11/11/2014 23:12:00

Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ' όλην την γη την χάλασες.


Η πόλις,
Κωνσταντίνου Π. Καβάφη (1910)

 

     Φεγγάρι χλωμό, βουτηγμένο στη χρυσόσκονη. Σύννεφα ομίχλης σκεπάζουν την πόλη που κοιμάται. 
     Καθισμένος στο παγκάκι απέναντι στο κύμα ο γερο-ναυτικός μετράει σκιές. Τους δίνει χώρο να βολευτούν. Σκιές από το χθες, σκιές του σήμερα. Όσο για το αύριο; Δεν βαριέσαι, τώρα πια... Αφήνει το βλέμμα να χαθεί στον ορίζοντα. Είναι πανσέληνος απόψε κι είναι ωραία!
     Φιγούρες αγαπημένες ξεπροβάλλουν πίσω από τις μαούνες. Ο παππούς με την τραγιάσκα, ο Καπετάν Γλυκύς - όνομα που διάλεξε κι αυτός - ο Παναγιωτάκης, ο Πάρις, ο Βάνιας... Δικοί και ξένοι. Στην πρώτη γραμμή με τα πόδια σταυρωμένα, οι κυρίες. Η Μαρία του συνοικισμού, η Λάνα με τα αινιγματικά μάτια, η Δανάη, η Νατάσα, η Ζαμφύρα. Στις πίσω γραμμές σκαρφαλωμένα στα σχοινιά τα μέλη της χορωδίας• δεξιά οι σοπράνο, αριστερά οι τενόροι. Από τα πλάγια ξεπροβάλλουν οι άλτο και οι μπάσοι. Σε ρόλο διευθυντή, η Ηλέκτρα, η επονομαζόμενη και Αμαζόνα.     
     Είναι και πολλοί άλλοι που δεν αναγνωρίζει. Πρόσωπα ηλιοκαμένα και ζυμωμένα με την αλμύρα της θάλασσας, μάτια κρυμμένα κάτω από μεσαιωνικές κάπες, σκιές που ξεφυτρώνουν μέσα από τα κύματα σαν ξωτικά. Γνωστοί, άγνωστοι, πρόσωπα φιλικά, πρόσωπα αδιάφορα, ενίοτε και βλοσυρά. Δεν περίμενε ν’ αντικρίσει τόσους πολλούς. Ολόκληρο το πειρατικό του Μπαρμαρόσα, όπως πάντα ντυμένο στα μαύρα. Οι νεκροί πιασμένοι χέρι-χέρι με τους ζωντανούς σ’ έναν βουβό κυκλωτικό χορό. 
Αλλά προς τι η μάζωξη απόψε; Να ’ναι μήπως για χαρά; Nα ’ναι λες για μοιρολόι; 
     Ήρθαν για τον τελευταίο ασπασμό.
     Όμως παράξενο, κανείς δεν θρηνεί. Αντίθετα, διακρίνει ένα χαμόγελο να ζωγραφίζεται στα πρόσωπά τους... Τι συμβαίνει εδώ πέρα; Πάλι τα τσούγκρισε απόψε; Ρούμι; Βότκα; Κυπριακή ζιβανία; Δεν θυμάται. Εξάλλου τι σημασία έχει; 
     Ησυχία. Μόνο ο παφλασμός των κυμάτων που σκάνε στον απέναντι βράχο. Ξαφνικά λες και τον δάγκωσε σκορπιός πετάγεται πάνω και φωνάζει μ’ όση δύναμη του ’χει απομείνει:
     «Δεν τον έκανα εγώ αυτό τον φόνο, άλλος πάτησε τη σκανδάλη!» 
     Ένας περαστικός που περπατά ανέμελα στην προκυμαία τον κοιτάζει με απορία, αλλά και κατανόηση συνάμα. «Άλλος ένας φευγάτος», σκέφτεται, «τουλάχιστον αυτουνού το μυαλό βρήκε λιμάνι κι άραξε…».
     Ο γερο-ναυτικός ούτε βλέπει ούτε ακούει. Βυθισμένος στις σκέψεις του δεν έχει διάθεση για άσκοπες δικαιολογίες. Γυρίζει αποφασιστικά το πρόσωπο στο κοινό και ρίχνει το γάντι: «Χαμόγελα κομμένα. Και μην μου σηκώνετε το δείκτη! Στο κάτω-κάτω της γραφής η σφαίρα που έφυγε από την κάννη, εμένα βρήκε κατάστηθα, όχι εσάς…»
     Θέλει να τρέξει να χωθεί στα κύματα. Όμως τα πόδια του μολύβι ασήκωτο, μένουν βουλιαγμένα στην άμμο. Το σύμπαν γυρίζει, το χθες μπαίνει στα παπούτσια του σήμερα, ενώ το αύριο… δεν βαριέσαι, τώρα πια… 
     Κάπου στο βάθος ένα καράβι βρυχάται. Τρίτο κουδούνι. Τα φώτα χαμηλώνουν κι η παράσταση αρχίζει.
     Οι σκιές πλησιάζουν, τεντώνονται, ανοίγουν τα χέρια κι ένα ζωντανό, ανθρώπινο δίχτυ απλώνεται τριγύρω του. Μια τεράστια σκουριασμένη άγκυρα τού κρατά τα πόδια καρφωμένα στον βράχο. Είναι παγιδευμένος, τώρα πια δεν μπορεί να ξεφύγει. Του την έχουν στημένη. Όπου να ’ναι αρχίζει η δίκη, η εξόδιος ακολουθία.
Άμωμοι εν Χριστώ αλληλούια..


    …Τα μάτια του βγάζουν φωτιές, τα λόγια του καυτό μολύβι.  Άδικος κόπος.  Εμένα δεν μ’ αγγίζουν. Όχι πια. Άργησα, αλλά επιτέλους έκανα τις επιλογές μου.  Το καράβι του Οδυσσέα έδεσε στην αποβάθρα. Η χειμέρια νάρκη τέλειωσε κι η αρκούδα βγήκε από τη σπηλιά. 
     Ο γερο-ναυτικός παίρνει το κλειδί και ξεκλειδώνει με αποφασιστικότητα τη σιδερένια μπάλα.  Ελεύθερος πια, σηκώνει το μαυρομάνικο και το χώνει με  δύναμη ανάμεσα στα φρύδια.  Το χέρι του δεν τρέμει πια.  Ούτε και η φωνή…
     Δεν πρόδωσα κανένα, δεν έβλαψα, δεν σκότωσα.  Προδομένος είμαι εγώ, εγώ είμαι το θύμα της απάτης, της συμπαιγνίας.  Θεωρία χωρίς πράξη είναι ψυχή χωρίς στέγη, έπεα πτερόεντα, επιταγές χωρίς αντίκρισμα. Ναι, με μάγεψες, με νάρκωσες, σε πίστεψα κι έκτισα κι εγώ, μαζί με τόσους άλλους, πύργους στην άμμο.  Όμως στην πρώτη φουσκοθαλασσιά οι πύργοι γκρεμίστηκαν, τα όνειρα έγιναν θρύψαλα και σκόνη. Ένιωσα τον πόνο της συντριβής, της ανώμαλης προσγείωσης. Θύμωσα, έβρισα, θέλησα να σου κόψω τη γλώσσα, αλλά δεν μου έφτασε η οργή.  Τώρα, στην απέναντι όχθη σε βλέπω να ουρλιάζεις και πάλι, ν’ απειλείς, να κουνάς σπαθιά και τσεκούρια.  Στο ίδιο έργο θεατής.  Κρίμα.  Η καυτή λάβα πέρασε δίπλα σου.  Δεν σ’ άγγιξε ούτε για μια στιγμή.  Όμως, μην το παίρνεις πάνω σου.  Αργά ή γρήγορα θα έρθει η ώρα που κι εσύ θα σκύψεις για να μαζέψεις πέτρες… 

 Λοιπόν, ποιος έχει τώρα σειρά;  Ποιος άλλος θα ζητήσει εξηγήσεις;  
 Το μαύρο δίχτυ κάνει ένα βήμα προς το μέρος του. Δεν θα προλάβει όμως.  Η πύρινη ρομφαία θα μοιράσει τη θάλασσα στα δύο...
     Ως εκεί! Οι ρόλοι αλλάζουν. Γιατί και σε ποιον απολογούμαι; Ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να δικάζετε; Μπορεί να μη φαίνεται, όμως το φεγγάρι πάντα έχει την αθέατη πλευρά του. Το εδώλιο από την έδρα δεν απέχει παρά ένα βήμα. Γιατί δεν μιλάτε; Γιατί κρατάτε το στόμα ερμητικά κλειστό; Είναι ερωτήσεις για τις οποίες κι εγώ ζητώ απάντηση.  Σαράντα χρόνια τώρα. Ποιος θα μου δώσει πίσω τα παιδικά μου χρόνια, ποιος θα ζητήσει συγνώμη που στα έντεκα μ’ έδιωξαν από τον παράδεισο, χωρίς να γνωρίσω καν τον μύθο του απαγορευμένου καρπού; Γιατί νόθευσαν το νερό που πίναμε; Ποιος και γιατί τσαλάκωσε τα όνειρα που με τόση μαγεία έπλαθα; Γιατί τόση μοναξιά; Πού πήγαν οι όρκοι και τα παλάτια που χτίζαμε μικροί; Γιατί τόσο ψέμα, τόση υποκρισία; Γιατί θα πρέπει εγώ να συντροφεύω άλλοτε τον Σίσυφο κι άλλοτε τον Προμηθέα;
     Γιατί σιωπάτε; Προχωρήστε! Κι «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω...»
     Χαράζει. Οι σκιές σκόρπισαν, χάθηκαν πίσω απ’ τον μώλο, βούτηξαν στα παγωμένα νερά. Χαράζει. Ώρα να κλείσεις τα μάτια. Κοιμήσου…


Στα είπα όλα!
Φίλα με τώρα…