12/11/2014 07:25:00

     Το μήνυμα ότι ο Ισχάν ήταν βαριά άρρωστος κι ήθελε να με δει, μου το μετέφερε o ίδιος του ο αδελφός.
     «Καρκίνος στους πνεύμονες. Από την πρώτη στιγμή οι γιατροί σ’ ένα από τα καλύτερα νοσοκομεία της Πόλης μάς το ξεκαθάρισαν… Δώδεκα, το πολύ δεκαοχτώ μήνες ζωής. Από την επομένη της διάγνωσης μπήκε σε διαδικασία χημειοθεραπείας. Υπέφερε πολλά. Την περασμένη βδομάδα οι γιατροί, αλλά και ο ίδιος, σήκωσαν τα χέρια. Τον μεταφέραμε πίσω στη Λευκωσία. Αν και εξαντλημένος θέλει ν’αποχαιρετήσει φίλους και γνωστούς. Χθες βράδυ ζήτησε να δει και σένα...»

     Η γνωριμία μου με τον Ισχάν έγινε κάτω από ιδιάζουσες συνθήκες. Με την ιδιότητα του δημοσιογράφου κάλυπτα, για λογαριασμό του σταθμού, μια από τις πολλές αντικαθεστωτικές εκδηλώσεις στην κατεχόμενη Λευκωσία. Ανέμιζε μια τεράστια κυπριακή σημαία τραγουδώντας ένα από τα γνωστά τραγούδια του Λιβανελλί. Μόλις είδε το μικρόφωνο του ΑΣΤΡΑ ήρθε τρεχάτος και μ’ αγκάλιασε!
     «Κρατάτε γερά!», μου φώναξε. «Αυτό το χώμα είναι δικό σας και δικό μας και κανένας δεν μπορεί να μας το πάρει!».
     Ακούγοντας τον αγαπημένο στίχο στα ελληνικά ένιωσα ένα τράνταγμα να με συγκλονίζει. Τα μάτια του Ισχάν έλαμπαν. Γεμάτος ενθουσιασμό άρχισε να περιγράφει με τα πιο ζωντανά χρώματα τις φωτεινές μέρες που θα έρχονταν. Κοινοί μαζικοί αγώνες, απελευθέρωση, λύση, επανένωση, ειρηνική συμβίωση... Μόλις είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του στην Άγκυρα κι όπως έλεγε χαμογελώντας, ήθελε να είναι ένας από τους αρχιτέκτονες που θα αναστήλωναν την κλειστή πόλη της Αμμοχώστου...

     Το δωμάτιο, μουντό και ανήλιαγο, μύριζε φορμόλη. Τα σημάδια του χρόνου ήταν έκδηλα στους ξεφυλλισμένους τοίχους. Στις λιγοστές καρέκλες κάθονταν σιωπηλοί οι στενοί συγγενείς. Το βουβό μοιρολόι είχε ήδη αρχίσει. Στο στενό σιδεροκρέβατο, στη μέση του δωματίου, κειτόταν ακίνητος ο Ισχάν ή πιο σωστά… ό,τι απέμεινε απ’ αυτόν. Το μαύρο τσουνάμι σάρωσε τα πάντα στο διάβα του· νιότη, δύναμη, ζωντάνια, όψη. Ένα μάτσο κόκαλα στοιχισμένα σε μια κάθετη γραμμή με δυο τεράστια κάρβουνα στην κορυφή. Η μάσκα οξυγόνου στήριζε μηχανικά την αναπνοή κι ένα σφύριγμα, όμοιο σαν αυτό που αφήνει στο διάβα της η αγριεμένη φίνα, δηλητηρίαζε την ατμόσφαιρα.
     Ο μεγάλος αδελφός έσκυψε και του ψιθύρισε κάτι στ’ αυτί. Το ταλαιπωρημένο κεφάλι γύρισε προς το μέρος μου και τα δύο κάρβουνα άναψαν για λίγο. Έσφιξα το παρατεταμένο χέρι προσπαθώντας με όλη μου τη δύναμη να συγκρατήσω τα δάκρυα να μην αυλακώσουν το πρόσωπό μου. Το βλέμμα του καρφώθηκε στο δικό μου και μέσα από το πλαστικό κάλυμμα ψιθύρισε ξεψυχισμένα λίγα λόγια, ακαταλαβίστικα σε μένα. Ο μακαρίτης ο Γιουτζέλ μετέφρασε αργά, με τρεμάμενη φωνή:
     «Μας πρόδωσαν αδελφέ. Εμείς ανοίξαμε την ψυχή μας φύλλα-φύλλα κι αυτοί έφτυσαν μέσα!»
     Στον δρόμο της επιστροφής, μόνος στο αυτοκίνητο έκλαιγα με λυγμούς. Δεν ήταν δάκρυα θλίψης για έναν φίλο που χάθηκε τόσο νωρίς μον’ ήταν δάκρυα οργής γι’ αυτούς που έκαναν κουρέλια τα όνειρά μας.

     Αργά τη νύχτα μου τηλεφώνησε ο Γιουτζέλ:
     «Ο Ισχάν έφυγε…»
     Όπως θα ’φευγε κι  ο ίδιος λίγους μόνο μήνες αργότερα…