12/11/2014 09:32:00

Τούτον τον ψεύτη τον ντουνιά
ποιος θε να τον κερδίσει; 
Θα τον κερδίσουν τα βουνά
τζιαί το νερόν που τρέχει!

    Του αρέσει να φιλοσοφεί τη ζωή, γι’ αυτό και τον βάφτισα “φιλόσοφο”. Έχει το χάρισμα ν’ αντικρίζει τα γεγονότα, ακόμα και τα τρέχοντα, από μια απόσταση κι αυτό προσδίδει στα λεγόμενά του μια ξεχωριστή βαρύτητα. Μάλλον είναι αυτό που αόριστα ονομάζουμε λαϊκή σοφία. 
     «Μια ζωή ράβε-ξήλωνε! Στην Κρίτου ζούσαμε σαν αδέλφια, δεν ξεχώριζες τον Τούρκο από τον χριστιανό. Στη μια γωνιά η εκκλησιά, στην άλλη ο μιναρές. Τη μια Κυριακή με τη λαμπάδα στα βαφτίσια, την επομένη να χορεύουμε τα ματωμένα από το σουνέττι ρούχα. Η καλύτερη ανάμνηση: το μάζεμα των ξύλων για τη λαμπρατζιά. Να κάψουμε τον Ιούδα! Ποιος διάολος μας έβαλε να πιάσουμε τα όπλα, ακόμα δεν κατάλαβα… Από τότε, μια ζωή πρόσφυγες… Από την Κρίτου στην Τέρα, ύστερα στη Λεμεσό. Και μετά το ʼ74 στα μέρη τα δικά σας…»
     Το καινούργιο του «σπίτι» στην Κερύνεια είναι, όπως λέει, σωστό κονάτζι! Ωστόσο, δεν το παίζει ούτε νιώθει βολεμένος:
     «Όταν με το καλό συμφωνήσουν οι πολιτικοί μας, ίσιαλλαχ Θεέ μου, θα πάω πίσω στην Πάφο! Δεν με νοιάζει να ξαναγίνω πρόσφυγας, φτάνει τα παιδιά μου, τα παιδιά σου και τα παιδιά όλου του κόσμου να ζήσουν ήσυχα μέσα στην ειρήνη…»

     Παρά τις ταλαιπωρίες και την οδύσσεια της ζωής δηλώνει ικανοποιημένος. Δεν παραπονιέται, δεν αναστενάζει, δεν κατηγορεί. Χαμογελαστός, εύχαρις και καταδεχτικός όσο ελάχιστοι, του αρέσει να σκαλίζει με νοσταλγία το παρελθόν, όσο σκληρό κι αν είναι, ενώ συνάμα φτιάχνει όνειρα για το μέλλον.  Όχι τόσο γι’ αυτόν, όσο για τα παιδιά και τα εγγόνια του.
     «Τούτος ο τόπος, φίλε μου, είναι πολύ μικρός για να χωρέσει έχθρητες, τσακωμούς και πολέμους. Μια χούφτα χώμα με πέντε-έξι λυμπουρούθκια πάνω. Τι έχουμε να χωρίσουμε;… Τον ήλιο, τη θάλασσα ή τα πουλιά;»
     Για τον Οζνέρ οι χαρές της ζωής και η πραγματική ευτυχία δεν έχει να κάνει με τα υλικά αγαθά. Ως γνήσιος λαϊκός φιλόσοφος ψάχνει το μέλι της ζωής αλλού· στις ομορφιές της φύσης, στις ανθρώπινες σχέσεις, στον εσωτερικό πλούτο, στη γνώση. Όταν μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων πήγαμε μαζί στο Υπουργείο Εσωτερικών προκειμένου να κάνει αίτηση για έκδοση διαβατηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας, κοίταξε τη σχετική φόρμα με τα προσωπικά δεδομένα και παρατήρησε μονολογώντας:
     «Δεν είναι τα ονόματα και η καταγωγή που προσδιορίζουν την ταυτότητά μας. Εκείνο που δεν ρωτούν τα χαρτιά είναι για την ψυχή και τα αισθήματα. Τούρκος ή χριστιανός δεν έχει σημασία. Εκείνο που μετρά είναι αν νιώθεις Κυπραίος, γέννημα θρέμμα ή έστω πορίζιν τούτου του τόπου…»
     Πάντα συνετός και συνεσταλμένος. Συγκαταβατικός και πράος.  Από το στόμα του δεν θ’ ακούσεις σκληρά λόγια, ούτε απόλυτες προσεγγίσεις ούτε βέβαια αλόγιστες φανφάρες. Αν είναι κάτι για το οποίο νιώθει περήφανος - και δεν το κρύβει εξάλλου - είναι για τα «πλούτη που δεν φαίνονται», για την αμύθητη και ανεκτίμητη περιουσία που κουβαλά μέσα του:
     «Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μόνο μια ψυχή. Εγώ, ευχαριστώ τον Θεό και τον Αλλάχ για τη γενναιοδωρία τους, έχω πέντε: τούρκικα, ελληνικά, αραβικά, εγγλέζικα κι ιταλικά. Κάθε γλώσσα και μια ψυχή, κάθε γλώσσα κι ένας διαφορετικός κόσμος, κάθε γλώσσα κι ένα τσουβάλι χρυσάφι!»
     Αν είχε τη γνώση της μεθοδολογίας και την απαιτούμενη επιστημονική κατάρτιση - δεν αμφιβάλλω ούτε κατ’ ελάχιστον - ο Οζνέρ θα ήταν ένας αξιολογότατος λαογράφος, μουσικός, ποιητής, ένας γνήσιος ηθογράφος.
     «Καλοκαίρι… Ζέστη πολλή, υγρασία, η γη καμίνι. Ο γέρος, αναμαλλιασμένος, κουρελής και ξυπόλητος, φτάνει στον λόφο απέναντι. Τρεις κόρες, η μια ομορφότερη από την άλλη, όρθιες ανεμίζουν το σιτάρι. Κοντοστέκεται και τις χαιρετά. Ζητά νερό να σβήσει τη δίψα, να γλυκάνει την κάψα των ποδιών του. Η Λυγερή, ψηλομύτα και ακατάδεχτη γυρίζει επιδειχτικά το βλέμμα κατά το βουνό. Η  Γαλανή, η ανθοζυμωμένη χωρίς καν να τον κοιτάξει, του δείχνει τη Μουζουρού, την ηλιοβαφτισμένη. Αυτή κρύβει το κανάτι μέσα στο σακί, σηκώνει αδιάφορα τους ώμους και του δείχνει τον δρόμο για το χωριό. Ο γέρος σηκώνει το βλέμμα στον ουρανό, ανοίγει τα χέρια σε σχήμα σταυρού κι εξαφανίζεται. Ο σωρός με το σιτάρι μεταμορφώνεται μεμιάς σε πυραμίδα κι οι τρεις κόρες, η μια ομορφότερη από την άλλη, γίνονται βράχοι νηστικοί, διψασμένοι, μισοφαγωμένοι, καρφωμένοι στην κορυφή. Η πυραμίδα και οι τρεις αυτοί βράχοι υποδέχονται ίσαμε σήμερα το διαβάτη που παίρνει τον δρόμο για το χωριό των Χρυσοχών…»

     Ο Οζνέρ ξέρει ν’ απολαμβάνει τα δώρα της ζωής. Όταν παίρνει στα χέρια τον ζουρνά για να τραγουδήσει τα βάσανα και τις χαρές των ανθρώπων, το χωριό αλλάζει όψη, φορά τα γιορτινά και χαίρεται μαζί του. Παρά τις συνεχείς προσκλήσεις και εκκλήσεις μου, δεν κατάφερα ακόμη να τον κατεβάσω στο στούντιο να κάνουμε μαζί μια «ζωντανή» εκπομπή γεμάτη νότες. Η τέχνη του δεν βολεύεται στους τέσσερις τοίχους. Για να ανοίξει φύλλα-φύλλα η ψυχή θέλει απλωσιά, θέλει να έχει θέα την πολύχρωμη γραμμή των οριζόντων, θέλει να ’χει κομπανία το ψηλό βουνό, τον φιλήδονο παφλασμό των κυμάτων…
      Για την πολιτική δεν πολυμιλά. Νιώθει κι αυτός απογοητευμένος, όπως κι οι περισσότεροι Τουρκοκύπριοι. Το μόνο που επαναλαμβάνει συνεχώς είναι πως οι πολιτικοί θα πρέπει να βάλουν τα κεφάλια κάτω για να βρουν επιτέλους μια λύση. Δεν πετά στα σύννεφα, ξέρει ότι για να φθάσουμε στην ειρήνη έχουμε να διανύσουμε αρκετό ακόμη δρόμο.

     «Εκεί, δίπλα από το Αββαείο του Μπελλαπάις στο καφενείο που κάθονται οι τουρίστες για να δροσιστούν, θα συναντήσεις τον Αζίζ. Άσπρα μαλλιά, ώμοι γυρτοί με εφτά δεκαετίες να του βαραίνουν την πλάτη. Όταν έγινε το πραξικόπημα, οι “αντάρτες” της ΕΟΚΑ Β τον ξεσήκωσαν από το κρεβάτι και τον έσυραν με τις πιτζάμες στον αστυνομικό σταθμό της Καλαβασού. «Εδώ θα ξεράσεις και το γάλα που σε βύζαξε η μάνα σου», του είπαν οι αυτόκλητοι “πατριώτες”. Τον σάπισαν στο ξύλο. Του ξερίζωσαν τα δόντια, του έσπασαν τα κόκαλα. Κάθε μια ώρα τον ανέβαζαν στο γραφείο του Διοικητή και αφού έβαζαν μια μόνο σφαίρα στη θαλάμη του περιστρόφου, έπαιζαν μαζί του ρωσική ρουλέτα. Ένα-δυο μπανγκ! «Πάλι τη γλίτωσες πουστότουρκε!» Μέχρι την επόμενη φορά. «Και σταμάτα να χέζεις και να κατουράς πάνω σου βρομιάρη». Στα τέσσερα μερόνυχτα που έμεινε έγκλειστος στον αστυνομικό σταθμό ο Αζίζ, έκαμε δεκάδες φορές τη διαδρομή από την κόλαση στο παράδεισο. Πέμπτη πρωί κατέρρευσε. Ούτε μιλιά, ούτε λαλιά. Τη γλίτωσε από θαύμα». 
     Με τον Αζίζ γνωρίστηκα το καλοκαίρι του 1997. Η ιστορία του μου ήταν γνωστή. Όταν τον ρώτησα πώς βλέπει το μέλλον, μ’ απάντησε κοφτά: 
     «Λύση, ειρήνη! Με μια διαφορά: εσείς από εκεί, κι εμείς από εδώ. Χώρια ο Χριστός και χώρια η Παναγία, όπως λέτε και στις περιοχές σας». 

      Ο Οζνέρ κουνάει το κεφάλι.
     «Μην τον αδικείς καρτάς. Τράβηξε πολλά, όπως και εκατοντάδες άλλοι Τουρκοκύπριοι το ’63, το ’64 και το ’67. Παράπονα, ξέρουμε, έχετε κι εσείς. Ίσως και περισσότερα. Δικαιολογημένα κι αυτά. Εισβολή, ξεριζωμός, σκοτωμοί, βιασμοί… Όμως κάποτε θα πρέπει ν’ αφήσουμε πίσω το χθες και να δούμε το μέλλον. Το μέλλον των παιδιών σας και των παιδιών μας. Μια χούφτα χώμα με πέντε μύρμηγκες πάνω όλοι κι όλοι. Μια μυρμηγκοφωλιά είναι αρκετή, υπεραρκετή για να μας χωρέσει όλους. Κι εσάς κι εμάς και τα παιδιά και τα εγγόνια μας και όσους άλλους θα γεννηθούν σ’ αυτόν τον τόπο!»
     Ίσιαλλαχ  Οζνέρ, Ίσιαλλαχ!