12/11/2014 07:06:00

Ξύπνησε λαχανιασμένος, λουσμένος στον ιδρώτα. Έσπρωξε με δύναμη τα στρωσίδια λες κι ήθελε να σηκώσει και να πετάξει μακριά την ταφόπλακα που του βάραινε το στήθος, να ξεφύγει από το τέρας που τον κυνηγούσε. Έμεινε ακίνητος για μερικά δευτερόλεπτα προσπαθώντας να συνέλθει, να καταλάβει τι συνέβη, τι έκοψε τον ύπνο στα δυό. Άδικος κόπος. Μαύρο πέπλο. Εξάλλου από παιδί, αν και το πάλευε δεν μπορούσε να θυμηθεί ούτε όνειρα ούτε ευτυχώς εφιάλτες. Μονάχα εκείνο το άγριο σκυλί με τα δυό κεφάλια... Προσπάθησε να ηρεμήσει αλλά μάταια. Η  θηλιά στον λαιμό τέντωσε και πάλι επικίνδυνα. Ήθελε να πάρει αέρα. Φόρεσε τις αθλητικές φόρμες και προτού περάσουν δέκα λεπτά, σκαρφάλωνε αγκομαχώντας στον λόφο του μεγάλου πάρκου. Η πρωινή δροσιά τού γέμισε τα πνευμόνια, το ανέμελο τιτίβισμα των πουλιών και το θρόισμα των δέντρων λειτούργησαν σαν αγχολυτικό... Ηρέμησε. Η θηλιά χαλάρωσε.
     Το αμφιθεατρικό παγκάκι στην κορυφή ήταν άδειο. Ό,τι έπρεπε για αυτοσυγκέντρωση και διαλογισμό. Έλυσε τα δέματα των παπουτσιών και βυθίστηκε στις σκέψεις του…
     Από το καύκαλο της Αθαλάσσας, ο Πενταδάκτυλος δεν απέχει ούτε μια σπιθαμή. Απλώνεις το χέρι και τον έχεις στην παλάμη σου. Τεντώνεις τον δείκτη κι αγγίζεις τον Άγιο Ιλαρίωνα. Ο μέσος ανεβαίνει στα παλάτια της Ρήγαινας, τη στιγμή που ο παράμεσος ανηφορίζει στην Καντάρα. Όσο για τους δύο ακραίους, αυτοί είναι μονίμως στον κόσμο τους. Ο ένας τραβά για Αμμόχωστο, ενώ ο άλλος παραμένει γαντζωμένος στον Προφήτη Ηλία.
     Έχει πάθει εξάρτηση. 
     Ο Πενταδάκτυλος ασκεί πάνω του μια παράξενη έλξη, Τον μαγνητίζει, Τον εξουσιάζει. Κάθε που τον αγναντεύει στον ορίζοντα, αυτός ζωντανεύει, κατεβαίνει ορμητικός καβάλα στο μαύρο άτι, πηδάει το συρματόπλεγμα και χώνεται σαν καυτή λάβα στη μαύρη τρύπα που χάσκει στο στήθος. Ο θαυμασμός για το βουνό δεν έχει όρια. Η κορμοστασιά, η περηφάνια, το αγέρωχο βλέμμα, οι βαθιές ρυτίδες που τρώνε το αρρενωπό πρόσωπο. Αλλά πάνω απ’ όλα η δύναμη που ξεχειλίζει, η  δύναμη του βουνού, του δικού του βουνού…
     Στη μνήμη ήρθαν και πάλι τα γεγονότα της Μεγάλης Παρασκευής. Τη μέρα που παραμερίζοντας τον ιστό πέρασε απέναντι. Θυμάται την ένταση, την αγωνία, τους διακόσιους σφυγμούς το λεπτό, το αισθησιακό παραλήρημα, το ζωντάνεμα της μνήμης, την τρέλα και τέλος εκείνη τη γλυκιά σκοτοδίνη που τον οδήγησε στο πατρικό, εκεί ψηλά στα γόνατα του Πενταδάκτυλου… 
     Οι έγχρωμες εικόνες διαδέχονται η μια την άλλη· τα δάκρυα της επιστροφής, το σφιχταγκάλιασμα του Μεχμέτ, η ανθρώπινη αλυσίδα προστασίας που έστησαν οι νεαροί Τουρκοκύπριοι, το μεγάλο συλλαλητήριο στην Πλατεία Ινονού, οι χιλιάδες σημαίες της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Σαράι, η δίψα και η αναμονή της επανένωσης….
     Και ξαφνικά τα φώτα έσβησαν. Και όταν άναψαν εκ νέου, τις έγχρωμες εικόνες διαδέχτηκαν οι μαυρόασπρες. Τα κατεβασμένα λάβαρα, η απογοήτευση στα μάτια των παιδιών της πλατείας, τα κούφια συνθήματα, ο δρόμος που χορτάριασε, το ταξίδι που έμεινε στη μέση. Κάπου εκεί ήταν που εμφανίστηκε για πρώτη φορά κι η θηλιά στον λαιμό… Η θηλιά… Ο λαιμός στέγνωσε και πρήστηκε επικίνδυνα…
     Κατέβηκε τροχάδην και βυθίστηκε στην πολυθρόνα του διθέσιου. Το πόδι καρφώθηκε στο γκαζόν. Η μηχανή ξετυλίχθηκε σαν αίλουρος και χίμηξε μπροστά. Το κοντέρ χτύπησε κόκκινο και τα λάστιχα σφύριζαν κάθε φορά που ακουμπούσαν στην άσφαλτο…
     Θέλει να ξεφύγει, να απελευθερωθεί, να βγάλει από τον λαιμό τη θηλιά που τον πνίγει. Τα φαντάσματα όμως τον κυνηγούν. Νιώθει την καυτή τους ανάσα να του καίνε την πλάτη. Κατεβάζει ταχύτητα, η μηχανή γεμίζει μουγκρίζοντας και με περισσή ορμή και δύναμη εκτοξεύεται στον έρημο δρόμο. Το ίδιο και οι δαίμονες με τις σκοτεινές μορφές. Τετράγωνες ρυτιδωμένες φάτσες μελανιασμένες απ’ το κρύο, μαύρες, λεκιασμένες απ’ τις καπνιές. Χοντρά δυνατά σαγόνια, κοφτερά δόντια, μάτια κόκκινα και βλοσυρά κάτω από τα τσαλακωμένα κασκέτα…
     Τα μηνίγγια βουίζουν. Η οθόνη του μυαλού θαμπώνει και το μυαλό σαλεύει. Η αίσθηση της πραγματικότητας τον εγκαταλείπει. Χρόνος, χώρος και μάζα γίνονται ένα. 
     Το άγριο κυνηγητό συνεχίζεται. Δεξιά ο βροντόσαυρος με το τεράστιο μυτερό κέρατο, αριστερά ο πτεροδάκτυλος με τα αγκαθωτά νύχια. Στη μέση προβάλλει ο δάσκαλος με τα ραγισμένα ματογυάλια. Τριάντα χρόνια τώρα  το  ίδιο τροπάρι: «Οι εθνικές παραδόσεις, τα ιδανικά της φυλής, τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη, ο άσβηστος πόθος…» Από δίπλα τον σιγοντάρει ο παπάς με την αγιαστούρα και τις περικοπές του. «Ἐξέλθωμεν καί ἴδωμεν ἐν τοῖς τάφοις, ὅτι γυμνά ὀστέα ὁ ἄνθρωπος, σκωλήκων βρῶμα και δυσωδία…» Λίγο πιο πίσω ο βλοσυρός συνταγματάρχης που συνήθισε να μοιράζει δεκάρες βλαστημώντας: «Το έθνος μας απειλείται! Επαγρυπνείτε, ο εχθρός δεν κοιμάται ποτέ!» Ο εχθρός; Μα ο εχθρός είναι μέσα μας… 
     Από το καθρεφτάκι του οδηγού βλέπει τον ιεραπόστολο με τα φουσκωτά προγούλια να πλησιάζει απειλητικά. Βλέμμα κενό, μύτη γαμψή, πορεία σταθερή. Ανεμίζει την πύρινη ρομφαία και ουρλιάζει: «Οὐαὶ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι, ὅτι ἀτελεύτητος αὐτῶν ἡ κρίσις καὶ ἡ φλὸξ ἄσβεστος!...
Αμαρτωλοί, προδότες, τουρκοπροσκυνημένοι, μετανοείτε!» 
     Η θηλιά σφίγγει ακόμη περισσότερο. Ο κόμπος στον λαιμό φουσκώνει βασανιστικά ματώνοντας το λαρύγγι. Τα μάτια γουρλώνουν, έτοιμα να πεταχτούν στο πάτωμα κι η αναπνοή δύσκολη, βαριά μοιάζει με επιθανάτιο βρόγχο…
     Στριφογυρίζει συνεχώς στο κάθισμα. Τα μάγουλα καίνε. Ο πυρετός ανεβαίνει. Ο ιδρώτας μουσκεύει το στήθος. Παραισθήσεις, εφιάλτες, φαντάσματα του παρελθόντος, σκιές του παράλογου. Δηλητήριο. Ψάχνει μέσα του για ενοχές. Γυρίζει άπραχτος. Φοβάται. Και αυτό το σεντόνι, άλλοτε σάβανο, άλλοτε σχοινί. Ουρλιάζει: « Ήμαρτον!»

     Το πλήθος μαζεύτηκε. Κύμβαλα αλαλάζοντα με επιθετικές διαθέσεις. Η λεπίδα της γκιλοτίνας λάμπει στο φως της νύχτας. Φέρανε ψευδομάρτυρες με κουκούλα…
- Αυτός είναι! Αυτός! 
- Θεέ και Κύριε, πού με ήξεραν όλοι αυτοί; Εγώ δεν τους είδα ποτέ μου, ούτε καν στην αρρωστημένη μου φαντασία. Ένοχος εγώ; Εγώ που δεν πάτησα ούτε σκουλήκι;
     Κατήγοροι και κριτές μαζί. Ανθρωπόμορφα τέρατα. Πώς να σωθείς σ’ αυτόν το άγριο και ακατανόητο κόσμο; Πού να βρεις το δίκιο σου; Ο Λειβαδίτης στη γωνιά σωπαίνει. Έβγαλε τα ρούχα και τα πέταξε στα πόδια τους. «Εγώ στάθηκα πάντα γυμνός μπροστά στο Θεό», φώναξε! 

     Βγαίνοντας από το χωριό συναντά τα «Γυριλούδκια». Τρεις απανωτές στροφές με κλήση εξήντα μοιρών, ίσως και μεγαλύτερη. Το αυτοκίνητο βογκά. Όμως θα τα καταφέρει! Θα βάλει όλα τ’ άλογα κάτω και θ’ ανέβει. Στην κορφή περιμένει υπομονετικά ο καβαλάρης. Το βουνό! Κάθεται στα καπούλια τ’ αλόγου του και χάνονται μαζί στον ορίζοντα. Επιτέλους! Αναπνέει αέρα ελευθερίας.
    - Νῦν ἀπολύεις τόν δούλον σου Δέσποτα…