12/11/2014 09:48:00

Πριν μπει στη συνεδρία της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής μού τηλεφώνησε. Είχαν περάσει ένα-δύο μήνες να μιλήσουμε και πήρε για να μάθει αν όλα είναι εντάξει. Μετά τα γνωστά «τι κάνεις;», «πώς είσαι;», τον ρώτησα γιατί τον κάλεσαν στη Βουλή. «Θα πω την αλήθεια για τα καζίνα», μου απάντησε χωρίς περιστροφές. Για άλλη μια φορά του συνέστησα να είναι προσεκτικός. Δεν υπάρχει λόγος κάθε λίγο και λιγάκι να προκαλείς το καθεστώς, να γίνεσαι συνεχώς στόχος. «Όταν λες την αλήθεια δεν πρέπει να φοβάσαι», μου είπε χαμογελώντας. «Στο κάτω-κάτω τι μπορούν να μου κάνουν, να με σκοτώσουν; Ε και; Δεν θα χαλάσει κι ο κόσμος!».
     Προτού περάσουν λίγα εικοσιτετράωρα έφθασαν τα μαντάτα. Οι «Αρχές» απαίτησαν από τη Διοίκηση του Πανεπιστημίου να τερματίσει τις υπηρεσίες του «ενοχλητικού», «αντιρρησία» Καθηγητή. Αφορμή έδωσαν οι δημόσιες δηλώσεις που έκανε σε σχέση με τη μη ανάκρουση του εθνικού ύμνου στο συνέδριο του Τουρκικού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Τον πήρα τηλέφωνο. Η απάντηση στερεότυπη: «Είπα αυτό που πίστευα! Είμαι έτοιμος να… πληρώσω το τίμημα!»

     Αυτός είναι ο Ζεκκί. Η λέξη «κίνδυνος» και πολύ περισσότερο «φόβος» δεν υπάρχει στο λεξιλόγιο του. Αυτός ήταν πάντα ο Ζεκκί. Από τον καιρό που τον γνώρισα, πριν… τόσα χρόνια. Αυθόρμητος, ασυμβίβαστος, ειλικρινής, αγνός, ανιδιοτελής, αλλά πάνω απ’ όλα αθεράπευτα ρομαντικός. Ο Ζεκκί είναι ένας δυναμικός, ευέξαπτος, ζωντανός, αλλά συνάμα κι ένας γλυκύτατος άνθρωπος. Όταν πριν αρκετά χρόνια είδε για πρώτη φορά την κόρη μου, τη σφιχταγκάλιασε και σχεδόν δακρύζοντας της είπε: 
     «Λουλούδι μου, για σένα και τα παιδιά όλης της Κύπρου αξίζει να δώσεις τα πάντα για να ζήσετε ελεύθερα και μονιασμένα  σ’ αυτή τη χώρα». 
     Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αντέδρασε κι όταν άκουσε τη μαρτυρία της δεκαπεντάχρονης μαθήτριας, η οποία στην πρώτη κιόλας επίσκεψή της στο κατεχόμενο Τρίκωμο διαπίστωσε ότι τα παιδιά των Τουρκοκυπρίων είναι σαν κι αυτή κι ότι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι μπορούν εκτός από εχθροί να γίνουν και φίλοι!     

     «Αυτά τα παιδιά είναι η ελπίδα, είναι το αύριο της Κύπρου!», κραύγασε ενθουσιασμένος στο μικρόφωνο ο Ζεκκί.
     Ενθουσιώδης, άμεσος, ενίοτε αφελής αλλά πάνω απ’ όλα αληθινός κι ανθρώπινος. Αυτός είναι σήμερα, αυτός ήταν πάντα. Μόνο τα παραπανίσια κιλά που πήρε με την επιστροφή του στην Κύπρο τον κάνουν να διαφέρει από τα χρόνια της πρώτης νεότητας.

     Μόσχα. Αύγουστος του 1984. Οι μέρες ασυνήθιστα ζεστές κι άνυδρες. Το οικοτροφείο βουβό. Λίγοι φοιτητές, κυρίως μεταπτυχιακοί, περιφέρονταν βαριεστημένα  στους άδειους χώρους του τεράστιου σαν καράβι κτιρίου. 
     Οι πρώτες μέρες στη ρωσική πρωτεύουσα δεν ήταν κι οι καλύτερες. Η απουσία επικοινωνίας και η βασανιστική απραξία επισκίασαν τον ενθουσιασμό του πρώτου εικοσιτετραώρου. Είχα την ανάγκη να μιλήσω με κάποιον, να ρωτήσω, να μάθω, να προσανατολιστώ…
     Ένα πρωινό σαν όλα τ’ άλλα πήρα το πρόγευμά μου στην τραπεζαρία και μαζί με την Ελένη βγήκαμε για άλλο ένα αναγνωριστικό περίπατο στη συνοικία. Στην έξοδο του κτιρίου συναντήσαμε ένα πλατύ χαμόγελο. Ανταποδώσαμε τον χαιρετισμό και προσπεράσαμε, μάλλον αδιάφορα. Το χαμόγελο όμως επέμεινε:
     «Κυπραίοι;»
     Το οικείο μας ξάφνιασε ευχάριστα. Το πλατύ χαμόγελο αυτοσυστήθηκε:
     «Ζεκκί! Τζιαί εγιώ  Κυπραίος. Τουρκοκυπραίος!»
     Προτού περάσουν λίγα λεπτά είχαμε ήδη αποκτήσει ένα νέο φίλο και μια φιλία που κρατάει μια ολόκληρη ζωή. Η αυθεντικότητα, η ειλικρίνεια, η μέχρι παρεξήγησης καλοσύνη κι εκείνο το πλατύ χαμόγελο που φώτιζε το πάντα εύθυμο πρόσωπο, έκαναν το Ζεκκί το πιο αγαπητό άτομο σ’ όλη την κυπριακή, φοιτητική κοινότητα της Μόσχας.

     Ένα απόγευμα εκεί κοντά στο πάρκο Γκόργκι πιάσαμε κουβέντα για τα γεννοφάσκια μας. Ο Ζεκκί δήλωσε περήφανος, επειδή είναι και νιώθει Παφίτης. 
     «Όμορφη η Κερύνεια», ψέλλισε, «όμως σαν τον τόπο μου, σαν την Πάφο δεν είναι άλλος».

     Στο άκουσμα της αγαπημένης πόλης, ένιωσα ένα τσίμπημα περιέργειας και συγκίνησης μαζί. 
     «Και πού ακριβώς μένεις τώρα στην Κερύνεια ρε Ζεκκί;», τον ρώτησα κόβοντας κάπως απότομα το σεργιάνι του φίλου μου στην επαρχία του Κινύρα.
     «Σ΄ ένα χωριουδάκι, στη ρίζα του βουνού», απάντησε βιαστικά θέλοντας προφανώς να στρέψει και πάλι τη σκέψη στα νοτιοδυτικά.
     Εγώ ωστόσο επέμεινα… βόρεια.
     «Ποιο;»
     «Εμείς το λέμε Kozan, εσείς… Λάρνακα της Λαπήθου!»
     Πάγωσα. Στο άκουσμα του ονόματος, ένα τράνταγμα κάτι σαν ηλεκτρικό ρεύμα ένιωσα να διαπερνά το κορμί μου…
     «Και δεν μου λες Ζεκκί, σε ποια περιοχή του χωριού βρίσκεται το… σπίτι σου;»
     «Στο έμπα, όπως το πλησιάζεις από τον Κοντεμένο», απάντησε με την απορία πλέον ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. 
     «Γνωρίζεις το χωριό;»
     Αντί απαντήσεως, ζήτησα διευκρινίσεις:
     «Μπαίνοντας στον Λάρνακα», συνέχισα με τρεμάμενη φωνή, «μετά τη μεγάλη στροφή, το παλιό καμίνι, το ποτάμι και το χωράφι με τις κληματαριές είναι κτισμένα τρία σπίτια…» .
     «Α μπράβο! Εκεί μένω!», φώναξε ενθουσιασμένος ο Ζεκκί. «Αλλά εσύ πού ξέρεις την περιοχή; Είσαι που την Κερύνεια; Γνωρίζεις το χωριό;».
     Άφησα να περάσουν λίγα δευτερόλεπτα κι αφού πήρα βαθιά ανάσα επανήλθα.
     «Σε ποιο από τα τρία;»
     Ο Ζεκκί κατάλαβε. Ξεροκατάπιε κι απάντησε ψιθυριστά.
     «Στο τρίτο, εκείνο με τις αγριοτριανταφυλλιές…» 
     Δεν αποτόλμησα άλλη ερώτηση. Βέβαια, θα μπορούσα να ζητήσω να μου πει σε ποιο δωμάτιο κοιμόταν, σε ποια γωνιά βρισκόταν το κρεβάτι του. Δεν υπήρχε όμως λόγος. Ήδη γνώριζα την απάντηση.

    Ο φίλος μου ο Ζεκκί, ο πρώτος άνθρωπος που μου μίλησε ελληνικά στην απέραντη Μόσχα, ήταν ο άνθρωπος που κατοικούσε - προσωρινά όπως ευχήθηκε αργότερα - στο πατρικό μου σπίτι, που κοιμόταν στο δωμάτιο μου, ίσως, και στο κρεβάτι μου. 
     Κοιταχτήκαμε αμήχανα. Ο Ζεκκί δεν ήξερε τι να πει. Σηκώθηκε, μ’ αγκάλιασε και με ύφος απολογητικό, μετρώντας μια-μια τις λέξεις του, είπε:
     «Γιώργο, δεν φταίω εγώ, ούτε και εσύ. Πρέπει όμως να παλέψουμε, εσείς από τη μια πλευρά και εμείς από την άλλη για να φέρουμε μια λύση, για να πας εσύ σπίτι σου και εγώ στο δικό μου...»

     Ο Ζεκκί κράτησε την υπόσχεση που μου έδωσε. Δέκα χρόνια στη Μόσχα γκρέμιζε τα τείχη της καχυποψίας, κέρδιζε φίλους κι έσπερνε ελπίδες σ’ όλους μας. Επιστρέφοντας στην Κύπρο, καθηγητής Πανεπιστημίου πια, δεν άφησε πέτρα πάνω σε πέτρα. Πρώτος στις προσπάθειες επαναπροσέγγισης, πρώτος στις διαδηλώσεις κατά του Ντενκτάς και των γκρίζων λύκων, πρώτος στις συγκεντρώσεις και τις εκδηλώσεις ειρήνης των φοιτητών και των εργαζομένων. Όταν πριν λίγα χρόνια δέχτηκε για πρώτη φορά απειλές κατά της ζωής του, βγήκε δημόσια κι υποσχέθηκε να δυναμώσει ακόμη περισσότερο τη φωνή του.
     Το πλατύ χαμόγελο του Ζεκκί ήταν που συνάντησα πρώτο, μόλις πέρασα το οδόφραγμα του Λήδρα Πάλλας τη Μεγάλη Παρασκευή του 2003. Ο Ζεκκί ήταν αυτός που την ίδια ακριβώς μέρα, κρατώντας με αγκαλιά άνοιξε διάπλατα την πόρτα του σπιτιού μου στον Λάρνακα της Λαπήθου. Αυτός ήταν που με «ξενάγησε» στα γνωστά μέρη, που με γνώρισε με τους απλοϊκούς ενοίκους του σπιτιού. Ο  Ζεκκί ήταν και ο πρώτος μη πολιτικός Τουρκοκύπριος που αποδεχόμενος την πρόσκλησή μου, άγγιξε από τα μικρόφωνα του ΑΣΤΡΑ τις ευαίσθητες χορδές των Ελληνοκυπρίων. 
     «…Ετραβήξαν μια γραμμή πάνω στο χαρτί. Τα κτηνά περνούν, τα νερά περνούν, τα πουλιά περνούν, ο αέρας περνά, ο άνθρωπος όχι! Εβάλαν δύο βαρέλια και ένα κομμάτι σύρμα και εκόψαν μας στη μέση. Ποιος Κυπραίος μπορεί να το δεχτεί τούτο;…»
     Ο Ζεκκί  ήταν και παραμένει απόστολος και μαχητής της ειρήνης, καρφί στο μάτι του κατοχικού κατεστημένου. Το πλατύ χαμόγελο με υποδέχεται κάθε φορά που περνώ το οδόφραγμα για να μεταλάβω τη χαρά και την ελπίδα στους γυμνούς βράχους του Πενταδάκτυλου, στην Παναγία των Καθάρων, στα παλάτια της Ρήγαινας, στο λιμανάκι, στην πλατεία Ινονού, στο Μπουγιούκ χαν... 
    Παρέα ανεβαίνουμε συχνά στον Λάρνακα της Λαπήθου, όπου μαζί με τους Τουρκοκύπριους πρόσφυγες από την Τέρα, την Πόλη και τη Μελάντρα ζυμώνουμε  το προζύμι της υπόσχεσης που δώσαμε πριν τόσα χρόνια στη Μόσχα. Για να μπορέσει ο Ζεκκί να γυρίσει στην Πάφο κι εγώ στην Κερύνεια!