12/11/2014 09:35:00

Συναντηθήκαμε στο πάρκο.
Τι γινεται, του είπα απλώνοντας το χέρι. Χαθήκαμε!
Με κοίταξε παραξενα. Λες και δεν κατάλαβε.
- Όλα χάθηκαν, όχι μονο εμεις. Η ίδια η ζωη μας χάθηκε, εμεις θα μέναμε αλώβητοι;
- Τι τρέχει, τον ρώτησα με απορία στη φωνη.
Δεν απάντησε. Απλως συνέχισε να παιζει στα δάκτυλα το κομπολόι που κρατούσε.

- Η Μαρία καλα; τον ρώτησα θέλοντας να σπάσω τον πάγο.
Λάθος ερώτηση. Το κατάλαβα απο το μαυρο σύννεφο που του σκέπασε τα μάτια.
- Λυπάμαι, ψέλλισα.
Για τα παιδια δεν τόλμησα να ρωτήσω. Ωστόσο λες και μάντεψε την ερώτηση φρόντισε να μου λύσει την απορία.
- Τους κέρδισε η Αμερική. Πήγαν για σπουδές, κι έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους. Βολεύτηκαν, βρήκαν δουλειές, έφτιαξαν οικογένεια, ρίζωσαν. Δεν τους αδικώ όμως.
Εξάλλου τι να γυρίσουν να κάνουν σε αυτον τον κωλοτοπο, μην βλέπεις εμάς που ξεμείναμε...
- Και τώρα; Εννοω, τώρα ζεις μόνος;
- Όπως όλοι! Μόνοι μεσα στο πλήθος, κουβαλώντας ο καθε ένας τον σταυρό του...

- Δεν κανει να μιλάς ετσι, του είπα με ύφος δασκαλιστικο, πρέπει να δεις πώς θα φτιάξεις και πάλι τη ζωη σου. Δεν σε πήραν δα και τα χρονια.Πρέπει να σταθείς και παλι στα πόδια σου, να βάλεις νόημα και χρώμα στην καθημερινότητά σου, πρέπει..
- Γιατρέ κόφτο! Βαρέθηκα ν ακουω τις ίδιες μαλακίες καθε λίγο και λιγάκι. Βαρέθηκα όλα αυτά τα πρέπει σας! Πρέπει το ένα πρέπει το άλλο. Και στο τέλος τι μένει; Κοίταξε γύρω σου, τι βλέπεις; Σκατα, όλοι αυτοι που μια ζωή μας δασκάλευαν τι πρέπει και πώς πρέπει να ζούμε, τα κάνανε μαντάρα. Ερείμωσε ο τόπος, κι αυτοί το βιολί τους.

Δεν ήξερα τι να του απαντήσω.
- Άκου, την Τετάρτη τ´ απόγευμα έχω ρεπό. Περνα απο το σπιτι να τα πούμε με την ησυχία μας. Να καλέσω και καποιους κοινούς, καλούς φίλους, το Μάριο, το Μηνα, να  θυμηθούμε τα παλιά, τότε που είμασταν φοιτητες στην Αθήνα. Θυμάσαι τι πλάκες κάναμε τότε, θυμάσαι τις πορείες έξω απο το Πολυτεχνείο, το ξύλο που έπεφτε στα Εξαρχεια, τους έρωτες, τους καβγάδες και τα ονειρα που φτιάχναμε πίνοντας ούζο στους αέρηδες;
Χαμογέλασε.
- Όλα έχουν χαθεί. Γκρεμίστηκαν σαν τα σπιτια του Μαρκόπουλου μεσα στο σκοτάδι και στα ερείπια π´ αφησε πισω του ο σεισμός...
- Και η φιλία, οι παλιοί μας φιλοι;
- Για πάντα φύγαν!

Σηκώθηκε αργά, μου έριξε ένα βλέμμα γεμάτο ειρωνεία και πόνο μαζι, κι έφυγε κι αυτός...