11/11/2014 23:12:00

Συρματοπλέγματα… Συρματοπλέγματα και κάγκελα παντού… Με τη φόρα που πήραν ακόμη και στο φεγγάρι θα φορέσουν χειροπέδες.
     Η πραγματικότητα θέλει δύναμη να την αντέξεις… Είναι σαν το φως που καίει… Αδύνατον να το κρατήσεις στην παλάμη… Καυτό σαν μολύβι… Μην διανοηθείς  να το κοιτάξεις κατάματα.
     Αιχμάλωτοι των επιλογών που οι ίδιοι έκαναν δεν έχουν το θάρρος, τη δύναμη, την παλληκαριά για να παραδεχθούν πως λάθος δρόμο διάλεξαν. Η λεωφόρος που «άνοιξαν» γέμισε αγκάθια. «Προς τι ο δρόμος αν δεν οδηγεί στην εκκλησία;» 
     Αποφάσισαν ν’ ανεβούν στην κορυφή με ξένα δεκανίκια. Προτίμησαν τη σύντομη οδό… Σαν όμως ήρθε η ώρα να πληρώσουν το τίμημα, διαπίστωσαν ότι οι τσέπες ήταν άδειες… Τους έβαλαν τη θηλιά στον λαιμό.  Κι έτσι πούλησαν την ψυχή τους στο διάολο… Για να ξοφλήσουν. Η φαρέτρα που ’ταν γεμάτη με φαρμακερά βέλη άδειασε.    Ξέμειναν κι από επιχειρήματα. Και στο τέλος έλιωσαν και το χρυσάφι…
Φυσιολογικά ήρθε η πρώτη δειλή άρνηση, αλλά «πριν αλέκτορα τρις φωνῆσαι», ακολούθησαν δεκάδες άλλες. 
     «Δεν γνωρίζω τον Άνθρωπο…» 
     Αρνήθηκαν τον εαυτό τους… Κάποιος πήγε κάτι να ψιθυρίσει…. 
     «Το λάθος δεν διορθώνεται με λάθος», μούγκρισε ο Αρχηγός… 
     Κι όλοι χαμήλωσαν το κεφάλι. 

     Βαρύς καιρός. Αγκαστρωμένος. Τα μαύρα σύννεφα έσβησαν τ’ άστρα… Κι όλα βυθίστηκαν στο σκοτάδι. Τα όνειρα σκόρπισαν σαν αδέσποτα σκυλιά. Η πυξίδα στροβιλίστηκε με οργή… Και στους τάφους τα κόκκαλα έτριζαν βλαστημώντας…
     Ο Αρχηγός σάστισε. Έκανε να κοντοσταθεί, αλλά μετάνιωσε. Μάζεψε τα τσακάλια γύρω του και ούρλιαξε: 
     «Βουλώστε τους το στόμα… σφραγίστε τους τα μάτια...»
     Η ατμόσφαιρα μολύνθηκε. Το οξυγόνο λιγόστεψε επικίνδυνα. Η λεωφόρος γέμισε σακάτηδες, δοσίλογους και μαϊμούδες με κέρατα… Παντού  πινακίδες: για τον αέρα που αναπνέεις, για το νερό που πίνεις, για τις απορίες που δεν πρέπει να γίνουν ερωτήσεις… Το «διαλέγεσθαι» αλλά ακόμη και το «συλλογάσθαι» ελεύθερα, καρπός απαγορευμένος. 
     «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, οι μη ανησυχούντες και οι μονίμως συμφωνούντες ίνα αυτοί κληρωνομήσωσιν τη Βασιλεία των Ουρανών...»

     Η πλατεία άδειασε. Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου. Σιωπή. Μόνο λίγοι αναστεναγμοί στα αετώματα που κι αυτοί χώνονται γρήγορα κάτω απ’ το  μαύρο χιόνι… 

Ο ποιητής στον έβδομο όροφο σπάζει τις χειροπέδες, μπήγει το μαχαίρι στην καρδιά και πέφτει χαμογελώντας κι ελεύθερος στο κενό. Τα μυαλά σκορπίστηκαν στο οδόστρωμα. 
     «Δεν άντεξε τη μοναξιά», είπε ο περιπτεράς. 
     «Μικροαστικά αδιέξοδα», αντέτεινε το παιδί με την τραγιάσκα. 

     Η φυγή είναι μια κάποια λύση. Το δύσκολο όμως είναι να μένεις, να μένεις όρθιος στο κελί που σου οριοθέτησαν. Να ζεις και να υπομένεις, να ζεις και να θυμάσαι, να ζεις και ν’ αγωνίζεσαι μ’ όσο ελεύθερο αέρα απέμεινε στην κάμαρη, μ’ όσες αχτίδες φωτός μπαίνουν στο λαγούμι. Και να ονειρεύεσαι! Αυτοί που έκαναν κουρέλια τα όνειρά σου, κάποτε θα λυγίσουν, θα φύγουν. Και τότε «οι δολοφονημένοι αθώοι απ’ της αλήθειας τη δύναμη θ’ αναστηθούν». 

Μέχρι να ξημερώσει…