12/11/2014 07:02:00

Νύχτα αλλόκοτη, γεμάτη πιράνχας και λυκάνθρωπους. Με ερεθισμένο  πάνω στο μέτωπο της τρέλας το σημάδι καβαλάς το μαύρο άτι της ασφάλτου και χάνεσαι στον ορίζοντα. Μόνόδρομη πορεία, χωρίς εξόδους και λωρίδες διαφυγής…
Άλλοτε τραχύς, άγρια προκλητικός και άλλοτε τρυφερός, ερωτικός και αισθησιακός - ο Βασίλης γεμίζει με ήχους τα λιβάδια της ψυχής.
 Ο δρόμος άδειος. Τα φώτα νυσταγμένα και βουβά, έχουν  για προσκέφαλο ένα κίτρινο χλωμό φεγγάρι. 
Σκιές λουσμένες στο χρυσό, φρεσκοπλυμένες γριούλες παραταγμένες κατά μήκος του δρόμου με τις κουφάλες τους ανοικτές πληγές. 
Προσεύχεσαι το ταξίδι να μην τελειώσει ποτέ. Το κυνήγι της αιωνιότητας, του μη τέλους.
Γαλήνη, απόλυτη ηρεμία. Μεγάλες δόσεις ηδονής. 

Πάει, ξέφυγες! Ροκ στο σκοτάδι, φωτιά στα μηνίγγια, κορύφωση πνιγμένη στα βολτς. Και η νύχτα μαύρο ποτάμι να κυλάει στους τροχούς…
 
 Μίλησε κανείς για φόβο, έσυρε κανείς το δρεπάνι της φωτιάς;  Συμφιλίωση με τον πόνο, το θάνατο, το κενό και το άπειρο.
- Πονάς;
- Όχι πια!

 Ο μαιτρ και η Μαργαρίτα σου δανείζουν τα φτερά τους. Το μυστήριο σε συνεπαίρνει. Είσαι ευτυχισμένος, σχεδόν ευτυχισμένος.
Ο καπνός σε τυλίγει γεμίζοντας φιγούρες τον απέναντι τοίχο. Παρέλαση σκιών.  Ξεχωρίζεις μόνο στο βάθος τον σημαιοφόρο. Ο Άνθρωπος με το ταμπούρλο να σεργιανίζει σαν στοιχειωμένη κατάρα στα σταυροδρόμια του κόσμου ψάχνοντας το διάβολο με το κηροπήγιο. Τσιμπάς το μάγουλο, διερωτάσαι:  "Είναι όλοι σπίτι",  ή μήπως κάποιοι το έχουν ήδη σκάσει; Το λογικό  απ’ το παράλογο μιας κλωστής ανάσα…

Χρώματα. Χρώματα κι αρώματα. Το κίτρινο του φεγγαριού γίνεται λιλά. Σε φόντο ανοικτό μαβί ξεχύνονται στη σκηνή χιλιάδες πυγολαμπίδες, μικρά ζουζούνια, λευκά και γκρίζα περιστέρια. 
«Είδε κανείς το γαλάζιο πουλί;» ρωτάει χοροπηδώντας στην σκηνή ο φτερωτός παλιάτσος. 
Μένεις ασυγκίνητος. Τα δικά σου πουλιά είναι μαύρα, μαύρα σαν το Κοράκι του Πόε, σαν τους φίλους της Γώγου, σαν τα πουλιά της δυστυχίας του Χίτσκοκ. Εναέριες επιθετικές πιρουέτες κι ακολούθως βουτιά στο κενό με απότομο σπαγκάτο στο έδαφος.

Άρωμα κανέλας εισβάλει απρόσκλητο στο χώρο. Τα ρουθούνια ανοίγουν νωχελικά να ρουφήξουν ό,τι προλάβουν. Η κανέλα είναι το αγαπημένο σου. Την βρίσκεις.

Η φιγούρα απέναντι σε καλεί για ένα χορό. Τα μάτια της κάρβουνα αναμμένα, ενώ απ’ τα στήθια της αναβλύζει έντονο άρωμα λεβάντας. «There’ s something in the air tonight». Που  θυμήθηκες τη μελωδία αυτή και πώς να τη δέσεις με το χορό των δαιμονισμένων; Το κορίτσι σε σφίγγει ολοένα και περισσότερο στο γυμνό της σώμα. Το ερωτικό κάλεσμα, σαν άλογο που χλιμιντρίζει σε κυριεύει, σε ματώνει. Φτερουγίσματα, πρόωρα ξυπνήματα. Ο έρωτας, ο έρωτας μωρό μου είναι ψυχεδέλεια!
Όνειρο φθινοπωρινής νυκτός, εκστασιασμός και  εκσπερμάτωση .

Ο πόθος γίνεται πόνος ,η λεβάντα γίνεται πικρή μέντα και το αγκάλιασμα τανάλια που σφραγίζει το λαιμό. Αέρα, καθαρό αέρα! 
.
 Κάθεσαι κατάχαμα να ξαποστάσεις. Τα δακτυλίδια του καπνού κρύβονται στην άχλη της μεταμεσονύχτιας ομίχλης. Οι στίχοι στροβιλίζονται μπροστά από το άτι που αγκομαχά:

Ίσως να είναι η αγάπη μια θλιμμένη γιορτή,
ένα ζευγάρι σκουριασμένες χειροπέδες.
Ίσως να είναι η αλήθεια μια πληγή ανοιχτή,
ένα κελί με χρυσαφένιους μεντεσέδες
Ίσως να είναι το φεγγάρι μια τελεία λευκή,
σ’ ένα τετράδιο με φύλλα από σκοτάδι,
Ίσως να έχεις χαραγμένο κι εσύ
πάνω στο μέτωπο της τρέλας το σημάδι!

Θέλεις να σηκωθείς. Τα πόδια όμως αρνούνται να υπακούσουν. Η νύχτα – τσιγγάνα ξελογιάστρα σε στήνει στο σημάδι κι εσύ αφελή τροβαδούρε της ψυχής θέλεις να την πιεις στο ποτήρι. 

- Κλαις μικρέ μου Πρίγκιπα; 
- Αδειάζω τον πόνο που ξεχείλισε!
Καθαρτήριες σταγόνες, βάλσαμο στις πληγές. 

Ο σκοτάδι αραιώνει και η ομίχλη απλώνει το υγρό της δίχτυ στα διψασμένα χωράφια. Το θηλυκό ζαρώνει στη γωνιά κι οι γριούλες μαζεύονται στη σιωπή τους. Το μαύρο άτι λιώνει κι αυτό σιγά – σιγά.

Σε λίγο ξημερώνει, μα κοιμήσου εσύ. Θυμήσου απλώς σαν ξυπνήσεις να γράψεις στο πεζούλι του μυαλού την τελευταία φράση:  
Μην ψάχνεις στο ψέμα την αλήθεια να βρεις.. .