12/11/2014 07:06:00

Στο μεσοδιάστημα μεταξύ πρώτης και δεύτερης εισβολής, στην περίοδο της ούτω καλούμενης εκεχειρίας, ο πατέρας μου κατάφερε, όπως και ορισμένοι άλλοι, με κίνδυνο της ζωής τους, να επιστρέψει στο εκκενωμενο και αξονικά περικυκλωμενο απο τους Τούρκους χωριό μας. Επέστρεψε για να ποτίσει τα δέντρα και να φέρει  λίγα εφόδια, για την προσωρινή, όπως οι περισσότεροι νόμιζαν, εξορία μας.  Μαζι του σ αυτο το ριψοκίνδυνο ταξίδι, η μανα μου κι εγω!
Προφανώς δεν άντεξε την γκρίνια και τα παράπονά μου. Δεν τον αρκούσε το μαράζι, είχε και μένα να τον ζαλίζω για τον Τζακ.

Ποιος ήταν ο ¨Τζακ; Ένα καθαρόαιμο κόκερ σπάνιελ, το οποιο μου χάρισε δυο χρονια προηγουμένως ο Θείος Κώστας. Ένα κατα τα άλλα καλομαθημενο, ευγενικής καταγωγής τετράποδο, το οποιο πασκιζε το καημενο να εγκλιματιστεί μεσα στις δύσκολες συνθήκες του αγροκτήματος και του σκληροτράχηλου τοπίου.
Ζώντας στις παρυφές του χωριού και μη έχοντας καθημερινά τη δυνατότητα για παιχνίδι και κουβέντα με τους συνομίληκούς μου, το σκυλί αυτό είχε γίνει ο σταθερός και στενότερός μου φίλος. Κι ας περίσσευαν οι ιδιοτροπίες και τα προβλήματα που προκαλούσε κάθε λίγο και λιγάκι...

Όταν στις 26 του Ιούλη η καμπάνα του χωριού έδωσε το σύνθημα για εκκένωση, ο Τζακ ξεκίνησε να τρεχει μαζι μας πάνω κάτω - απο το σπίτι στο σταύλο, κι απο το κοτέτσι στ´ αλώνι. Ένα μποτξιά ρούχα, λίγα φρούτα, γάλα σκόνη για τα μωρά, το καθήκι του ¨Αθου, τελικά ο Άθως έφυγε μονοσάνταλος, κι ένα τεράστιο καρπούζι απο το μποστάνι. Βλέπετε μου ήταν αδύνατο ν αφήσω να πέσει στα χέρια και στα δόντια των Τούρκων το τελευταιο καρπούζι που με τόσο κόπο και αγάπη μεγάλωνα για ένα και πλέον μήνα...
Μας φόρτωσαν σαν τα ζά, κατα που λέει κι ο ποιητής, στο λεωφορείο της γραμμής.
Καμια εκατοστή γυναικόπαιδα σε ενα παλιό τριάνταθέσεο Bedford του 60. Οι γηραιότεροι μας ακολουθούσαν  με τα φορτηγά και με τα ολίγα σαλούν που δεν ειχε επιτάξει η Εθνική Φρουρά.
- Τα παντελόνια που ηταν κρεμασμένα στο σχοινί τα πήρες;
- Τα πήρα!
- Τ´ αυγά απο το καλάθι;
- Κι αυτα τα πήρα!
- Το μπιμπερο του μωρού;
- Όλα τα πήραμε, αντε κλείσε την πόρτα ρε μανα να φύγουμε και περιμένει ο κόσμος.

Η πόρτα έκλεισε και το φορτηγό ξεκίνησε. Και κάπου εκείνη τη στιγμη, έκανα "κλικ". Ο Τζακ!  Άνοιξα με ορμή το παραθυράκι και φώναξα:
- Μπαμπά, τον Τζακ, φέρε μου τον Τζακ!  Θα τον κρατώ στα γόνατα, μαζι με το καρπούζι!
Ο μακαρίτης με άγριοκοίταξε και χωρις να πει λέξη, έγνεψε στον οδηγό να συνεχίσει.
Ο Τζακ τα ´χε χαμένα. Μας έβλεπε ν απομακρυνόμαστε και έδειξε ν απορεί.
- Ρε σεις που μ αφήνετε μονο στο χωριο; Πάρτε με μαζι σας, δεν θέλω να μείνω  εγκλωβισμένος εδω περα!
Για δέκα λεπτά, μα τον Θεό, το δυστυχισμένο ζωντανό ακολουθούσε τρέχοντας και εκλιπαρώντας.
- Πάρε με μαζι σου, μην μ αφήνεις.
Κόλλησα το πρόσωπο στο τζάμι και τον παρακολουθούσα όσο ξέμενε ολοένα και πιο πισω και πιο πίσω μεχρι που χάθηκε στο βάθος του δρόμου.

Όταν μετα απο ώρες μαζευτήκαμε στα Πλατάνια, τόλμησα να ρωτήσω το μακαρίτη:
- Γιατι; Αφου σου είπα, θα τον κρατούσα στα χέρια.
Όλως αιφνιδίως αντι καμιάς αξινόστραφης, ο πατέρας μ απάντησε με αυστηρό μεν, αλλα συνάμα απολογητικό ύφος:
- Εδω δεν ξέραμε αν θα βγαίναμε ζωντανοί απο την κόλαση εμεις και τα βρέφη, για τον σκύλο θα νοιαζόμασταν; Μην λυπάσαι όμως, τα ζώα έχουν το ένστικτο της επιβίωσης. Θα τα καταφέρει!

Όταν στις 6 τ´ Αυγούστου μας ανακοίνωσε ότι την επομένη θα επιχειρούσε
να επιστρέψει στο χωριο για να δει τι γινεται και να μαζέψει λίγα πράγματα, του έγινα κολιτσίδα. Θα έρθω κι εγω! Θέλω να ψάξω τον Τζακ και να τον φέρω μαζι μου! Η επιμονή μου ήταν τόσο μεγάλη, που ο πατέρας υπέκυψε.

Μόλις σταμάτησε τ´ αυτοκίνητο στ αλώνι, όρμησα στον σταύλο, στο χώρο που επέλεγε να περνάει ξαπλωτος την ωρα του τα καλοκαίρια. Τζακ, Τζακ! Άφαντος ο Τζακ. Χτένισα το σπιτι, την αυλη, τα γύρω χωράφια, στον απεναντι λόφο, έφτασα μεχρι τα λαγουμια που συνορεύουν με το γειτονικό τουρκοχώρι. Μπήκα στο καμίνι, μεσα στο νερόλακο.
Πουθενα! Ο Τζακ είχε εξαφανιστεί...

Γύρισα στο σπίτι κατσουφιασμενος. Άρχισα να κλαίω βουβά. Του κάκου προσπαθούσε η μάνα να με παρηγορήσει:
-  Μπορει να πήγε στην Καμπυλή. Μπορει να βρήκε το Χασάνη που τον ξέρει και να έμεινε μαζι του, ή πάλι μπορει να έφθασε στις μάντρες του Χουσείνη και να φίλεψε με τα τσοπανόσκυλα...
- Κόψε το δούλεμα ρε μάνα!  Ο Τζακ έμεινε νηστικός, χωρις νερο και πέθανε. Τελεία. Δεν θέλω ποτε ξανά να μου πεις λέξη γι αυτό. Αφήστε με ήσυχο...

Τρεις ώρες μετα πήραμε το δρόμο της επιστροφής στην οροσειρά του Τρόοδους. Αμιλητοι, "σκοτωμένοι". Ο μακαρίτης εβαλε μπρος το Μάζντα και το δέκαεξάρι βαρυφορτωμένο όπως ηταν ξεκίνησε αγκομαχώντας. Στη μεγάλη στροφή, λίγο μετα το ύψωμα με την πυραμίδα, σταμάτησε. Ανασηκώθηκα.
- Είδες κατι; Τον Τζάκ μήπως;
Άνοιξε την πόρτα και κατεβήκαμε. Τον κοίταξαμε απορημένοι. Στάθηκε στον βράχο κι αγνάντεψε τον ορίζοντα. Αφου έμεινε σιωπηλός για δυο τρια λεπτά, γύρισε και μας ψυθίρισε ξεψυχισμένα:
- Δες τε το χωριο σας καλα γιατι δεν θα το ξανάδείτε!
Η μανα πήγε κατι νά πει, αλλα της έκοψε τη φόρα:
- Δες καλα τα χωράφια, τα σπιτια, τα δέντρα και φρόντισε να τα κρατήσεις μεσα σου, διότι τα βλέπεις για τελευταία φορα!

Και όντως για τους γονείς μου ήταν η τελευταία φορά. Ακόμα και όταν το 2003 άνοιξαν τα οδοφράγματα, δεν θέλησαν να διασταυρώσουν την πράσινη γραμμη. Δεν θα τ´ αντέξουμε, μουρμούρησαν. Δεν θα τ´ αντέξουμε.
Όπως προφανως δεν άντεξε ούτε κι ο Τζακ...