δικαίωμα, αξιοπρέπεια, νομοθεσία, ιδιαιτερότητες, αυτοχειρία, λύτρωση...
Το μεσημέρι ο Στρατής ήταν έντονος.
« Έχω ακούσει δεκάδες φορές τους λογής-λογής σοφούς που φιλοξενείς στις εκπομπές σου να τονίζουν την αυξημένη ισχύ που υποτίθεται ότι έχουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες. Ας μου απαντήσουν λοιπόν: Είναι ή όχι ανθρώπινο μου δικαίωμα να θέλω να πεθάνω όρθιος; Ποιος άλλος εκτός από μένα δικαιούται ν´ αποφασίζει για μένα; Πολλοί θα με χαρακτηρίσουν επιπόλαιο, κάποιοι ίσως δουν στην προσέγγιση μου τάσεις αυτοκτονίας. Πίστεψέ με, αν υπήρχε δυνατότητα, έστω πιθανότητα πισωγυρίσματος, θα το πάλευα. Με ξέρεις καλά, ποτέ δεν κώλωσα, ποτέ δεν σήκωσα τα χέρια, ποτέ δεν παραδόθηκα. Στις επιθέσεις της ζωής απαντούσα με αντεπίθεση. Όμως την ίδια στιγμή έμαθα να είμαι ρεαλιστής, να πατώ τα πόδια μου στη γη και όχι να κάνω αερότουμπες σαν κάποιους άλλους...»
Στα τόσα χρόνια που τον ξέρω, πρώτη φορά τον είδα βουρκωμένο:
«Όταν το έμαθα κόντεψα να τρελαθώ. Ένιωσα τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια μου. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι η μοίρα μου έπαιζε τέτοιο βρώμικο παιχνίδι. Νόμιζα ότι είχα ξεχρεώσει τους λογαριασμούς, ότι ο πατέρας μου είχε πληρώσει για όλους τον βαρκάρη... Δεν συμβιβάστηκα. Πέταξα τ’ αποτελέσματα στον κάλαθο και επανέλαβα τις εξετάσεις στην Αθήνα. Η εικόνα ήταν η ίδια. Ένας μακρινός συγγενής με παρέπεμψε σε κάποιο Ρώσο θεραπευτή με υπερφυσικές δυνάμεις. Αποδείχτηκε τσαρλατάνος. Στο Τελ αβίβ οι γιατροί μου ξεκαθάρισαν ότι η περίπτωση μου δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις όπου μπορεί να υπάρξει θεραπεία με τη μεταμόσχευση βλαστοκυττάρων. Τελικά με τη βοήθεια ενός δασκάλου μου στο τζούντο, έκλεισα ραντεβού μ’ έναν κορυφαίο καθηγητή στο Λονδίνο. Από τον μορφασμό στο πρόσωπό του κατάλαβα ότι η κατάσταση είναι μη αναστρέψιμη. Τον ρώτησα αν υπάρχει ελπίδα. Ωμός, ψυχρός, ανέκφραστος μ´ απάντησε ότι δεν χρειάζεται να σπαταλώ άλλο τα χρήματα μου και μου συνέστησε να επιστρέψω στην Κύπρο. Μου έδωσε έναν χρόνο διορία να συμφιλιωθώ με την ιδέα του θανάτου...» 
Σιωπή.
Ξαφνικά γυρίζοντας προς το μέρος μου με ρώτησε:
«Είσαι φίλος;»
«Εσύ τι νομίζεις;», τ´ απάντησα.
«Τότε σεβάστου τη φιλία μας. Σεβάστου την επιθυμία μου να φύγω με αξιοπρέπεια. Στη Ζυρίχη, εσύ μου το είπες, υπάρχει ένα κέντρο ευθανασίας.  Ρώτα, ψάξε και στείλε μου ο,τιδήποτε στοιχείο καταφέρεις να βρεις για το ίδρυμα αυτό. Όμως βιάσου. Το πολύ σε ένα μήνα θα πρέπει να αναχωρήσω!»
«Γιατί τόση βιασύνη;», τον ρώτησα χαζά.
«Επειδή το τρένο φεύγει. Κι οι γραμμές ξηλώνονται!»

Οι επόμενες μέρες ήταν δύσκολες. Το να βρεις πληροφορίες για τα διάφορα κέντρα "αξιοπρεπούς αναχώρησης" δεν ήταν δύσκολο. Η δυσκολία ήταν να βεβαιωθούμε για την αξιοπιστία την εχεμύθεια και τον επαγγελματισμό τους, όπως επίσης και για τις διαδικασίες που ακολουθούνται... Η ψυχραιμία και η αποφασιστικότητα του φίλου μου με ξάφνιασε. Μελετούσε τα στοιχεία, έκανε συγκρίσεις, ρωτούσε για τιμές, λες και ετοιμαζόταν για ταξίδι του μέλιτος... Προτού κλείσει το δεκαήμερο, είχε κιόλας κάνει τις επιλογές του.
«Τώρα απομένει να κλείσουμε εισιτήρια και ένα καλό ξενοδοχείο κοντά στο κέντρο!»
«Μήπως να το ξανασκεφτόσουν», έσκουξα.
Με κοίταξε αγριεμένα.
«Μη χάνεις την ώρα σου συζητώντας ειλημμένες αποφάσεις. Το θέμα θεωρείται λήξαν. Θα κάνεις την κράτηση, ή ν’ αποταθώ αλλού;»
«Ό,τι πεις...»
«Δύο δωμάτια στο ξενοδοχείο Eden Au lac για τρεις μέρες, ένα στο όνομά του και το άλλο στο όνομα της Δάφνης. Και δύο εισιτήρια για Ζυρίχη. Το ένα μετ´ επιστροφής...»
Τον κοίταξα κατάματα. Το βλέμμα μου είχε θολώσει. 
«Σε ζηλεύω», του είπα με θαυμασμό.
«Κι εγώ», μ’ απάντησε πικρά.
Ντράπηκα...

Στις οκτώ το πρωί του χτύπησα την πόρτα. Με καλημέρισε χαμογελώντας. 
«Πάντα στην ώρα σου. Εγγλέζος».
« Έτοιμος;», ρώτησα.
«Πάντα!»

Πήραμε το δρόμο προς Βόρεια. Σε λιγότερο από μια ώρα ήμασταν στην κορυφή του Πενταδάκτυλου. Στα δεξιά ν’ απλώνεται ο απέραντος κάμπος  και στ´ αριστερά η γαλάζια θάλασσα της αγαπημένης πόλης. Μείναμε αμίλητοι, ώρα πολύ. 
«Θυμάσαι το 2004 που ήθελες να χτίσουμε  εδώ πάνω ένα... "καταφύγιο μοναχικών ψυχών";», ρώτησε.
«Μακριά από πολιτικούς και πάσης φύσεως θηλυκά...»
Σιωπή.
«Δεν ξέρω αν γίνεται, αλλά αν η Δάφνη καταφέρει να φέρει την τέφρα μου πίσω στην πατρίδα, θέλω ν’ ανέβεις εδώ πάνω και να την  αφήσεις να την πάρει όπου ο άνεμος θέλει...»
«Κι όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, θα έρθω να σου κάνω παρέα...»

Η Δάφνη με κάλεσε για φαγητό. Αρνήθηκα  ευγενικά. Σ' αυτήν την τελευταία οικογενειακή σύναξη ένιωθα ότι θα ήμουν ξένος.

Όταν μετά από τρεις ώρες του άνοιγα και πάλι τη θέση του συνοδηγού, μου φάνηκε γερασμένος, ή για να ακριβολογώ, ταλαιπωρημένος κι ανήσυχος:
«Θα μου λείψουν πολύ τ´ ανιψάκια μου», μου είπε κατασυγκινημένος. «Ο μικρός ρωτούσε συνεχώς γιατί θα πρέπει να μετακομίσω σε μια χώρα που δεν έχει ήλιο και θάλασσα... Το παίζω δυνατός, αλλά δεν είμαι. Και ναι δεν στο κρύβω, φοβάμαι. Τα βίντεο, όπως και το σχετικό ντοκιμαντέρ με έκαναν να νιώσω καλύτερα, όμως μέσα μου ο φόβος για το άγνωστο με τρομάζει. Με το Θεό δεν είχα ποτέ ιδιαίτερα καλές σχέσεις, όμως δεν είμαι σίγουρος ότι αυτό που κάνω είναι δεοντολογικά ορθό. Εκβιάζω και πάω κόντρα στο πεπρωμένο, κι αυτό με κάνει να νιώθω περίεργα».
«Αν μετάνιωσες, πάντα υπάρχει χρόνος», είπα προσπαθώντας να βεβαιωθώ για τελευταία φορά για την αποφασιστικότητα του φίλου μου.
«Ούτε καν να περνά από το μυαλό σου. Απλώς, πώς να στο πω, δεν είμαι τόσο σίγουρος όπως πριν μια βδομάδα. Όμως σαν σκέφτομαι τι με περιμένει σε περίπτωση που δώσω παράταση στην αναχώρηση, τρελαίνομαι. Σύμφωνα με τους Σαμουράι οι πραγματικοί πολεμιστές δεν παραδίδονται... Μακάρι να μου έδιναν έστω και λίγες ελπίδες...»
Το απόγευμα ήταν ήσυχο, ο καφές βαρύς γλυκύς και το λιμανάκι της Πάφου πανέμορφο, όπως πάντα.
«Πώς είναι να φεύγεις;», τόλμησα να ρωτήσω.
«Προσπαθώ να μην το σκέφτομαι», απάντησε ήρεμα. Με το βλέμμα μετέωρο βάλθηκε να απολαμβάνει τη θάλασσα που σιγά-σιγά ντυνόταν στα χρυσά. 
«Τελευταίο ηλιοβασίλεμα στη θάλασσα, ψέλλισε. 
«Είναι ωραία η ζωή Πασά μου», συνέχισε. 
«Μην μου κλέβεις τις ατάκες», σημείωσα προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρυά μου.
Χαμογέλασε.
«Δύσκολο. Το να φεύγεις είναι δύσκολο. Ιδιαίτερα όταν αφήνεις πίσω αγαπημένα πρόσωπα και όλη αυτήν την αρμονία, τη φυσική ομορφιά. Ωστόσο κάτι μέσα μου μού λέει ότι αυτό δεν είναι το τέλος. Μην νομίσεις ότι πιστεύω όλα αυτά που ψάλλουν οι παπάδες για κόλαση και παράδεισο. Όμως δεν μπορεί, κάτι θα μένει... Εκτός κι αν όλα αυτά δεν είναι παρά μια ανάγκη του μυαλού, ή η άρνηση ή αδυναμία να αποδεχτεί το τέλος...»
«To be continued...»
«Κάπως έτσι. Ίσως πάλι όλες αυτές οι ιστορίες για το φωτεινό τούνελ και τις φιγούρες οικείων να σε περιμένουν στο πέρασμα να μην είναι απλώς φαντασιώσεις και παιχνίδια του μυαλού...»

Αφού βόλεψε όσο μπορούσε καλύτερα τα μακριά του πόδια στις άβολες καρέκλες του καφενείου, άφησε τα βλέφαρα να κλείσουν. Όχι από κούραση. Μάλλον ήθελε να φέρει στην οθόνη του μυαλού σκηνές από ταινία προσεχώς, εικόνες από την Έξοδο που πλησίαζε.

Δυστυχία, σκέφτηκα, είναι ο άνθρωπος να μην περιμένει τίποτε. Ακόμη και στις πιο ακραίες περιπτώσεις, αυτός ο διάολος μέσα μας σηκώνει αντάρτικο, δεν βολεύεται με το κενό. Ωστόσο αν ανεβούμε ένα σκαλί πιο ψηλά, ίσως ατενίσουμε την Ελευθερία του Καζαντζάκη. «Δεν πιστεύω τίποτε, δεν περιμένω τίποτε, δεν φοβάμαι τίποτε». Στη θεωρία όλα φαίνονται εύκολα, στην πράξη όμως;

Η ιδέα της συνέχειας φαίνεται ότι απασχολούσε έντονα τον Στρατή. Χωρίς να ανοίξει τα μάτια συνέχισε σαν να μονολογούσε:
«Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι η ενέργεια, όπως και η συλλογική μνήμη δεν χάνονται! Στο αξίωμα αυτό στηρίχθηκε εξάλλου και η θεωρία της σχετικότητας...»
Χαμογέλασα. Θυμήθηκα που κάποτε ο Στρατής μού εκμυστηρεύτηκε ότι ο πατέρας του ήθελε να τον δει να σπουδάζει Φυσική...

«Το σίγουρο είναι ότι δεν χάνεται η ομορφιά», πρόσθεσα θέλοντας να μετατοπίσω το επίκεντρο της συζήτησης σ’ ένα θέμα πιο οικείο και βατό σε μένα. «Για παράδειγμα αύριο συμπληρώνεται μισός αιώνας από τον θάνατο του Χικμέτ. Μισός αιώνας απουσίας. Η ομορφιά όμως των στίχων του είναι εδώ και μας πλημμυρίζει».

Το δόλωμα έπιασε. Άνοιξε τα μάτια και με ρώτησε γεμάτος περιέργεια και πονηριά: 
«Μην μου πεις ότι έφερες μαζί σου το πράσινο βιβλίο;»
«Το βιβλίο το δάνεισα, τους στίχους όμως δεν τους αποχωρίζομαι ποτέ». 
«Ε τότε τι περιμένεις; Βάλε μπρος, όπως και τότε!»

Μπορεί η ποίηση να μην τον συγκινούσε όσο εμένα, όμως ο Στρατής ήταν πάντα ένας καλοπροαίρετος ακροατής. Θυμάμαι στον ΚΕΝ, μαζί με τον Πάρη, τον είχαμε αναγκάσει να γίνει μέρος μιας ομαδικής προσπάθειας "έμμετρης ψυχοθεραπείας", όπως τη βαφτίσαμε. Τα βράδια, κάτω από τον έναστρο ουρανό του Αυγούστου, γλύφαμε τις πληγές μας διαβάζοντας στίχους του Χικμέτ, του Ελύτη και του Καρυωτάκη... «Να γελάσεις από τα βάθη των χρυσών σου ματιών, είμαστε μέσα στον δικό μας κόσμο...»
«Νομίζω εκείνο με την " όμορφη θάλασσα" είναι το καλύτερό του», είπε καθορίζοντας την προτίμησή του.

Η πιο όμορφη θάλασσα
είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει
Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα
Τις πιο όμορφες μέρες μας
δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα

Κι αυτό που θέλω να σου πω
το πιο όμορφο απ' όλα,
δε στο 'χω πει ακόμα

Στο δρόμο προς το αεροδρόμιο επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Βυθιστήκαμε και οι δυο στις σκέψεις και μια "μαρμαρωμένη" σιωπή γέμισε τ' αυτοκίνητο. Ό,τι ήταν να ειπωθεί, ειπώθηκε. Από  την οθόνη του μυαλού παρέλασαν στοιχισμένες στη σειρά όλες οι στιγμές που περάσαμε μαζί. Εφηβεία, στρατός, ωριμότητα. Μπορεί κάπου στα μέσα του δρόμου να χαθήκαμε, όμως ξέραμε κι οι δυο ότι ήμασταν αυτό που ονομάζουν "αδελφές ψυχές", και ότι στην ανάγκη θα βρισκόμασταν ο ένας πλάι στον άλλο. Όπως κι έγινε...

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα σταθμεύσαμε έξω από το αεροδρόμιο. Άφησε τη βαλίτσα στο καροτσάκι και με κοίταξε κατάψυχα. Φαινόταν ήρεμος. Η ένταση των προηγούμενων ημερών είχε εξαφανιστεί. Ούτε φόβος ούτε αγωνία. Το βλέμμα του ήρεμο, γλυκύ και χαλαρό αντανακλούσε σιγουριά κι αποφασιστικότητα. Τό ʼνιωσα. Είχε ήδη φύγει. Είχε συμφιλιωθεί με την ιδέα και το μόνο που απέμενε ήταν η διευθέτηση κάποιων τυπικών διαδικασιών. Ανοίξαμε τα χέρια κι αγκαλιαστήκαμε αντρικά, όπως άρμοζε στην περίπτωση, όπως ο ίδιος το ήθελε.
«Σ’ ευχαριστώ για όλα», είπε τονίζοντας και εννοώντας την κάθε συλλαβή. «Η ζωή είναι ωραία. Απόλαυσε την όσο μπορείς. Όταν θα ξαναβρεθούμε σίγουρα θα ʼχουμε πολλά να πούμε. Να σαι καλά και να χαίρεσαι!». Με χτύπησε φιλικά στον ώμο, χαμογέλασε, σήκωσε τη βαλίτσα με το δεξί και σαν έτοιμος από καιρό γύρισε, κι έφυγε. 
Στην είσοδο τον ανέμενε η Δάφνη. 
Έκανα να τρέξω, να τον προλάβω πριν χαθεί στις διατυπώσεις. Ήθελα να του πω όλα εκείνα που σχεδίαζα και είχα βάλει με σειρά στο μυαλό μου. Όμως τα πόδια μου είχαν κολλήσει στην άσφαλτο. Το μόνο που κατάφερα, ήταν να σηκώσω δειλά ψηλά το χέρι, απευθύνοντας έναν ύστατο χαιρετισμό. Δεν γύρισε, όμως είμαι σίγουρος. Με είδε. Είχε διαβάσει τις σκέψεις μου και χαμογέλασε ευχαριστημένος...

Αργότερα στο σκοτεινό δωμάτιο ο Ρίτσος έγραψε τον επίλογο: 

"Έφυγαν. Ησυχία. Τι μοναξιά πυκνοκατοικημένη. Τα πάντα πυκνά και διαλυμένα. Το απέραντο δίχως βάρος μάρτυρες. Σε ποιον να μιλήσω και γιατί; Αν είχαν τουλάχιστον μείνει..."

Αποχαιρετισμός, Ρίτσος