11/11/2014 23:08:00

Το γυναικοπάζαρο της Σόφιας μυρίζει Ανατολή. Από το Ασχαμπάντ μέχρι το Αλγέρι όλα τα παζάρια έχουν στο αίμα τους την Ανατολή. Οι μυρωδιές, οι ήχοι, ο ντελάλης, οι απλωμένες στον ήλιο και τη σκόνη πραμάτειες, το πολύχρωμο ανθρώπινο μωσαϊκό – η ψυχή του παζαριού - όλα αυτά είναι Ανατολή.
Τσιγγάνοι, Σλάβοι, Τούρκοι κι Αλβανοί ένα κράμα – τοπική κουζίνα βουτηγμένη σε γλυκόξινη, ή μάλλον πιπεράτη  σάλτσα. Λασπόνερα, σκουπίδια, αδέσποτα σκυλιά. Πρόσωπα κουμπωμένα, τσαλακωμένα θλιμμένα, κακάσχημα – ψηφίδες που κουβαλούν μέσα τους όλο τον πόνο  και την εξαθλίωση της ανθρώπινης αλυσίδας. Εικόνες μιας άλλης εποχής αναρτημένες στον προθάλαμο του Ευρωκοινοβουλίου. Όλα πουλιούνται κι όλα αγοράζονται. Από καυτά μπαχαρικά μέχρι αγγουράκια τουρσί, από λουλουδάτα ξεχειλωμένα σώβρακα μέχρι ψηφιακούς δίσκους με αποτυπωμένη τη φωνή του Έμινεμ - μια λυμπουριά  με τους "στρατιώτες" της σε διατεταγμένη υπηρεσία. 
Η баба με το σκούρο λεκέ στο μέτωπο κουνάει δεξιά – αριστερά το μεσοφόρι που κρατά και φωνάζει: « Πέντε λέβα όλα – όλα, τζάμπα σας λέω, τζάμπα»! Δίπλα η τσιγγάνα με το ηλιοκαμένο πρόσωπο διαλαλεί τη δική της πραμάτεια – κλωστές , μασούρια, βελόνια, κοπσιάδες, ενώ η στρογγυλή χωριατοπούλα φτιάχνει πολύχρωμες πυραμίδες από φρούτα. Ένας βρώμικος τυφλός σακάτης καθισμένος κατάχαμα πουλά μανταλάκια και μπιχλιμπίδια για το διάκοσμο του Πάσχα, ενώ στο πεζούλι ακουμπισμένος με το χέρι απλωμένο ένας τενόρος ψάλει το «Ave Maria».
Στόματα που ανοιγοκλείνουν χωρίς φωνή, ξεθωριασμένα βλέμματα γεμάτα αγωνία και θυμό, χέρια και πόδια ξύλινα γεμάτα ρόζους και εκζέματα. Τσαμπί από προσφυγοπούλες μέλισσες κρεμασμένο σε χοντρό κλαδί χωρίς κυψέλη, κηρύθρες και μέλι.
Στο ξέφωτο προβάλει η εκκλησία. Αφιερωμένη στον Κύριλλο και το Μεθόδιο λειτούργησε για πρώτη φορά το 1897. Βουβός μάρτυρας στο σταυροδρόμι της ιστορίας. Καταφύγιο ψυχών, βάλσαμο ελπίδας στις καρδιές, στερνό αποκούμπι των δυστυχισμένων ανθρωποειδών. Χωρίς χρυσό και φανταχτερά χρώματα, η εκκλησία στην καρδιά του παζαριού αποτελεί στοιχείο αυθεντικότητας που λούζει με φως την περιοχή.

- Πως καταλήξαμε μονάχοι εδώ πέρα; Που πήγαν οράματα και υποσχέσεις; Γιατί δεν ανέτειλε το φωτεινό μέλλον που για γενιές ολόκληρες δουλέψαμε σκληρά υπομένοντας προσβολές και κτυπήματα; 

Το φως από την καρδιά του Ντάγκο έχει πλέον σβήσει. Ο θρήνος για το μαρμαρωμένο βασιλιά ακούγεται μέχρι τις φτωχογειτονιές της Σόφιας, σμίγει  με το βουητό της πόλης και τις βρισιές της νοικοκυράς που αιώνες τώρα απλώνει την μπουγάδα της στο απέναντι μπαλκόνι. 

Σουρουπώνει. Οι τελευταίοι τσιγγάνοι φτιάχνουν τους μποξάδες, φορτώνουν τα τρίκυκλα αμαξάκια και παίρνουν νωχελικά το δρόμο για το χαμόσπιτο των προαστίων. Το παζάρι βουβό δίνει την σκυτάλη στα πολύχρωμα μπιχλιμπίδια, στις φωτισμένες βιτρίνες, στις εξωτικές πινακίδες και τους αλαλαγμούς των πλούσιων κεντρικών συνοικιών. Δύο κόσμοι, ο ένας δίπλα στον άλλο. Μέρα και νύχτα. 
Μια σκηνή κλείνει, μια άλλη ανοίγει. Μέχρι αύριο, μέχρι την επόμενη στάση…