11/11/2014 22:57:00

 

Το 2004 ήταν μια ιδιαίτερα δύσκολη χρονιά για την Κύπρο. Μετά από μια σχετικά σύντομη διαδικασία διαπραγματεύσεων που κράτησε τέσσερις σχεδόν μήνες, τα Ηνωμένα Έθνη έθεσαν ενώπιον του λαού – ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων – ένα σχέδιο λύσης του κυπριακού προβλήματος. Το σχέδιο Ανάν, όπως ονομάστηκε η πρόταση – αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων, αντιπαραθέσεων αλλά και έντονων καυγάδων ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις, κοινωνικές ομάδες, αλλά και ανάμεσα σε απλούς πολίτες. Για μια σειρά από λόγους που δεν εμπίπτουν στο αντικείμενο έρευνας αυτής της εργασίας το σχέδιο δεν εφαρμόστηκε ποτέ, αφού στο Παγκύπριο δημοψήφισμα που διενεργήθηκε στις 24 τ Απρίλη του 2004 απορρίφθηκε από τη μεγάλη πλειοψηφία των ελληνοκυπρίων ( 76%), αν και έτυχε  υποστήριξης με ποσοστό 63% από τους τουρκοκύπριους.

            Η αντιπαλότητα και οι έντονες συζητήσεις όμως δεν σταμάτησαν με τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος. Αντίθετα υπό το φως και των αρνητικών συνεπειών που είχε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, η αντιδικία στην ελληνοκυπριακή κοινότητα συνεχίστηκε και οξύνθηκε κατά και μετά τις ευρωεκλογές του Ιουνίου του 2004. Στις αντιπαραθέσεις και τους καυγάδες εκτός από τα πολιτικά σχήματα έλαβαν μέρος και αρκετά – αν όχι όλα -  ΜΜΕ. Μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις Μέσα Ενημέρωσης και δημοσιογράφοι συμπεριφέρθηκαν ως πολιτικές ομάδες με συγκροτημένες απόψεις και θέσεις, γεγονός που οδήγησε πολιτικά πρόσωπα, αλλά και κόμματα, ν ανοίξουν πόλεμο με τα Μέσα που ασκούσαν κριτική στην πολιτική τους και τανάπαλιν. [1]

            Στην μετωπική αυτή σύγκρουση συμμετοχή είχε και ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και συνάμα επίσημος διαπραγματευτής της ελληνοκυπριακής πλευράς Τάσσος Παπαδόπουλος.[2] Για παράδειγμα στις 14 του Οκτώβρη, επιστρέφοντας από επίσημο ταξίδι στο εξωτερικό, σε δηλώσεις του στο αεροδρόμιο Λάρνακας άφησε αιχμές για χρηματισμό ελληνοκυπρίων από ξένα κέντρα αποφάσεων με στόχο να προωθήσουν και να επιβάλουν στην κοινή γνώμη το σχέδιο Ανάν. Παρά τις ερωτήσεις ο Πρόεδρος απέφυγε να γίνει συγκεκριμένος και να τεκμηριώσει τις καταγγελίες του. Ούτε έκρινε σκόπιμο να πει κατά πόσο οι καταγγελίες του στρέφονταν και κατά δημοσιογράφων, ή Μέσων Ενημέρωσης. Σημείωσε απλώς με έμφαση ότι  « …αυτοί που γίνονται συμμέτοχοι σε τέτοιου είδους δραστηριότητες ασφαλώς δεν εκδίδουν αποδείξεις με χαρτόσημο για να μπορέσει να υπάρξει τεκμηρίωση. Πολλά πράγματα συνάγονται από τη συμπεριφορά. Άλλα συνάγονται από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα.»

            Η δήλωση αυτή του Προέδρου ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Την επομένη η αντιπολιτευτική εφημερίδα «Πολίτης»[3] κατά της οποίας καθ όλη τη διάρκεια του 2004 στράφηκαν κυρίως τα πυρά των συγκυβερνώντων κομμάτων κυκλοφορεί με τίτλο «Η Δημοκρατία στο γύψο» και επίτιτλο « Ο αρχηγός του σκοτεινού ψιθύρου». Από τις 15 του Οκτώβρη η κατάσταση βγήκε εκτός ελέγχου με τα κτυπήματα ένθεν και ένθεν να γίνονται ολοένα και πιο δυνατά.

Λάδι στη φωτιά ήρθε να χύσει δέκα μέρες αργότερα ( 26.10.2004) η εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος»,[4] η οποία κάτω από τον τίτλο « Οι ΗΠΑ δαπάνησαν εκατομμύρια δολάρια, αλλά παραδέχονται ότι τελικά απέτυχαν», δημοσιεύει έκθεση του ανεξάρτητου οίκου Nathan Associates[5] σύμφωνα με την οποία οι αμερικανοί είχαν κατά τη διάρκεια των έξι τελευταίων χρόνων δαπανήσει ένα ποσό που ξεπερνούσε τα 60 εκ. δολάρια με σκοπό να προετοιμάσουν το έδαφος και να επηρεάσουν τους πολίτες υπέρ της λύσης.

Η δημοσιοποίηση της έκθεσης έδωσε την αφορμή για μια νέα έξαρση των παθών με τους υποστηριχτές του σχεδίου Ανάν να μπαίνουν στο σκαμνί και να θεωρούνται από τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ, αλλά και από όσα κόμματα καταψήφισαν την πρόταση λύσης, ως πληρωμένοι  προδότες. Η έκθεση των Nathan Associates, που ας σημειωθεί είχε δημοσιευτεί στο Ίντερνετ πολύ πιο πριν τη φέρει στο προσκήνιο ο «Φιλελεύθερος», θεωρήθηκε ως επίσημη παραδοχή από πλευράς των ΗΠΑ ότι δήθεν δαπάνησαν ένα τεράστιο ποσό για να εξαγοράσουν συνειδήσεις στην Κύπρο, χωρίς μάλιστα να έχουν τα ποθούμενα γι’ αυτούς αποτελέσματα. Τα πλείστα ΜΜΕ αντιμετώπισαν το επιχείρημα αυτό ως έγκυρο, εξακριβωμένο και αδιαμφισβήτητο γεγονός κι απέφυγαν να ερευνήσουν την πληροφορία κατά τρόπο αντικειμενικό κι αμερόληπτο, όπως απαιτεί η δημοσιογραφική δεοντολογία.

 

Ανατρέχοντας στις πηγές και κυρίως στο περιεχόμενο της ίδιας της έκθεσης των Nathan Associates εύκολα κάποιος μπορεί να καταλήξει σε αρκετά βάσιμα συμπεράσματα, πάντα σε σχέση με την ύπαρξη των 60 και πλέον εκατομμυρίων δολαρίων, τη διάθεσή τους και κυρίως τους στόχους που εξυπηρετούσε όλη αυτή η περιβόητη «επιχείρηση εξαγοράς συνειδήσεων»:

 

Τον Ιούλιο του 1974 το στρατιωτικό πραξικόπημα που η ελληνική Χούντα και οι συνεργάτες της στην Κύπρο διενήργησαν κατά του τότε προέδρου Μακαρίου, έδωσε στην Τουρκία την αφορμή που έψαχνε για να εισβάλει στο νησί με πρόσχημα την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης. Τα τουρκικά στρατεύματα κατέλαβαν δια της βίας  το 40% της χώρας και μετά από μια διαδικασία ανταλλαγής πληθυσμών, κατάφεραν να συγκεντρώσουν στην υπό κατοχή τους περιοχή όλους σχεδόν τους τουρκοκύπριους. Από τότε μέχρι και σήμερα οι δύο κοινότητες ζουν χωριστά, με την Τουρκία να ασκεί τον πλήρη έλεγχο στην ούτω καλούμενη και μη αναγνωρισμένη διεθνώς Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου. Παρά τις πάμπολλες προσπάθειες που καταβλήθηκαν από τα Ηνωμένα ¨Έθνη δεν κατέστη εφικτή η λύση του προβλήματος και η επανένωση του νησιού. Μετά το τέλος του ψυχρού Πολέμου οι ΗΠΑ αναθεώρησαν την πολιτική τους στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και έκριναν ότι η λύση του Κυπριακού εξυπηρετεί τα στρατηγικά τους συμφέροντα αφού μια τέτοια εξέλιξη θα αποκαθιστούσε πλήρως τις σχέσεις μεταξύ δύο μελών του ΝΑΤΟ – της Τουρκίας και της Ελλάδας. Έτσι με προτροπή της Ουάσιγκτον και ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία βάδιζε προς την πλήρη ένταξή της στην Ε.Ε. τα Ηνωμένα Έθνη ενέτειναν τις προσπάθειές τους για ειρηνική λύση του Κυπριακού. Παράλληλα το 1998 η Υπηρεσία Διεθνούς Ανάπτυξης των ΗΠΑ ( USAID) συμφώνησε με το Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UNDP) τη χρηματοδότηση ειδικών προγραμμάτων στην Κύπρο που στόχο είχαν την προώθηση της συνεργασίας, της συμφιλίωσης και της ειρηνικής συμβίωσης ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων. Η συμφωνία αυτή είχε τη συναίνεση της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Για την υλοποίηση του στόχου αυτού το Γραφείο Υπηρεσιών Προγραμμάτων των Ενωμένων Εθνών (UNOPS) διαμόρφωσε και διαχειρίστηκε ένα Δικοινοτικό Αναπτυξιακό Πρόγραμμα (ΔΑΠ) που διήρκεσε από το 1998 έως το 2004. Η οικονομική συμβολή των ΗΠΑ σ αυτό το δικοινοτικό πρόγραμμα μεταφράστηκε σε 65 εκατομμύρια δολάρια. Την ίδια περίοδο και πάλι με τη σύμφωνο γνώμη όλων των εμπλεκόμενων πλευρών τα Ενωμένα Έθνη ανέλαβαν την ευθύνη  για την προετοιμασία του εδάφους προκειμένου να αναληφθεί μια νέα οργανωμένη και συστηματική πρωτοβουλία για επίλυση του κυπριακού. Η προσπάθεια αυτή μετά από πολλά σκαμπανεβάσματα και αφού πέρασε από διάφορες φάσεις πήρε μορφή πρωτοβουλίας στις παραμονές της πλήρους ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. και είχε ως κατάληξη το σχέδιο Ανάν.

Λίγο πριν την εκπνοή του ΔΑΠ και ενώ η πρωτοβουλία για επίλυση του

κυπριακού οδηγείτο στην τελική ευθεία, οι ΗΠΑ ανέθεσαν στον

ανεξάρτητο οίκο Nathan Associates την ευθύνη να προβεί σε μια σφαιρική αξιολόγηση του ΔΑΠ και σε έλεγχο των κονδυλιών που είχαν δαπανηθεί στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού. Ο Ελεγκτικός Οίκος όντως έκανε μια πολύ προσεγμένη εργασία, την οποία δημοσιοποίησε στο διαδίκτυο. Σ αυτή έγινε ξεχωριστή αναφορά στο κάθε έργο που χρηματοδοτήθηκε, όπως επίσης και στους οργανισμούς που ανέλαβαν να διεκπεραιώσουν τα έργα αυτά.  Με βάση λοιπόν την έκθεση αυτή 58 από τα 65 εκατομμύρια, δηλαδή ένα ποσοστό της τάξης του 90%, διατέθηκαν σε χορηγίες προς  δικοινοτικούς κοινωφελείς οργανισμούς, στον Κυπριακό Ερυθρό Σταυρό,  σε έργα ανάπτυξης, σε συντήρηση μνημείων, χώρων λατρείας, όπως επίσης και σε προγράμματα που αφορούσαν τη δημόσια υγεία και την προστασία του περιβάλλοντος, τόσο στο βόρειο, όσο και στο νότιο μέρος της Κύπρου. Το υπόλοιπο 10% , δηλαδή 6,4 εκατομμύρια δολάρια, δόθηκαν σε μη κυβερνητικές οργανώσεις ( NGOs) για προώθηση δικοινοτικών επαφών, εκδηλώσεων, σεμιναρίων, εργαστηρίων κ.λ.π.

Για την αξιολόγηση του όλου προγράμματος οι Nathan Associates ακολούθησαν τη μεθοδολογία των συνεντεύξεων στη βάση συγκεκριμένων ερωτηματολογίων. Λήφθηκαν συνολικά 86 συνεντεύξεις από άτομα που είχαν σχέση με την αμερικανική βοήθεια. Οι ερευνητές επέλεξαν επίσης 24 παράγοντες της κοινωνίας ( opinion leaders), τους οποίους επισκέφθηκαν στους χώρους δουλειάς τους για να ζητήσουν την άποψή τους για το όλο πρόγραμμα. Μερικές από τις ερωτήσεις αφορούσαν αποκλειστικά το ΔΑΠ:  Π.χ. «Πώς μάθατε για το ΔΑΠ», «Θεωρείτε ότι η διάθεση των κονδυλίων ήταν ορθολογιστική» κ.α.), ενώ μια ερώτηση αφορούσε το σχέδιο Ανάν: «Εάν υιοθετηθεί το σχέδιο Ανάν, ποια θα είναι τα άμεσα προβλήματα των οποίων χρειάζεται να επιληφθούμε για να διασφαλιστεί η λύση;».

Ή εργασία των Nathan Associates διεξήχθη κατά τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2004, ενώ το κείμενο πήρε την τελική του μορφή στις 25 Μαΐου, ένα μόνο μήνα μετά τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος. Να σημειωθεί ότι η αξιολόγηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το 45% των χρημάτων που δόθηκαν δεν είχαν θετικά αποτελέσματα, το 35% μέτρια αποτελέσματα και μόνο το 20% των χρημάτων που διατέθηκαν θεωρήθηκε ότι εκπλήρωσαν τους στόχους που τέθηκαν. Η αποτυχία της όλης προσπάθειας εκφράστηκε κατά κάποιο τρόπο και από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος γεγονός που υποχρέωσε τον εκπρόσωπο του State Department  να παραδεχτεί ότι η όλη προσπάθεια δεν είχε το ποθούμενο αποτέλεσμα. [6]

 

   Στο μεταξύ η απόρριψη του σχεδίου Ανάν από την ελληνοκυπριακή πλευρά και ειδικά η ξεκάθαρη θέση υπέρ της καταψήφισης της πρότασης που πήρε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, προκάλεσαν μια φυσιολογική αντίδραση από τη διεθνή κοινότητα, η οποία ας σημειωθεί είχε καλέσει τους κυπρίους να αποδεχτούν το συγκεκριμένο σχέδιο λύσης. Εκτός από το εξωτερικό,  η Κυβέρνηση Παπαδόπουλου δεχόταν πυρά και στο εσωτερικό μέτωπο, αφού οι υποστηριχτές του σχεδίου ζητούσαν από τον Πρόεδρο και τα συγκυβερνώντα κόμματα να αναλάβουν πρωτοβουλίες για άρση της διεθνούς απομόνωσης και για επανάληψη των προσπαθειών με στόχο την επίλυση του Κυπριακού.

 Η δημοσιοποίηση της έκθεσης στη δεδομένη στιγμή έδωσε την ευκαιρία στην Κυβέρνηση όχι απλώς ν αμυνθεί, αλλά και να περάσει στην αντεπίθεση ισχυριζόμενη ότι απώτερος στόχος των κονδυλίων που διέθεσαν οι ΗΠΑ ήταν ο επηρεασμός της κοινής γνώμης για αποδοχή του σχεδίου Ανάν. Οι επικριτές του σχεδίου λύσης υποστήριξαν επίσης ότι  ένας μεγάλος αριθμός κυπρίων πήραν αμερικάνικα δολάρια, είτε για να πειστούν οι ίδιοι, είτε για να εξαγοράσουν συνειδήσεις. Ο πρώτος που εξέφρασε δημόσια αυτήν την εκδοχή ήταν ο διαπιστευμένος στο State Department έλληνας δημοσιογράφος Λάμπρος Παπαντωνίου. Ερμηνεύοντας τα όσα αναφέρονται στην έκθεση των Nathan Associates, ο εν λόγω δημοσιογράφος έκανε αναφορά σε χρηματισμό κυπρίων με στόχο την προώθηση του σχεδίου Ανάν. Την ερμηνεία αυτή απέρριψε το State Department, ενώ αντίθετα όπως είδαμε πιο πάνω ενστερνίστηκε ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος. Τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ, όπως και γενικά όσα Μέσα Ενημέρωσης τάχθηκαν κατά του σχεδίου Αναν, υιοθέτησαν πλήρως την επιχειρηματολογία των Παπαντωνίου και Παπαδόπουλου. Ως αποτέλεσμα οι ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, όπως και οι στήλες των εφημερίδων για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα μετατράπηκαν σε «λαϊκά δικαστήρια». Στο σκαμνί κάθισαν τόσο όσοι πολιτικοί, δημοσιογράφοι ή δημόσια πρόσωπα τάχθηκαν υπέρ του σχεδίου Ανάν, αλλά και οι περισσότερες μη κυβερνητικές οργανώσεις (NGOς) που συνέβαλαν στην εφαρμογή του ΔΑΠ. Στις περισσότερες μάλιστα περιπτώσεις οι κατηγορούμενοι δεν είχαν και πολλά περιθώρια υπεράσπισης, αφού εκτός από τους πολιτικούς που προέρχονταν από τα συγκυβερνώντα κόμματα, είχαν να αντιμετωπίσουν και τις επιθέσεις, τα ειρωνικά σχόλια και την εχθρική στάση των δημοσιογράφων, που είχαν μετατραπεί σε «δημόσιους κατήγορους». Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση του συντονιστή της καθημερινής μεσημβρινής ενημερωτικής εκπομπής του τηλεοπτικού σταθμού  ΑΝΤ-1 Δημήτρη Σούγλη, ο οποίος εκτός από τα ειρωνικά σχόλια και τους μορφασμούς, αντιμετώπιζε τους υποστηριχτές του σχεδίου Ανάν κατά τρόπο ιδιαίτερα υποτιμητικό και απαξιοτικό.[7]  Σ’ όλη αυτή τη διαδικασία καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισαν οι ανταποκρίσεις που έφθαναν από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες αφορούσαν κυρίως το περιεχόμενο των ενημερώσεων των δημοσιογράφων γύρω από το θέμα από τον εκπρόσωπο του State Department. Το περιεχόμενο των ανταποκρίσεων, ή ακριβέστερα, τ’ αποσπάσματα από τις ανταποκρίσεις που μεταδίδονταν από τις ΗΠΑ θεωρούντο απόλυτα έγκυρα και δεν αμφισβητήθηκαν από κανένα. Πολύ αργότερα και όταν άλλοι δημοσιογράφοι έψαξαν τα αρχεία του  State Department διαπιστώθηκε ότι οι ανταποκρίσεις δεν ήταν πάντα αντικειμενικές, και ότι αντίθετα σε ορισμένες περιπτώσεις οι δημοσιογράφοι μετέδιδαν στην Κύπρο τις δικές τους εκτιμήσεις και απόψεις.

Στη συνέχεια παρατίθενται ορισμένα μόνο ενδεικτικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο Μέσα Ενημέρωσης, δημοσιογράφοι, αλλά και πολιτικά πρόσωπα χειρίστηκαν το όλο θέμα:

 

Στις 27 Οκτωβρίου και ενώ στην Κύπρο η συζήτηση γύρω από την έκθεση των Nathan Associates είχε «ανάψει», στην Ουάσιγκτον ο έλληνας δημοσιογράφος Λάμπρος Παπαντωνίου υποβάλλει στον εκπρόσωπο τύπου του State Department Ρίτσιαρτ Μπαόυτσιερ ότι η USAID «διέθεσε 6.4 εκ. από τον ετήσιο προϋπολογισμό της χώρας για να δωροδοκήσει ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους πολιτικούς, δημοσιογράφους, αναλυτές, καθηγητές, οργανώσεις κ.λ.π. για να γίνει εκστρατεία υπέρ της αποδοχής του σχεδίου Ανάν  στο δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου».[8]Ο κύριος Παπαντωνίου επικαλέστηκε ως πηγή πληροφοριών του την έκθεση των Nathan Associates, η οποία όμως πουθενά δεν αναφέρει κάτι τέτοιο! Για τα 6.4 εκ. η έκθεση αναφέρει κατά λέξη στα συμπεράσματά της ότι « θα έπρεπε να καταβληθεί μεγαλύτερη προσπάθεια αξιολόγησης και παρακολούθησης της προόδου των δικοινοτικών επιδόσεων των ελληνοκυπριακών και τουρκοκυπριακών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων».[9] Ο κύριος Μπάουτσιερ επιφυλλάχτηκε να εξετάσει το θέμα και να δώσει σχετική απάντηση στον έλληνα δημοσιογράφο.

 

Στις 27 Οκτωβρίου ο ανταποκριτής του τηλεοπτικού καναλιού ΜΕΓΑ στην Ουάσιγκτον Μιχάλης Ιγνατίου κάνει αναφορά σε χρηματοδότηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες της προσπάθειας για προώθηση του σχεδίου Ανάν ανάμεσα στους κυπρίους.  Οι πληροφορίες που κατ αποκλειστικότητα μεταδόθηκαν από το Μιχάλη Ιγνατίου  δεν τεκμηριώθηκαν, αλλά σύμφωνα με τον ίδιο, ούτε και διαψεύστηκαν από την αμερικανική Κυβέρνηση. Ο δημοσιογράφος που στην ανταπόκρισή του επικαλέστηκε  αμερικανικές πηγές εξακολουθεί και σήμερα, όπως προκύπτει από σχετική επιστολή που απέστειλε προς την Ένωση Συντακτών, [10] να θεωρεί τις πληροφορίες περί χρηματισμού που μετέδωσε έγκυρες, τις διαχωρίζει όμως από τα κονδύλια που διέθεσαν στην Κύπρο οι Ηνωμένες Πολιτείες μέσω της UNOPS. Την περίοδο βέβαια εκείνη, με δεδομένη τη σύγχυση που επικρατούσε στο νησί, ο διαχωρισμός των δύο δεν ήταν εύκολο να γίνει από τον πολίτη.

 

Με αφορμή τις δύο προαναφερθείσες ανταποκρίσεις, αλλά και τη δημοσιοποίηση της έκθεσης των Nathan Associates, πολιτικοί, Μέσα Ενημέρωσης και δημοσιογράφοι προχωρούν στην εξαγωγή μιας σειράς από αδιαμφισβήτητα γι αυτούς συμπεράσματα. Τα συμπεράσματα αυτά χρησιμοποιούνται ως επιχειρήματα στην πολεμική κατά των υποστηριχτών του σχεδίου Ανάν. Ορισμένα μόνο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι και τα ακόλουθα:

  • Πρόεδρος Παπαδόπουλος: «Είναι απαράδεκτο ξένοι οργανισμοί να διαθέτουν χρήματα όχι για υποστήριξη φιλανθρωπικών σκοπών, αλλά για υποστήριξη μιας πολιτικής, ή άλλης θέσης  στην Κύπρο» [11]

     

  • Γιαννάκης Ομήρου ( Πρόεδρος ΕΔΕΚ): «Όσοι τα πήραν για να προωθήσουν πολιτικές απόψεις τρίτων είναι αξιοθρήνητοι και αξιοκατάκριτοι.» [12]

    .

  • Νίκος Πιττοκοπίτης: ( Αντιπρόεδρος Δημοκρατικού Κόμματος): «Αυτοί που τα πήραν ας κάνουν την αυτοκριτική τους και ας αυτοκτονήσουν δημόσια μέσα στις πλατείες. Μ αυτό τον τρόπο θα δώσουν ένα μήνυμα σ αυτούς που θα μείνουν σε τούτον το τόπο για ν αποφεύγουν τέτοιες ενέργειες» [13]

     

  • Ανακοίνωση του κόμματος της Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας: «Ο λαός δεν χρειάζεται αποδείξεις και στοιχεία για να πειστεί ότι κάποιοι τα έπαιρναν. Οι πολιτικές τους θέσεις ισοδυναμούν με διατεταγμένη υπηρεσία έναντι δυναμεων και συμφερόντων του εξωτερικού. Αν μάλιστα δεν παίρνουν ούτε χρήματα γι αυτό, τότε πιθανώς είναι απλά κορόιδα»[14]

 

Πολύ συζήτηση έγινε γύρω από τα 24 άτομα (opinion leaders) από τους οποίους οι Nathan Associates πήραν συνεντεύξεις προκειμένου ν αξιολογήσουν τόσο το ΔΑΠ, όσο και τα αποτελέσματα του εν λόγω προγράμματος. Στις 27/10/04 κατά τη διάρκεια της καθιερωμένης καθημερινής συνάντησης του εκπροσώπου του State Department με τον τύπο, ο Λάμπρος Παπαντωνίου  ζήτησε από τον Ρίτσιαρντ Μπάουτσιερ να δώσει στη δημοσιότητα τον πλήρη κατάλογο με τα ονόματα όσων ερωτήθηκαν από τους Nathan Associates. Μάλιστα στην ερώτησή του ο έλληνας δημοσιογράφος έκρινε σκόπιμο να διατυπώσει την εκτίμηση ότι τα 86 αυτά άτομα – 24 από τα οποία είναι και οι opinion leaders – είχαν «εξαγοραστεί» από τις ΗΠΑ. Ο Μπάουτσιερ που προφανώς δεν γνώριζε ότι τα ονόματα των 86 βρίσκονταν στην έκθεση των Nathan Associates που ήδη είχε δημοσιευτεί στο διαδίκτυο,  επικαλούμενος το δικαίωμα διαφύλαξης των προσωπικών δεδομένων αρνήθηκε να δώσει τον κατάλογο στη δημοσιότητα.

Ακολουθώντας το παράδειγμα του Λάμπρου Παπαντωνίου, πρώτα  ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ύστερα πολλοί άλλοι άφησαν αιχμές, ή ακόμη κατηγόρησαν ευθέως όσους έδωσαν συνέντευξη στους Nathan Associates και ειδικά τους opinion leaders ότι ούτε λίγο ούτε πολύ λειτούργησαν ως εκπρόσωποι ξένων συμφερόντων. Σε δηλώσεις του στις 28/10/04 ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος έκανε αναφορά στο ερωτηματολόγιο που κλήθηκαν ν απαντήσουν οι συνεντευξιασθέντες , αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι χρηματοδοτήσεις έγιναν στη βάση των απαντήσεων που πήραν οι αμερικανοί και με κριτήριο το αν μια οργάνωση, ή ένα πρόσωπο τασσόταν υπέρ ή εναντίον του σχεδίου Ανάν: «Όντως δόθηκε χρηματοδότηση σε οργανώσεις και πρόσωπα…. Μάλιστα για να δοθεί αυτή η χρηματοδότηση, προϋπήρχε ένα ερωτηματολόγιο και μια από τις ερωτήσεις ήταν: Είστε υπερ του σχεδίου Ανάν, Έντονα; Μέτρια ή όχι; Όλα αυτά είναι στην έκθεση των Nathan Associates»

Από μια γρήγορη ματιά στην έκθεση που επικαλέστηκε ο Πρόεδρος κάποιος μπορεί να διαπιστώσει ότι ανάμεσα σ’ αυτούς που χρηματοδοτήθηκαν από το ΔΑΠ ήταν και κυβερνητικοί οργανισμοί και Υπηρεσίες, Δήμοι, Κοινότητες, ενώ χρηματοδότησης έτυχε και ο Ερυθρός Σταυρός, επίτιμος πρόεδρος του οποίου είναι η σύζυγος του Προέδρου Παπαδόπουλου, η Κίνηση για διεκδίκηση των δικαιωμάτων των ασθενών που συστάθηκε με πρωτοβουλία του συμβούλου του Προέδρου Παπαδόπουλου Τάσου Τζιωνή, η Μη Κυβερνητική Οργάνωση « Γυναίκες που προσπαθούν για την ειρήνη», στην οποία ενεργό μέρος είχε η σύζυγος του Υπουργού Εμπορίου και στενότατου συνεργάτη του Προέδρου  κ.α. Τα πλείστα ΜΜΕ όμως δεν έκαναν καμία αναφορά στα πρόσωπα αυτά και στις οργανώσεις που εκπροσωπούσαν. Αντίθετα κινήθηκαν επιλεκτικά στρέφοντας την προσοχή και τα πυρά τους προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις και συγκεκριμένα ενάντια σε όσους είχαν υποστηρίξει το σχέδιο λύσης του Κυπριακού.

Ο τηλεοπτικός σταθμός ΑΝΤ- 1 στο κεντρικό του δελτίο στις 26/10/04 επικαλούμενος τη έκθεση των Nathan Associates κατηγόρησε ευθέως τους opinion leaders ότι στόχο είχαν «να επηρεάσουν την κοινή γνώμη και να υποβάλουν εισηγήσεις για να περάσει το σχέδιο Ανάν». Μάλιστα στο σχετικό ρεπορτάζ του δημοσιογράφου Μάριου Μανουσόπουλου, ο τηλεοπτικός σταθμός «απεκάλυψε» τα ονόματα 8 από τους 24 opinion leaders. Τα άτομα αυτά προέρχονταν από διάφορους πολιτικούς και κοινωνικούς χώρους, όμως είχαν κοινό στοιχείο το ότι υποστήριξαν το σχέδιο Ανάν. Ωστόσο αξίζει να σημειωθεί ότι οι υπόλοιποι 16, τα ονόματα των οποίων δεν δόθηκαν στη δημοσιότητα, ήταν άτομα που τάχθηκαν κατά του σχεδίου Ανάν. ( Επίσκοπος Κύκκου Νικηφόρος, ο Άριστος Μιχαηλίδης - διευθυντής σύνταξης της φιλοκυβερνητικής εφημερίδας Σημερινή και δηλωμένος πολέμιος του σχεδίου Ανάν, η Αντρούλα Ταραμουντά – αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος» κ.α. ). Την επομένη, δηλαδή στις 27/10/04 ο ΑΝΤ-1 συνέχισε τις αναφορές του  στους opinion leaders σημειώνοντας ότι «… Οι αποκαλύψεις για τις χρηματοδοτήσεις έκαναν πολλούς να χάσουν τον ύπνο τους καθώς κάποιοι από τους οποίους ζητήσαμε σχόλια…. αντέδρασαν  με έντονη νευρικότητα και απειλές.».

Στις 2/11/04 ο βουλευτής του ΔΗΚΟ[15] Ζαχαρίας Κουλίας δήλωσε στον τηλεοπτικό σταθμό ΑΝΤ-1: « Μα είναι ηλίου φαεινότερο ότι εδώ κάποιοι πήγαιναν στην αμερικανική πρεσβεία, έκαμναν αίτηση, έκαμναν συνέντευξη, τους ερωτούσαν πράγματα για να δουν αν ήταν υπέρ του σχεδίου Ανάν και εφ όσο ήταν, έπαιρναν και το κονδύλι.. Αυτό από μόνο του είναι πράξη καταδικαστέα και θα την παρομοίαζα με τα 30 αργύρια του Ιούδα…. Το γεγονός αυτό επιβεβαίωσαν και οι ίδιοι οι αμερικανοί…» Ο κύριος Κουλίας ανέβασε το ποσό που δόθηκε για εξαγορά συνειδήσεων στα 20 εκατομμύρια. Όταν δε εκλήθη να κατονομάσει τους αποδέκτες των χρημάτων δήλωσε με απόλυτοι βεβαιότητα: « Οι opinion leaders! Εξ άλλου το δημοσιοποίησαν οι αμερικανοί».

 

Τα πλείστα ΜΜΕ διαστρεβλώνοντας το περιεχόμενο της έκθεσης των Nathan Associates κατηγόρησαν ουσιαστικά τους opinion leaders  για προδοσία. Ωστόσο δεν έδωσαν , όπως απαιτούν όλοι οι κανόνες δημοσιογραφικής δεοντολογίας το δικαίωμα στους υπό κατηγορία να υπερασπιστούν κατά τρόπο ικανοποιητικό τον εαυτό τους.  Όταν στις 27/10 /04 ο τηλεοπτικός σταθμός ΑΝΤ-1 δημοσιοποίησε τις καταγγελίες του, η βουλευτής του ΑΚΕΛ Ελένη Μαύρου επικοινώνησε με το σταθμό για να αποκαταστήσει την αλήθεια και να κακίσει τον τρόπο με τον οποίο ο σταθμός χρησιμοποίησε το όνομά της. Ο παρουσιαστής του κεντρικού δελτίου ειδήσεων, δημοσιογράφος Παύλος Μυλωνάς, αφού άκουσε την παρέμβασή της σημείωσε: «Ο ΑΝΤ-1 μετέδωσε μόνο τα αποσπάσματα της έκθεσης (Nathan Associates) όπως αναφέρονται και φαντάζομαι αν θέλετε, να κινήσετε αγωγές θα πρέπει να στραφείτε εναντίον της αμερικανικής οργάνωσης, η οποία χρησιμοποιεί το όνομά σας! Είναι εδώ, το έχω μπροστά μου, όπως το έχετε κι εσείς… Όσον αφορά την προώθηση του σχεδίου Ανάν, δεν το λέμε εμείς και ούτε εμείς σας εμπλέξαμε σ αυτήν τη διαδικασία, η ίδια η έκθεση το λέει. Και την έχω εδώ…» Επισημαίνεται για άλλη μια φορά ότι η έκθεση δεν ανέφερε αυτά που ισχυρίστηκε ο ΑΝΤ-1 και οι υπόλοιποι επικριτές των υποστηριχτών του σχεδίου Ανάν. 

 

Επικρίσεις όμως για χρηματισμό πολιτικών προσώπων και δημοσιογράφων με στόχο την προώθηση του σχεδίου Ανάν έγιναν και πριν από το δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου. Για παράδειγμα στις 16 Φεβρουαρίου ο βουλευτής του ΔΗΚΟ Μάριος Ματσάκης είχε κατηγορήσει την εφημερίδα «Πολίτης» και το ραδιοσταθμό «ΑΣΤΡΑ» ότι πήραν χρήματα από ξένους για να προπαγανδίσουν υπέρ του σχεδίου Ανάν. Η καταγγελία έγινε κατά τρόπο αόριστον στη διάρκεια πρωινής ενημερωτικής ραδιοφωνικής εκπομπής του «Ράδιο Πρώτο». Ο ραδιοσταθμός ΑΣΤΡΑ επικοινώνησε με τον ευρωβουλευτή και σε από αέρος συζήτηση τον κάλεσε να τεκμηριώσει τις καταγγελίες του. Ο κύριος Ματσάκης επανέλαβε τους ισχυρισμούς του, όμως παρά την επιμονή των δημοσιογράφων, δεν τεκμηρίωσε τις καταγγελίες του. Με ανάλογο τρόπο συμπεριφέρθηκαν την περίοδο εκείνη κι άλλοι πολιτικοί που κινούνταν στο χώρο του  ΔΗΚΟ.

 

Οι  καταγγελίες για χρηματισμό δημοσιογράφων ευαισθητοποίησαν την Ένωση Συντακτών, η οποία σε συνεδρία του Διοικητικού της Συμβουλίου στις 20 Φεβρουαρίου κάλεσε την Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας να εξετάσει το θέμα. Προκειμένου μάλιστα να στοιχειοθετήσει υπόθεση η  Ένωση Συντακτών έθεσε ενώπιον της ΕΔΔ αποσπάσματα δημόσιων δηλώσεων που έγιναν σε βάρος δημοσιογράφων τόσο από πλευράς του βουλευτή Μάριου Ματσάκη, όσο και άλλων δύο βουλευτών του ΔΗΚΟ. Συγκεκριμένα εκτός του κυρίου Ματσάκη, άλλοι δύο βουλευτές,  οι Ζαχαρίας Κουλίας και Σοφοκλής Φυττής είχαν κάνει αναφορά «σε χρηματισμό δημοσιογράφων προκειμένου να παρουσιάσουν θετικά το σχέδιο Ανάν». Δεδομένου ότι σε σχετικό άρθρο του Κώδικά Δημοσιογραφικής δεοντολογίας υπογραμμίζεται ότι «αναφορικά με την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος οι λειτουργοί των ΜΜΕ δεν δέχονται δώρα», η Επιτροπή έκρινε την υπόθεση σοβαρή και αποφάσισε να την εξετάσει. Όπως προνοεί η σχετική διαδικασία ο Πρόεδρος της Επιτροπής απέστειλε στους τρεις βουλευτές επιστολή με την οποία τους καλούσε να δώσουν στην Επιτροπή στοιχεία που να τεκμηριώνουν τη δημόσια καταγγελία τους.

Ωστόσο και παρά και την επιμονή της Επιτροπής, οι τρεις βουλευτές απέφυγαν ν’ απαντήσουν γραπτώς στην επιστολή της ΕΔΔ. Με δεδομένη την άρνηση των καταγγελλόντων   να ανταποκριθούν γραπτώς στο αίτημα, η ολομέλεια της Επιτροπής εξουσιοδότησε το Γραμματέα να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τους τρεις βουλευτές για να έχει μια προφορική έστω απάντηση γύρω από το θέμα. Οι τρεις βουλευτές και πάλι δεν έδειξαν διάθεση να συνεργαστούν. Αυτό προκύπτει και από τις απαντήσεις που πήρε ο Γραμματέας, οι οποίες δεν ήταν αρκούντως διαφωτιστικές.

Συγκεκριμένα:

- Ο  Μάριος Ματσάκης  παραδέχτηκε ότι δεν είχε στοιχεία για να τεκμηριώσει τις καταγγελίες του, προσθέτοντας  ότι «αν είχε στοιχεία για χρηματισμό θα τα παρέδιδε στο Γενικό Εισαγγελέα». Ισχυρίστηκε ότι οι καταγγελίες του είχαν ρητορικό χαρακτήρα. Ωστόσο την ίδια στιγμή άφησε και πάλι αιχμές κατά συγκεκριμένης αντιπολιτευτικής εφημερίδας, διερωτώμενος κάτω από ποιες συνθήκες ο εκδότης της εφημερίδας «Πολίτης»πούλησε σε αμερικανική εταιρεία το πακέτο μετοχών επιχείρησης που του ανήκε. Αν κάποιος, εξήγησε ο βουλευτής, διαθέτει ένα σπίτι που αξίζει 50 χιλιάδες και το πουλάει σε κάποιον άλλο έναντι 100 χιλιάδων, φυσιολογικό είναι να γεννιούνται μια σειρά από ερωτήματα…

- Ο βουλευτής Ζαχαρίας Κουλίας έκανε λόγο σε παρεξήγηση, αρνούμενος ότι έθεσε θέμα χρηματισμού δημοσιογράφων.

- Ο Σοφοκλής Φυττής ανέφερε ότι όταν μαζέψει τα στοιχεία που ζητά η Επιτροπή θα τα παραδώσει. Ερωτηθείς πότε θα γίνει αυτό, ο βουλευτής του ΔΗΚΟ απάντησε με αρκετή δόση ειρωνείας ότι θα είναι σε θέση να ανταποκριθεί στο αίτημα σε διάστημα ενός χρόνου και αφού προηγουμένως πραγματοποιήσει ειδική αποστολή στις ΗΠΑ! Κληθείς να πει αν στην συγκεκριμένη εκείνη στιγμή διέθετε κάποια στοιχεία, ο βουλευτής αρνήθηκε ν απαντήσει.

Λαμβάνοντας υπόψη την άρνηση συνεργασίας από πλευράς των τριών βουλευτών και έχοντας ενώπιόν της ελλιπή στοιχεία, η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας έκρινε ότι δεν ήταν σε θέση να εξετάσει σε βάθος τις συγκεκριμένες καταγγελίες. Βέβαια αν το αποφάσιζε, η Επιτροπή θα μπορούσε να προχωρήσει σε αυτεπάγγελτη έρευνα και αφού συγκέντρωνε όλα τα στοιχεία να  προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης. Ωστόσο μετά από πολύωρη ανταλλαγή απόψεων η ολομέλεια αποφάσισε να μην προχωρήσει σε αυτεπάγγελτη έρευνα. Ως λόγοι προβλήθηκαν το βεβαρημένο πολιτικό κλίμα της περιόδου εκείνης, ο κίνδυνος η ΕΔΔ να γίνει μέρος της αντιπαράθεσης και ως εκ τούτου να κατηγορηθεί από τη μια ή την άλλη πλευρά για υποκειμενισμό, ο κίνδυνος διασάλευσης των σχέσεων ανάμεσα στα ίδια τα μέλη της Επιτροπής τα οποία ας σημειωθεί είναι ενεργοί πολίτες, αλλά και το γεγονός ότι η ΕΔΔ δεν έχει ούτε το αναγκαίο μηχανισμό, ούτε τα μέσα για μια τόσο ενδελεχή έρευνα. Αντί αυτού η Επιτροπή, έκρινε σκόπιμο να περιοριστεί στην έκδοση μιας γενικής απόφασης - έκκλησης, όχι προς τα ΜΜΕ και τους λειτουργούς της, όπως συνηθίζεται, αλλά προς πάσα ενδιαφερόμενο, με την οποία καλείτο ουσιαστικά η κοινωνία να προστατέψει το δημοσιογραφικό λειτούργημα. Συγκεκριμένα η ανακοίνωση αφού αναφέρεται στη διαδικασία που ακολούθησε η Επιτροπή και στην αδυναμία της να εξετάσει την υπόθεση, κάλεσε όλους «να σέβονται το δημοσιογραφικό λειτούργημα και να μην προβαίνουν σε καταγγελίες που είναι δυνατόν να υποσκάψουν την ανεξαρτησία, ή να συνιστούν παρέμβαση στο έργο, ή άπτονται της εντιμότητας των ΜΜΕ και των λειτουργών τους στο σύνολό τους, ή ατομικά, όταν δεν είναι σε θέση να τις τεκμηριώσουν με συγκεκριμένα στοιχεία». Τέλος η ανακοίνωση που εκδόθηκε στις 18 Ιουνίου, τέσσερις δηλαδή μήνες μετά την διατύπωση των καταγγελιών, χαρακτηρίζει ατυχές το γεγονός ότι οι καταγγελίες που έγιναν εναντίον των ΜΜΕ και των λειτουργών τους ήταν χωρίς καμία τεκμηρίωση.

 

Η ΕΔΔ ακολούθησε την ίδια ακριβώς τακτική και κατά τη δεύτερη φορά που εκλήθη και πάλι από την ΕΣΚ ν’ ασχοληθεί με το θέμα. Η νέα συζήτηση στην Επιτροπή έγινε  μετά τη αντιπαράθεση και τις κατηγορίες για χρηματισμό που εκτοξεύτηκαν κατά τον Οκτώβριο του 2004. Με νέα ανακοίνωση που εκδόθηκε στις 17 Δεκεμβρίου του 2004  η Επιτροπή σημειώνει ότι ως φορέας που στόχο έχει «την τήρηση των κανόνων δεοντολογίας, την προάσπιση της ελευθερίας του τύπου και της ακεραιότητας των ΜΜΕ και των λειτουργών τους, επισημαίνει ότι η αόριστη και ατεκμηρίωτη διατύπωση καταγγελιών τείνει να θίξει την αξιοπρέπεια και υπόληψη των δημοσιογράφων και συνιστά εν δυνάμη απειλή εναντίον της ελευθερίας του τύπου, της ανεξαρτησίας των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων». Αυτή τη φορά η Επιτροπή κάλεσε και τους ίδιους του δημοσιογράφους να σέβονται τις σχετικές πρόνοιες του Κώδικα και ν’ αποφεύγουν «να διατυπώνουν ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς που δυνατόν να θίξουν την αξιοπρέπεια και την υπόληψη μεμονωμένων πολιτών, ομάδων πολιτών, περιλαμβανομένων και δημοσιογράφων».

 

Να σημειωθεί ότι το θέμα του χρηματισμού ειδικά, αλλά και της εν γένει κάλυψης από τα ΜΜΕ των γεγονότων που προηγήθηκαν ή ακολούθησαν το δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου του 2004 ετέθη υπό μορφή παραπόνων ένθεν και ένθεν και για τρίτη φορά ενώπιον της Επιτροπής το Δεκέμβρη του 2005. Ωστόσο και σ αυτήν την περίπτωση η ΕΔΔ, ακολουθώντας το σκεπτικό της πρώτης περίπτωσης, απέφυγε ουσιαστικά να εξετάσει σε βάθος την υπόθεση.

 

Οι αποφάσεις της ΕΔΔ, όπως επίσης η συμπεριφορά τόσο των ΜΜΕ, των δημοσιογράφων, αλλά και της πολιτικής ηγεσίας του τόπου κατά τους ιστορικά κρίσιμους για την Κύπρο μήνες του 2004, αναπόφευκτα θ΄ αποτελέσουν και στο μέλλον αντικείμενο συζητήσεων. Ειδικά σ’ ό,τι αφορά τα ΜΜΕ και τους δημοσιογράφους η συζήτηση θα επικεντρωθεί στο κατά πόσο η δημοσιογραφική οικογένεια τήρησε βασικά άρθρα του Κώδικα δεοντολογίας όπως είναι αυτό της μετάδοσης διασταυρωμένων, εξακριβωμένων ειδήσεων, το δικαίωμα απαντήσεως, το τεκμήριο της αθωότητας και πάνω απ όλα το άρθρο που αφορά τη δωροδοκία των λειτουργών των ΜΜΕ.  Ορισμένα θέματα, όπως προκύπτει και από το σημείωμα αυτό είναι ξεκάθαρα, άλλα χρειάζεται να αποτελέσουν αντικείμενο περαιτέρω ενδελεχούς και αντικειμενικής έρευνας.  Το ερώτημα πότε και από ποιόν θα γίνει αυτή η έρευνα, δεν είναι εύκολο ν απαντηθεί. Είναι όμως κάτι που αργά ή γρήγορα επιβάλλεται να γίνει. Για λόγους αξιοπρέπειας, για λόγους που έχουν να κάνουν με την Αλήθεια.

 

 

 

 



[1] Το κυπριακό πρόβλημα, ως το βασικό πολιτικό πρόβλημα που για δεκαετίες αντιμετωπίζει η Κύπρος, αποτελεί το κύριο θέμα με το οποίο σχεδόν καθημερινά ασχολούνται όλες ανεξαίρετα οι κυπριακές εφημερίδες της Κύπρου. Ιδιαίτερα σε περιόδους όπου γύρω από το κυπριακό παρατηρείται κινητικότητα, ή βρίσκονται σε εξέλιξη συνομιλίες για επίτευξη λύσης, οι κυπριακές εφημερίδες, αλλά και οι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί αφιερώνουν το μεγαλύτερο μέρος της ειδησιογραφίας τους στο θέμα αυτό. Αυτό συνέβη και καθ όλη τη διάρκεια της εκδήλωσης της τελευταίας πρωτοβουλίας του Γ.Γ. των Η.Ε. (2003, 2004). Τα ΜΜΕ δεν περιορίζονται απλώς στην παράθεση των γεγονότων που εξελίσσονται, αλλά κατά τρόπο έμμεσο μεν,  σαφή δε, παίρνουν θέση γύρω απ αυτά, επιτρέποντας στον εαυτό τους να μετατραπούν σε προπαγανδιστές της μιας ή της άλλης άποψης. Έτσι κατά τη διάρκεια του δημοψηφίσματος για το σχέδιο Ανάν, όλα ανεξαίρετα τα κυπριακά ΜΜΕ πήραν ξεκάθαρη θέση είτε υπέρ, είτε εναντίον του σχεδίου. Τα Μέσα που στήριζαν το σχέδιο, έδιναν έμφαση κυρίως στα θετικά του σχεδίου, ενώ αντίθετα όσα  υποστήριζαν την απόρριψη του σχεδίου, έδιναν έμφαση στα αρνητικά στοιχεία παρουσιάζοντας μάλιστα κατά ένα τρόπο υπερβολικό. Μ αυτή την έννοια τα Μέσα λειτουργούσαν και συμπεριφέρονταν κατά τρόπο ανάλογο με αυτό που συμπεριφέρονται τα πολιτικά κόμματα. Για σκοπούς ενημέρωσης  ν αναφέρω ότι το σχέδιο Ανάν στήριξαν ανοικτά δύο εφημερίδες - «Αλήθεια» και «Πολίτης», ενώ μάλλον θετική ήταν και η στάση που τήρησε ο ραδιοσταθμός «ΑΣΤΡΑ». Στον αντίποδα ήταν οι τηλεοπτικοί σταθμοί ΣΙΓΜΑ και ΑΝΤ-1, οι ραδιοσταθμοί «Πρώτο» «ΑΝΤ-1» και «ΛΟΓΟΣ», όπως επίσης οι εφημερίδες «Σημερινή», «Χαραυγή» και «Μάχη».

 

[2] Το κυπριακό πολίτευμα είναι προεδρική δημοκρατία. Η Εκτελεστική Εξουσία ασκείται από τον πρόεδρο, ο οποίος έχει αυξημένες εξουσίες. Εκλέγεται απ ευθείας από το λαό κάθε πέντε χρόνια και έχει την αποκλειστική ευθύνη για το διορισμό των μελών της Κυβέρνησής του .

Το Κοινοβούλιο ασκεί απλώς τη νομοθετική Εξουσία και δεν μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις του Προέδρου.

Ο Τάσσος Παπαδόπουλος ( 73 χρόνων) εξελέγη στη θέση του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας το Φεβρουάριο του 2003 με τη στήριξη ενός συνασπισμού κομμάτων που ζητούσαν την αλλαγή στη διακυβέρνηση του τόπου. Στον  Συνασπισμό συμμετείχαν το μεγάλο αριστερό κόμμα της χώρας ΑΚΕΛ (35%), το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ΕΔΕΚ (5%), το κεντροδεξιό κόμμα ΔΗΚΟ (15%), οι Πράσινοι (2%) και άλλα μικρότερα κόμματα και πολιτικές κινήσεις. Ο Τάσσος Παπαδόπουλος έχει τη φήμη σκληρού διαπραγματευτή, ενώ στο παρελθόν υποστήριξε θέσεις που χαρακτηρίστηκαν ως εθνικιστικές.  Είναι επίσης πρόεδρος του κεντροδεξιού Δημοκρατικού Κόμματος.

Ο Τάσσος Παπαδόπουλος διαδέχτηκε στην προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας το Γλαύκο Κληρίδη – επίτιμο πρόεδρο του αστικού δεξιού Λαϊκού Κόμματος της Κύπρου ( ΔΗΣΥ). Ο ΔΗΣΥ (34%) μαζί με το κεντροαριστερό κόμμα των Ενωμένων Δημοκρατών (2%) είναι σήμερα τα μοναδικά κόμματα που αντιπολιτεύονται την Κυβέρνηση Συνασπισμού του Τάσσου Παπαδόπουλου.

 

[3] Η εφημερίδα «Πολίτης» είναι μία από τις 6 μεγάλες πανεθνικές εφημερίδες της Κύπρου. Αν και δεν πρόσκειται σε οποιοδήποτε αντιπολιτευτικό κόμμα, ασκεί έντονη κριτική στην Κυβέρνηση Παπαδόπουλου. Η εφημερίδα είναι επίσης ιδιαίτερα επικριτική για τους χειρισμούς του ΑΚΕΛ και ιδιαίτερα για την απόφασή του να συνεργαστεί με τον Τάσσο Παπαδόπουλο και ακολούθως να καλέσει το λαό ν απορρίψει το σχέδιο Ανάν.

 

[4] Η εφημερίδα «Φιλελεύθερος» είναι η μεγαλύτερη σε κυκλοφορία εφημερίδα της Κύπρου. Θεωρείται πολιτικά ανεξάρτητη και αδέσμευτη εφημερίδα, όμως σε θέσεις κλειδιά βρίσκονται δημοσιογράφοι που στηρίζουν την πολιτική Παπαδόπουλου στο Κυπριακό.

 

[5] Πολυεθνικός ανεξάρτητος Οίκος με έδρα το Άρλιγκτον της Βιτζίνια των ΗΠΑ. Προσφέρει ένα ευρύ φάσμα  υπηρεσιών σε διάφορους τομείς της οικονομικής κυρίως δραστηριότητας. Δραστηριοποιείται τόσο στις ΗΠΑ, όσο και διεθνώς. Στην ιστοσελίδα των Nathan Associates, αναγράφονται τα ακόλουθα σε σχέση με τις δραστηριότητες του συγκεκριμένου Οίκου:

Nathan Associates has worked in most sectors of the U.S. economy and in more than 130 countries. Our work in the United States involves expert economic analysis and testimony for litigation and regulatory proceedings, as well as economic research for business and industry. We also interpret public policy developments and represent domestic and foreign firms in trade litigation proceedings of the U.S. International Trade Commission. Overseas, we provide economic, financial, and business advice and assistance in government-sponsored development programs and to private clients.

 

[6]   27.10.2004

 

[7]  АНТ-1. 28.10.2004.

 

[8]  Ενημέρωση Ρίτσιαρντ Μπάουτσιρ 27.10.04.

[9]  Ενημέρωση Ρίτσιαρντ Μπάουτσιρ 27.10.04.

 

[10] Η επιστολή του Μιχάλη Ιγνατίου προς την Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας έχει ημερομηνία 23.12.05

[11] 28.10.04 – Δηλώσεις στα ΜΜΕ

[12] 28.10.04 - Δηλώσεις στο κρατικό κανάλι

[13] 30.10. 04 – Δηλώσεις στο τηλεοπτικό κανάλι Μέγα.

[14]   17.10. 04 – Δηλώσεις στο τηλεοπτικό κανάλι Μέγα.

[15] Το ΔΗΚΟ αυτοκαθορίζεται ως  κεντρώο κόμμα, ωστόσο οι θέσεις που διατυπώνει σε μια σειρά από θέματα όπως είναι το κυπριακό, οι σχέσεις ε/κ και τ/κ, όπως επίσης και ο τρόπος που αντιμετωπίζει τόσο τις εθνικές μειονότητες όσο και τους αλλοδαπούς εργάτες το κατατάσσουν στην κατηγορία των εθνικιστικών κομμάτων. Ιδιαίτερα εθνικιστικές και ακραίες είναι οι θέσεις που διατυπώνει το ακροδεξιό Ευρωπαϊκό Κόμμα. Εθνικιστικές θέσεις εκφράζουν κατά καιρούς στελέχη τόσο του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Κύπρου (ΕΔΕΚ), όσο και του Λαικού δεξιού Κόμματος ( ΔΗΣΥ).