11/11/2014 23:09:00

- Δυστυχώς...
- Μα την προηγούμενη φορά μου είπατε ίσως...
- Είπα ίσως, δεν σας είπα "Θα". Βλέπετε κύριε Κώστα η ειδικότητά σας δεν ειναι απο αυτες που έχουν ζήτηση... Αν κανατε ένα MBA, ίσως οι προοπτικες να ήταν καλυτερες.
- Μα στα 50 μου; Και με τι λεφτα; .....Κάτι άλλο υπάρχει; Ό,τιδήποτε! Μπορω να κανω ο,τιδήποτε, φτανει να...
- Λυπάμαι. Οι ανιδίκευτοι είναι σε χειρότερη μοίρα. Δυστυχώς δεν μπορω να σας προτείνω τίποτε. Αν προκύψει κάτι θα σας ειδοποιήσουμε.
- Τωρα το "Ίσως" έγινε "Αν";
- Λυπάμαι...
- Δεν μου χρειάζεται η λύπηση σας, δουλεια χρειάζομαι...

Η ιστορία του Κώστα Περικλέους δεν έχει κάτι το ξεχωριστό. Σαν αυτον, χιλιάδες. Τελειώνοντας τη θητεία του στο στρατό βρήκε δουλεια σε μια μεγάλη εταιρεια ως βοηθός Λογιστηρίου. Τα Μαθηματικά και η Λογιστική ήταν το δυνατό του σημείο, δεν χρειάστηκε και πολλά για να μπει στο νοήμα. Ο Υπεύθυνος Λογιστής και η Διεύθυνση έμειναν ευχαριστημένοι κι έτσι ο κύριος Κώστας στέριωσε, ρίζωσε. Ο μισθός χαμηλός στην αρχή, όμως σιγά -  σιγά άρχισε να ανεβαίνει. Στην πορεία έδωσε και κάποιες εξετάσεις, πήρε ένα χαρτί, τα πράγματα έγιναν καλύτερα. "Κυριε Περικλέους" πάνω, "κύριε Περικλέους" κάτω. Δεν είχε παράπονο. "Σημασία Μερόπη είναι να είμαστε καλά και να έχουμε δουλεια, τα υπόλοιπα έρχονται σε δεύτερη μοίρα" έλεγε κάθε τόσο στη παραπονιάρα σύζυγο.

Και ξαφνικά, μετα απο 30 χρονια ευδόκιμης παρουσίας στην εταιρεία, η νεα Διεύθυνση του ανακοίνωσε ότι "δυστυχώς στο πλαίσιο της ανασυγκρότησης και της οικονομικής περισυλλογής οι υπηρεσίες στην εταιρεια τερματίζονται"!

Κι ο "κύριος Περικλέους" εγινε και πάλι Κώστας, Κωστακης. Στην αρχη, λίγο οι δυο μήνες αποζημίωσης, λίγο το πλεονάζον, δεν φάνηκε η διαφορά. Σαν τέλειωσε όμως και το ανεργιακό, τα πράγματα άρχισαν να σκουρεύουν. Για να ακριβολογούμε, να γίνονται μαυρα, ολόμαυρα... Σε περίοδο κρισης και με τα προσόντα που ειχε, ή μάλλον δεν ειχε ο Κωστας, η εξεύρεση εργασίας δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση. Η πολύχρονη πείρα από μόνη της δεν μετρούσε και πολυ. Κτύπησε πόρτες, αποτάνθηκε σε συγγενείς, φίλους, γνωστούς, γνωστούς των γνωστών, τίποτε. Στο Γραφείο εξευρέσεως εργασίας όλο "δυστυχώς" και "λυπάμαι" εισέπραττε. Και τα έξοδα του σπιτιού να τρέχουν. Ο μίζερος μισθός της Μερόπης μόλις μετά δυσκολίας  αρκούσε για τα αναγκαία. Με τα €1200 το μήνα τι να προλάβει; Τη δόση για το σπίτι, το ρεύμα, το νερο, ή τα δίδακτρα για το κολέγιο των παιδιών; Για το τελευταιο ούτε λόγος. Πρώτα ο γιος, ύστερα και η κόρη, τα παιδιά υποχρεώθηκαν να παρατήσουν τις σπουδές στη μέση. Έξω φρενών ο μεγάλος, ύστερα απο ένα άγριο καυγά με τον "ανεπρόκοπο" και "ανίκανο να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του" πατέρα, αγόρασε ένα εισιτήριο χωρις επιστροφη για το Λονδίνο. Ένας μακρινός θείος ειχε εκει κρεοπωλείο και υποσχέθηκε κάπου να τον βολέψει. Η μικρή αφου πλανταξε στο κλάμα κλείστηκε στο δωμάτιο και στον εαυτο της και δεν ήθελε να δει κανενα. Μάταια η Μερόπη προσπαθούσε να την πείσει να βγει έξω, να μιλήσει με τις φίλες της, να ψάξει για κάποια δουλεια, έστω και μερικής απασχόλησης. Ανένδοτη. Στο τέλος κλείδωσε και την πόρτα.
Ο Κωστας βρισκόταν σε κατασταση κατάρρευσης. Για να ακριβολογούμε ράκος ειχε γίνει. Έχασε τον ύπνο του, κόπηκε η όρεξή του, με το παραμικρό ξεσπουσε σε φωνές, ή έβαζε τα κλάμματα. Το άλλοτε σφρυγιλό σώμα ζάρωσε, στράγγισε, άσπρισε και γέρασε. Πενήντα χρόνων, και φαινόταν 70. Το πρωί έπλενε τα πιάτα, έβαζε μπουγάδα, καθάριζε το σπίτι και την αυλη, ενω το απόγευμα προτου γυρίσει
η Μερόπη από τη δουλεια, έπαιρνε τους δρόμους, σκότωνε την ωρα του στα πάρκα ταίζοντας τα περιστέρια. Τα παιδιά τον αποκαλούσαν "ο τρελός με τα περιστέρια", ενω οι περίοικοι τον κοίταζαν άλλοτε παραξενα κι άλλοτε με περιφρόνηση.
Στο σπίτι επέστρεφε αργά το βράδυ και αμεσως κουλουριαζόταν στη γωνιά του. Ντρεπόταν. Ναι, ντρεπόταν την κόρη, αλλά κυρίως τη γυναίκα του. Έφερνε στο μυαλό τις υποσχέσεις που τις έδωσε όταν την παντρεύτηκε, τα ονειρα που έκαμναν πάνω απο την κούνια των παιδιών, και ντρεπόταν. Ένιωθε άχρηστος, ασήμαντος, αχθος αρουρης, βάρος της γής.
Η αληθεια είναι ότι και η Μερόπη δεν του έδινε πλέον και πολλή σημασία. Μετα απο δυο χρονια ανεργίας, ειχε πειστεί ότι ο άντρας της θα έμενε στ´ αζήτητα. Την πλήγωνε αφάνταστα και η ιστορία με τα παιδιά, για την οποία τον θεωρούσε αποκλειστικά υπεύθυνο. Τα βράδια έβρεχε το μαξιλάρι στα δάκρυα. Ο Κώστας απο την μακρινή του απομόνωση μπορει να μην άκουγε το βουβό κλάμα, αλλά το ένιωθε. Και αυτο τον βύθιζε ακόμη περισσότερο στην κατάθλιψη και στη δυστυχία του.

- Αυτό που εχετε κύριε Κώστα δεν είναι απλως έλκος, αλλα κατι χειροτερο!
- Τι εννοείται γιατρέ; Θέλετε να πείτε ότι...
- Φοβάμαι πως ναι. Πρέπει αμεσως να ξεκινήσετε θεραπεία. Θα σας δώσω ένα παραπεμπτικό για το ογκολογικό.
- Το ενδεχόμενο να εγινε κάποιο λάθος; Να είναι απλως ένας κόμπος στο στομάχι; Ξέρετε παλιά ήμουν μια χαρά...
- Λυπάμαι. Αν θέλετε όμως μπορείτε να επαναλάβετε τις εξετάσεις και σε ιδιωτική κλινική. Όμως πρέπει να βιαστείτε..


Να βιαστώ; Γιατί; Άραγε έχω κάτι να προλάβω; Εχω κάτι να περισώσω;
Το τρένο της ζωής, έχει προ πολού χαθεί στον ορίζοντα. Τα παιδια; Τα παιδιά χάθηκαν κι αυτα, τουλαχιστον για μένα. Οι φίλοι; Αυτοι για πάντα φύγαν..
Η Μερόπη; Απολεσθείσα κι αυτη. Με τη δυστυχία που της φόρτωσα, ούτε ζωγραφιστό δεν θέλει να με βλέπει...

Γύρισε στο σπίτι τύφλα στο μεθύσι. Μετά δυσκολίας κατάφερε να βγάλει τα παπούτσια, το παλτό και να σωριαστεί στο ντιβάνι του.
- Αυτό μας έλειπε τώρα, ούρλιαξε η Μερόπη. Άκου να δεις Κωστάκη, δεν μιλάω, δεν μιλάω, αλλά αυτο δεν πρόκειται να το ανεχθώ! Εγω μεθύστακες  στο σπίτι δεν θέλω! Μου φτάνει η τρελή που ειναι κλειδωμένη στο δωμάτιο και ο κανακάρης σου που έξι μήνες τωρα δεν αξιώθηκε να πάρει ούτε ένα τηλέφωνο! Όχι Κωστακη, αρκετα μου φόρτωσης μέχρι σήμερα, αν νομίζεις ότι τωρα θα σου πληρώνω και το κρασί, να το βγάλεις απο το μυαλό σου! Την επόμενη φορα που θα μου έρθεις σπιτι σ´ αυτην την κατασταση θα σε στείλω πίσω στα περιστέρια σου, κατάλαβες; Δεν φτανει που είσαι ανίκανος, μπατίρης και "μισός", δεν θα μου γίνεις τωρα και μπεκρούλιακας. Είπε και βρόντηξε την πόρτα πίσω της...

Μεχρι να χαράξει, η προβολή ειχε τελειώσει.
- Τελικά Κωστακη τι κέρδισες, τι έδωσες και τι πήρες απο αυτη τη ζωή; Τι αφήνεις κληρονομιά στα παιδια σου; Τι θα λενε στα εγγόνια σου όταν μια μερα τους ρωτήσουν; Ότι ο παππούς ήταν ένας έντιμος, εργατικός, ήσυχος ανθρωπάκος, ένα παιδί του πολέμου που κατάφερε να αναστηθεί μέσα απο τις στάχτες, ένας λίγο παράξενος, αλλά στοργικός πατέρας και νοικοκύρης, ή απλώς θα γυρίζουν το κεφάλι στον τοίχο αλλάζοντας κουβέντα;
Και η Μερόπη; Τι αναμνήσεις της αφήνεις; Θα κρατήσει άραγε τον νεανικό έρωτα, τα φιλιά και τα τολμηρά χάδια στις σκοτεινές αίθουσες του σινεμά; Θα κρατήσει τα πρώτα χαμόγελα, το τραγούδι της θάλασσας και τις γεμάτες χρώμα κι ευτυχία εικόνες απο τα ταξίδια της νιότης, ή μήπως θα τα θάψει κι αυτά βαθια στο χώμα μαζι με το κουφάρι σου;
Στο αληθεια Κωστακη, περα απο το χτικιασμένο σου σώμα, τι αφήνεις φεύγοντας απ´ αυτη τη ζωη; Τι λόγια θα πει ο Λογιστής  στον επικήδειό σου; Θα θυμηθεί την αφοσίωση με την οποία συμπλήρωνες τα βιβλία της εφορίας, την αγωνία σου για τον ελλειμματικο προϋπολογισμό, ή απλως θα ψελισσει ένα στεγνό "Αιωνία του η μνήμη" και θα φυγει; Και στο κάτω - κάτω γιατι θα πρέπει κάποιος να σε θυμάται αιώνια, τι ήσουν για να διεκδικείς την αιωνιότητα; Ένας ανίκανος ήσουν μια ζωη Κωστακη, ενα μεγάλο μηδενικό, ενας αποτυχημένος. Άχθος αρουρης, αυτο ήσουν Κωστάκη!...

Ακόμη κι ο πυροβολισμός, αν και βίαιος, δεν συγκίνησε κανένα. "Κάποιος κυνηγός θα βγηκε πρωι - πρωι για κυνήγι", σκέφτηκε η Μερόπη. "Πάλι αυτοι οι μικροί με τις μοτόρες", έσκουξε ο Λογιστής. Ο γιός στο μακρινό Βόρειο Λονδίνο, αλλά και η κόρη στο κλειδωμένο δωμάτιο δεν ένιωσαν, δεν άκουσαν τίποτε. Μόνο τα περιστέρια στο γειτονικό πάρκο πέταξαν αλαφιασμένα αναστατώνοντας, εστω και για λίγο, την θεία τάξη και αταραξία των πραγμάτων...